ΤΟ BLOG
14/05/2019 10:51 EEST | Updated 14/05/2019 10:51 EEST

Οι πολιτικές και οικονομικές όψεις της διείσδυσης της Κίνας στην Ευρώπη

Νέος Δρόμος του Μεταξιού: μία παγκόσμια πρωτοβουλία

Marco Di Lauro via Getty Images
TRIESTE, ITALY - APRIL 2: A huge crane is seen at the Pier VII at Trieste's new Port on April 2, 2019 in Trieste, Italy. The historic city of Trieste is preparing to open its new port to China, with Italy becoming the first Group-of-Seven nation to sign on to China’s “One Belt, One Road” infrastructure project. The deal primes Trieste to receive investment from China as it eyes a faster trade route into the heart of Europe. Among the qualities that make Trieste a desirable port of call: 70km of internal railways that are integrated with national and international networks; an elevated roadway that directly connects to the external road system; and deep sea beds up to 18 meters. China sees Trieste as a natural crossroads between the East and the West, a shipping route between Europe and East Asia that is four days shorter than routes to the ports in Northern Europe. For a line of 6,000 TEU container vessels, this translates into an economic saving on freight and fuel costs of over $25 million a year, according to Trieste’s port authority. (Photo by Marco Di Lauro/Getty Images)

Ο «Νέος Δρόμος του Μεταξιού» ή «Belt and Road Initiative»  αποτελεί τη σημαντικότερη πρωτοβουλία για τη διατήρηση και τη διεύρυνση της οικονομικής μεγέθυνσης της Κίνας, καθώς και της ισχύος και της επιρροής της σε πλανητικό επίπεδο. Βάσει εκτιμήσεων -πλην επίσημων πηγών- το συνολικό κόστος του εν λόγω εγχειρήματος αναμένεται να κυμανθεί από 1 έως 8 τρις δολάρια. Σύμφωνα δε με στοιχεία της Παγκόσμιας Τράπεζας το BRI διαπερνά πάνω από 65 χώρες οι οποίες αντιστοιχούν στο 62% του παγκόσμιου πληθυσμού, κατέχουν πάνω από το 30% του παγκοσμίου ΑΕΠ και το 75% των- γνωστών- ενεργειακών αποθεμάτων..

Το Νοέμβριο του 2013 ο Γενικός Γραμματέας του Κινεζικού Κομμουνιστικού Κόμματους, Xi Jinping, ανακοίνωσε την έναρξη του φιλόδοξου αυτού σχεδίου προκειμένου να προωθήσει την οικονομική ολοκλήρωση και τη διασύνδεση μέσω υποδομών, εμπορίου, επενδύσεων, χρηματοπιστωτικού τομέα και διαπολιτισμικής ανταλλαγής- κυρίως- στην Ασία, την Ευρώπη και την Αφρική1. Όραμα του τελευταίου είναι να καταστεί η Κίνα έως το 2049- οπότε θα γιορτάζει τα 100 έτη ίδρυσης της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας- «τελείως ανεπτυγμένη, πλούσια και ισχυρή». Το BRI, συνεπώς, φαίνεται να είναι το μέσο υλοποίησης του οράματος αυτού.

Ειδικότερα, η πρωτοβουλία αυτή εδράζεται σε δύο κύριους άξονες: α) Το «Silk Road Economic Belt» (χερσαία οδός), που επιχειρεί να αναβιώσει τον παλιό «Δρόμο του Μεταξιού» μέσω ενός διηπειρωτικού δικτύου -δρόμων και σιδηροδρόμων- που συνδέει την Κίνα με τη Νοτιοανατολική Ασία, την Κεντρική Ασία και την Ευρώπη. β) Το «21st Maritime Silk Road» (θαλάσσια οδός)  που διέρχεται από τον Ειρηνικό και τον Ινδικό Ωκεανό στην Αραβική και τη Μεσόγειο θάλασσα, καταλήγοντας στη Β. Ευρώπη- μέσω των χερσαίων σιδηροδρομικών δικτύων. Ουσιαστικά συνδέει μια σειρά από λιμάνια δημιουργώντας, έτσι, μια εμπορική οδό επί της θαλάσσης, «ενώνοντας» τους ωκεανούς.

 

Δύναται να χαρακτηριστεί ως ένα “Umbrella Project”, καθότι επιστεγάζει σχεδόν κάθε εξωτερική- οικονομική- δραστηριότητας της Κίνας και λαμβάνει μορφή μέσα από διαφορετικές αλλά συνδεόμενες επενδύσεις σε: αγωγούς φυσικού αερίου και πετρελαίου, δρόμους, σιδηροδρόμους, λιμάνια και τηλεπικοινωνίες.

Σε πολιτικό επίπεδο, η Κίνα επιδιώκει μέσω του BRI την μείωση της εξάρτησης από την Παγκόσμια Τράπεζα, την αντικατάσταση του αμερικανικού δολαρίου με το κινεζικό γουάν (RMB) στο εμπόριο, τη σταδιακή αντικατάσταση αμερικανικών επιχειρήσεων σε περιφερειακές αγορές και, τέλος, την γεωπολιτική αναβάθμιση του ρόλου της στο διεθνές σύστημα. Συγκεκριμένα, φιλοδοξεί να προωθήσει μια νέα παγκόσμια τάξη που θα εδράζεται στην εδαφική και θαλάσσια συνδεσιμότητα και επικοινωνία, μια διεθνή διακυβέρνηση βασισμένη στον πολύ-πολισμό και τον πολυμερισμό. 

Σκοποί και μέσα επίτευξης της διείσδυσης

Γιατί επιχειρεί να διεισδύσει η Κίνα στην Ευρώπη; Υφίστανται πολιτικοί και οικονομικοί λόγοι που απαντούν στο ερώτημα αυτό. Αναφορικά με τους οικονομικούς σκοπούς, μέσω των κινεζικών επενδύσεων στην Ευρώπη, πρώτον, αντιμετωπίζεται το πρόβλημα της πλεονάζουσας παραγωγικής ικανότητας (overcapacity) των κινεζικών επιχειρήσεων Οι επιχορηγήσεις της κινεζικής κυβέρνησης μετά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση, αύξησαν το επίπεδο της πλεονάζουσας παραγωγικής ικανότητας- και δη της εγχώριας παραγωγής- πάνω από το επίπεδο της υφιστάμενης ζήτησης στην εγχώρια αγορά. Έτσι, η μόνη λύση επιβίωσης των επιχειρήσεων αυτών ήταν η δραστηριοποίησή τους στο εξωτερικό- στο πλαίσιο του BRI.

Δεύτερον, προσβλέπει στη διεθνοποίηση των κινεζικών επιχειρήσεων, καθώς και στην οικονομική αναβάθμιση της κινεζικής οικονομίας. Είναι γεγονός ότι μετά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση επήλθε μερική επιβράδυνση της οικονομικής μεγέθυνσης της Κίνας και πτώση της παραγωγικότητας οφειλόμενη κυρίως στη σταδιακή αύξηση του κόστους του εργατικού δυναμικού. Έτσι, η εξωτερική δραστηριοποίηση των κινεζικών επιχειρήσεων κρίνεται ζωτικής σημασίας για την επίτευξη συνέχειας της οικονομικής μεγέθυνσής της.

Τρίτον, η Ευρώπη αποτελεί οικονομικό και τεχνολογικό κέντρο. Είναι η μεγαλύτερη ενιαία αγορά στον κόσμο, γεγονός που παρέχει την ευκαιρία για πλήθος εξαγωγών κινεζικών ενδιάμεσων και τελικών αγαθών, ενώ από την άλλη, της προσδίδει πρόσβαση σε υψηλή τεχνολογία, σε τεχνητή νοημοσύνη (artificialintelligence) σε διανοητική ιδιοκτησία (intellectualproperty) και τεχνογνωσία. Απώτερος στόχος της Κίνας φαίνεται να είναι η επίτευξη μιας συμφωνίας ελεύθερου εμπορίου με την ΕΕ.

Τέταρτον, κοινός στόχος δραστηριοποίησης με τα ευρωπαϊκά κράτη είναι ο τομέας της ενέργειας. Επενδύει σε ενεργειακές υποδομές, όπως εργοστάσια παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας ή σε άλλου είδους υποδομές εναλλακτικών μορφών ενέργειας. Το 2014 παραδείγματος χάριν, η Κίνα προέβη σε επένδυση αξίας 1 δις $ σε εργοστάσιο παραγωγής ηλεκτρικής στη Ρουμανία. Παράλληλα έχει διεξάγει αντίστοιχες επενδύσεις σε άλλα κράτη της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, αλλά και στη Μ. Βρετανία όπου χρηματοδοτεί τεράστιο πυρηνικό σταθμό. Στην Ελλάδα αποτελεί μέτοχο της ΑΔΜΗΕ, ελέγχοντας το 24% της εταιρείας.

Πέμπτο, στοχεύει στη διεθνοποίηση του νομίσματός της (yuan ή RMB), ήτοι να αυξήσει τις χρηματοοικονομικές συναλλαγές σε αυτό εντατικοποιώντας την παγκόσμια χρήση του ώστε να μειώσει τα συναλλακτικά κόστη του διεθνούς εμπορίου και τον συναλλαγματικό κίνδυνο. Προκύπτει ότι το ποσοστό των συναλλαγών σε γουάν μεταξύ Κίνας και ευρωπαϊκών κρατών ολοένα και αυξάνεται, ενώ παρατηρείται τα τελευταία έτη οι κεντρικές τράπεζες των κρατών αυτών αγοράζουν κινεζικά γουάν ως συναλλαγματικά αποθέματα, αυξάνοντας τη βαρύτητα του κινεζικού νομίσματος στο καλάθι των χωρών με τα Ειδικά Τραβηκτικά Δικαιώματα του ΔΝΤ. Έτσι, διευρύνεται η επιρροή της στο διεθνές εμπόριο, υπηρετώντας παράλληλα τους στόχους της- από χρηματοοικονομικής απόψεως- του BRI.

Από πολιτική σκοπιά, η Κίνα επιδιώκει μέσω της συνεργασίας και των αναπτυξιακών υποδομών που προωθεί- παράλληλα με τα δάνεια που παρέχει- να αποκτήσει ένα πολιτικό πάτημα στην Ευρώπη. Σε αντίθεση με το δόγμα του «Ευρω-Ατλαντισμού», η Κίνα προωθεί την ανάπτυξη έναντι της ασφάλειας, θεωρώντας ότι η τελευταία δύναται να προκύψει εντός ενός εδραιωμένου οικονομικού καθεστώτος. Ο παραδοσιακός Ευρω-Ατλαντισμός προήγαγε την ασφάλεια έναντι της ανάπτυξης, θεωρώντας την ανάπτυξη ως ενδεχόμενο το οποίο μπορεί να προκύψει εντός του εδραιωμένου καθεστώτος στη βάση της σκληρής ασφάλειας. Πάνω σε αυτή τη βάση ιδρύθηκε το ΝΑΤΟ και κατόπιν οι υπόλοιποι ευρωπαϊκοί θεσμοί. Θα πρέπει επίσης να παρατηρηθεί, ότι η Κίνα έχει παρουσιάσει το εγχείρημα ως ένα συμπληρωματικής φύσεως πάνω στα ήδη υπάρχοντα διεθνή καθεστώτα, επισημαίνοντας το μικρό στρατηγικό κόστος- και συνάμα την ευκαιρία- συμμετοχής για τους δυτικούς ευρωπαίους εταίρους.

Λαμβάνοντας υπόψη τις προσπάθειες των ΗΠΑ, που επιδιώκουν να περιορίσουν την κινεζική οικονομική και πολιτική επέκταση συνάπτοντας στενές πολιτικές οικονομικές και στρατιωτικές σχέσεις στην περιφέρεια, γίνεται αντιληπτό ότι με το εγχείρημα αυτό η Κίνα δύναται να «σπάσει» την αμερικανική αυτή «περικύκλωση» «αγκαλιάζοντας» τον βασικό της σύμμαχο, ήτοι την Ευρώπη. Τοιουτοτρόπως, από την μία καταφέρνει και αυξάνει την επιρροή της στην Ευρώπη, από την άλλη, μέσω του ελιγμού αυτού, εξισορροπεί την αμερικανική ισχύ στην ευρύτερη περιφέρειά της.

Η προσπάθεια αυτή της εισόδου της Κίνας στην Ευρώπη μέσω των αλλεπάλληλων χρηματοδοτήσεων στα κράτη της Γηραιάς Ηπείρου έχει χαρακτηριστεί ως ένα «κινεζικό σχέδιο Marshall» δεδομένου των ποσών και του σημαντικού αντίκτυπου που δύναται να έχει στα κράτη αυτά. 

 Εντούτοις, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι τα κράτη της Ευρωπαϊκής δεν βρίσκονται στην ίδια θέση ισχύος με την αμέσως μετά τον Β’ Παγκόσμιο εποχή, όπου ήταν κατεστραμμένα και πλήρως αποδιοργανωμένα. Το εγχείρημα αυτό προσκρούει σε ένα εδραιωμένο πολιτικό και οικονομικό καθεστώς και έρχεται ακριβώς να απειλήσει την αντοχή και τη συνοχή των θεσμών αυτών, τη στιγμή που στον Ευρωπαϊκό χώρο υφίσταται άνιση ανάπτυξη μεταξύ των κρατών και ορισμένα εξ αυτών αντιμετωπίζουν σημαντικά οικονομικά προβλήματα. Για τα κράτη αυτά η κινεζική παρουσία αποτελεί παράθυρο ευκαιρίας για την εξυπηρέτηση του συμφέροντος της επιβίωσης των οικονομιών τους. Εντούτοις, η ιστορία θα δείξει κατά πόσο οι δραστηριότητες αυτές θα είναι ωφέλιμες και επιτυχείς ή αν θα είναι επιζήμιες για τα κράτη- υποδοχείς και αποσταθεροποιητικές για τους Ευρωπαϊκούς θεσμούς.

Όσον αφορά τους τρόπους και τα μέσα που χρησιμοποιεί η Κίνα για την υλοποίηση των εν λόγω projects η διαδικασία έχει ως εξής:

Πρώτον η χρηματοδότηση των έργων πραγματοποιείται μέσω παροχής δανείων στις χώρες υποδοχής. Συγκεκριμένα, στη χρηματοδότηση συμβάλλουν: η Ασιατική Τράπεζα Επενδύσεων Υποδομών (2014), το New Silk Road Fund, το China-CEE Fund, η Νέα Αναπτυξιακή Τράπεζα Επενδύσεων των BRICS, η China Development Bank, η Ex-Im Bank, καθώς και άλλα περιφερειακά ταμεία. Οι τράπεζες αυτές είναι ως επί το πλείστον ελεγχόμενες από την Κίνα και παρέχουν ευνοϊκότερους όρους- π.χ. χαμηλότερα επιτόκια και τεράστια ποσά δανείων- ακόμα και σε χώρες αμφίβολης πιστοληπτικής ικανότητας- από τις δυτικές ευρωπαϊκές τράπεζες. Αυτό ενέχει τον κίνδυνο οι χώρες αυτές να βυθιστούν στο χρέος, διογκώνοντας το δημόσιο χρέος τους και εντείνοντας την μακροοικονομική αστάθεια, προσδίδοντας παράλληλα τη δυνατότητα στην Κίνα να ασκεί μόχλευση και επιρροή (debttrapdiplomacy).

Δεύτερον, κινεζικές κρατικώς ελεγχόμενες επιχειρήσεις αναλαμβάνουν την υλοποίηση των έργων. Πέραν, λοιπόν, του ελέγχου της χρηματοδότησης, η διεκπεραίωση των έργων αναλαμβάνεται κυρίως από κινεζικές εταιρείες είτε βάσει των συμφωνιών που συνάπτουν με τα κράτη είτε -όταν αφορά κοινή επένδυση με την ΕΕ- κερδίζοντας τους διαγωνισμούς που προκηρύσσει η τελευταία. Είναι χαρακτηριστικό ότι η ΕΕ θέτει ορισμένες προδιαγραφές, αναφορικά με την παραγωγή, με τα προϊόντα ή τα εργασιακά δικαιώματα, τα οποία δύναται να δυσχεραίνουν το έργο των κινεζικών εταιριών, αναγκάζοντάς τες σε προσαρμογή με τα ευρωπαϊκά στάνταρντ. Έχει υπολογιστεί ότι το 80-90% των projects του BRI παγκοσμίως αναλαμβάνονται από κινεζικές επιχειρήσεις.

Τρίτον, οι κρατικές εταιρείες τείνουν να εγκαθιστούν παράλληλα κινεζικό εργατικό δυναμικό. Με αυτό τον τρόπο εξυπηρετούν, ξανά, τον εγχώριο στόχο της απασχόλησης, απασχολώντας κινέζους εργάτες στο εξωτερικό. Αν και δύνανται να απασχολούν εγχώριο εργατικό δυναμικό της χώρας στην οποία εγκαθίστανται, τείνουν να παρέχουν τους αντίστοιχους χαμηλούς μισθούς που παρέχουν στους κινέζους εργάτες- όταν το αποφασίζουν- δημιουργώντας εντάσεις με τα εγχώρια εργατικά συμφέροντα της εκάστοτε χώρας υποδοχής. 

Το πρακτικό αντίκρισμα του BRI στην Ευρώπη: 

Τα projects του BRI στην Ευρώπη αφορούν κυρίως σε τερματικούς σταθμούς εμπορευματοκιβωτίων στα λιμάνια, σε σιδηροδρόμους, σε αυτοκινητοδρόμους, στις τηλεπικοινωνίες, σε αεροδρόμια και στην ενέργεια. Πέραν της Δυτικής Ευρώπης, οι βασικοί στόχοι στους οποίους εστιάζει η Κίνα από άποψη επενδύσεων είναι: πρώτον, η Κεντρική, Ανατολική και Νοτιοανατολική Ευρώπη- συμπεριλαμβανομένων των Δυτικών Βαλκανίων. Για το σκοπό αυτό έχει αναπτύξει την πολυμερή πλατφόρμα CEE (Central-EasternEurope) 16+1 όπου διενεργούνται ετήσιοι σύνοδοι κορυφής μεταξύ των ηγετών των κρατών και συνεργάζεται με αυτά εκτός του πλαισίου της ΕΕ1. Στο πλαίσιο αυτό διεκπεραιώνει πολλαπλές και πολύμορφες επενδύσεις. Αξίζει να παρατηρηθούν οι κάτωθι:

Συνολικά, έχουν δημιουργηθεί πάνω από 40 διαδρομές που συνδέουν την Κίνα με την Ευρώπη, πολλές εξ αυτών, όμως, φαίνεται να είναι οικονομικά ασύμφορες λαμβάνοντας υπόψη τον όγκο το εμπορίου1 και το κόστος μεταφοράς. Οι διαδρομές διενεργούνται χάρη στις επιχορηγήσεις που παρέχει η κινεζική κυβέρνηση. Για την μεταφορά κάθε εμπορευματοκιβωτίου παρέχει 3.500-4.000$. Αντίθετα, οι θαλάσσιες μεταφορές, μολονότι είναι πιο αργές, είναι πιο επικερδείς, αφού φέρουν σχεδόν το μισό κόστος. Εντούτοις, η Κίνα φαίνεται να παραβλέπει τα υψηλό αυτό κόστος, προσβλέποντας στα πολιτικά οφέλη που ενδεχομένως θα της αποφέρει η παρουσία της σε όλους αυτούς τους γεωγραφικούς χώρους.

Από την άλλη, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι λαμβάνονται πρωτοβουλίες και εκ μέρους των Ευρωπαϊκών κρατών σχετικά με σχέδια του BRI. Για το λόγο αυτό έχει συσταθεί το «Connectivity Platform for EU- China Cooperation on Infrastructure and Transport» εκ μέρους της ΕΕ. Χαρακτηριστικό παράδειγμα τέτοια δράσης είναι το «FivePortsAlliance», που αποτελεί μεγάλο τερματικό εμπορευματοκιβωτίων στη βόρεια Αδριατική και αφορά σε λιμάνια της Ιταλία, της Σλοβενίας και της Κροατίας.

Πρωταρχικής σημασίας μεταξύ των κινεζικών επενδύσεων κρίνονται: α) το λιμάνι του Πειραιά, το οποίο στοχεύει να χρησιμοποιήσει ως περιφερειακό κέντρο μεταφορών και ως σημείο κλειδί για την είσοδο στην Ευρώπη, β) το «Land- SeaExpressRoute» μεταξύ Ελλάδας και κεντρικής Ευρώπης, γ) οι σιδηροδρομικοί κόμβοι στην Πολωνία και τη Λευκορωσία, δ) ο σιδηρόδρομος Βελιγράδι- Βουδαπέστη, ε) τα λιμάνια στις Βαλτικές χώρες, στ) η Μαδρίτη ως τελικός προορισμός της μεγαλύτερης σιδηροδρομικής υπηρεσίας Κίνας-Ευρώπης και, ζ) οι σιδηροδρομικές υπηρεσίες στη Γερμανία2.

Επιπρόσθετα, καθοριστική σημασία αναμένεται, πλέον, να διαδραματίσει η Ιταλία, έπειτα από το μνημόνιο κατανόησης που υπέγραψε με την Κίνα στις 23 του Μάρτη. Η Ιταλία έγινε το πρώτο κράτος των G7 που συμμετέχει στον κινεζικό «δρόμο του Μεταξίου» και βάσει της συμφωνίας αυτής η Κίνα θα ελέγχει 4 ιταλικά λιμάνια, βορειοδυτικά, το λιμάνι της Γένοβας- το μεγαλύτερο λιμάνι της Ιταλίας-, νότια, το λιμάνι του Παλέρμο και, στη βόρεια Αδριατική, τα λιμάνια της Τεργέστης και της Ραβένας. Ειδικά τα δύο λιμάνια στη Γένοβα και την Τεργέστη θα διαδραματίσουν ρόλο τερματικών στην Ευρώπη. Ενώ, η Τεργέστη πιο συγκεκριμένα, φαίνεται ψηλά στην κινεζική ατζέντα διότι συνδέει την Μεσόγειο με χώρες όπως, Αυστρία, Ουγγαρία, Τσεχία, Σλοβενία, Σλοβακία και Σερβία- χώρες στις οποίες το Πεκίνο επιδιώκει να κυριαρχήσει. Για το λόγο αυτό, δύναται να αποτελέσει τον πιο σημαντικό τερματικό σε όλη την Ευρώπη για την Κίνα. 

Ο αντίκτυπος για τα εμπλεκόμενα κράτη και οι περιορισμοί του εγχειρήματος 

Είναι γεγονός ότι, στο πλαίσιο των συμφωνιών και της συνεργασίας που έχει συνάψει η Κίνα με ευρωπαϊκά κράτη, προκύπτουν αμοιβαία οφέλη και έχουν αναπτυχθεί μηχανισμοί ανταλλαγής μεταξύ των μέσων επικοινωνίας, των επιχειρήσεων, στην υψηλή εκπαίδευση και σε ινστιτούτα ερευνών. Συγχρόνως, διαπιστώνεται αύξηση των κεφαλαιακών επενδύσεων, ενίσχυση της εξωτερικής ζήτησης, βελτίωση της ανταγωνιστικότητας χάρη στα χαμηλότερα κόστη μεταφοράς και τα συναλλακτικά κόστη, καθώς και αναβαθμισμένες υποδομές.

Από την άλλη, είναι επίσης γεγονός ότι- ιδιαίτερα στην πλατφόρμα 16+1- η Κίνα συνεργάζεται εκτός του πλαισίου της ΕΕ, δημιουργώντας δεσμεύσεις στα κράτη αυτά και αυξάνοντας έτσι την επιρροή στην πολιτική αυτών. Το παρόν πολιτικό και κανονιστικό περιβάλλον των χωρών αυτών φαίνεται πιο ευνοϊκό προς την Κίνα- σε σχέση με τη Δυτική Ευρώπη- καθότι οι χώρες αυτές έχουν ανάγκη σε χρηματοδότηση και υποδομές. Συνεπώς, τείνει να συνάπτει ωφέλιμες συμφωνίες με δημοσιονομικά άπορες κυβερνήσεις εκμεταλλευόμενη τις αδύναμες οικονομίες τους, όπως στην περίπτωση του λιμανιού του Πειραιά για την Ελλάδα.

Έπειτα από τις συμφωνίες αυτές πολλές στρατηγικές υποδομές περνάνε στον έλεγχο της Κίνας είτε βάσει των συμβάσεων είτε εξ ανάγκης, όταν τα κράτη- ιδίως στην Ασία ή την Αφρική- αδυνατούν να αποπληρώσουν τις δανειακές οφειλές τους στην Κίνα, παραχωρούν τις εθνικές τους υποδομές (βλ. περίπτωση Σρι Λάνκα).

Στη συνέχεια, προκύπτει το ερώτημα σε τι βαθμό επηρεάζει η Κίνα τις πολιτικές αποφάσεις των ευρωπαϊκών κρατών που συνεργάζεται. Τον Ιούνη του 2017 η Ελλάδα έθεσε φραγμό στη δήλωση της ΕΕ στο Συμβούλιο του ΟΗΕ για τα ανθρώπινα δικαιώματα- για πρώτη φορά στην ιστορία (!)- που ασκούσε κριτική στην Κίνα αναφορικά με το σεβασμό των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Τον Μάρτη του ’17 η Ουγγαρία, ομοίως, αρνήθηκε να υπογράψει κοινή επιστολή καταγγελίας για βασανιστήρια δικηγόρων κρατουμένων στην Κίνα, ενώ τον Ιούλιο του ’16 Ουγγαρία και Ελλάδα ήταν κατά κάθε αναφοράς προς την Κίνα σε δήλωση της ΕΕ αναφορικά με την απόφαση του Μόνιμου Διαιτητικού Δικαστηρίου της Χάγης για την Υπόθεση της Νότιας Σινικής Θάλασσας.

Σίγουρα, η αλλαγή στάσης των χωρών αυτών απέναντι στην Κίνα στα διεθνή φόρα δεν είναι άσχετη με τις εμπορικές σχέσεις που έχουν συνάψει, εντούτοις, θα ήταν υπερβολή και είναι αμφίβολο το κατά πόσο υπάρχει αιτιώδης σχέση στη σύναψη σχέσεων με την Κίνα και στην έμμεση αλλαγή στάσης τους. Αδιαμφισβήτητα, οι χώρες έχουν λάβει υπόψη τις διμερείς συμφωνίες, η συμπεριφορά τους, όμως, διενεργείται με γνώμονα περισσότερο το εθνικό συμφέρον και την εθνική στρατηγική, παρά μια κινεζική μόχλευση και επιρροή.

Έτσι, σε σχέση με το ερώτημα αν η Κίνα ασκεί μόχλευση επί των κρατών της Κεντρικής, Ανατολικής και Νοτιοανατολικής Ευρώπης, προκειμένου η απάντηση να είναι καταφατική, θα πρέπειπρωτίστως η Κίνα να έχει την ικανότητα να αποσύρει αγαθά που τα υπόλοιπα μέρη έχουν ανάγκη, δεύτερο, να έχει τη στρατηγική πρόθεση να το κάνει και, τρίτο, να ενεργεί σε ένα τέτοιο πλαίσιο που θα επέτρεπε την υποκίνηση να λάβει χώρα. Εντούτοις, δεδομένου ότι, ακόμα, δεν παρέχει τα ζωτικά οικονομικά, πολιτικά και οφέλη ασφάλειας ούτε έχει αναπτύξει ένα κανονιστικό πλαίσιο στη βάση δικών της ιδεών, αξιών και θεσμών- μέσω των οποίων θα προωθεί την ήπια ισχύ της- ένα κινεζικό μοντέλο ζωής, το οποίο θα αποτελεί τη νομιμοποιητική βάση για την κάθε πολιτική πράξη, δεν δύναται να ειπωθεί ότι ασκεί την καθοριστική επιρροή στις επιλογές των κρατών αυτών. Τα ευρωπαϊκά κράτη- ακόμα και τα μη μέλη της ΕΕ- ελκύονται ακόμη από τις ιδέες και τους θεσμούς της Δύσης- το δυτικό πρότυπο ζωής- και επιθυμούν να οργανώνονται πολιτικά στη βάση αυτή.

Συνεπώς, είναι πιο σωστό να ειπωθεί ότι η συνεργασία με την Κίνα φαίνεται συμβατή για τα κράτη αυτά με την ιδιότητά τους ως κράτη μέλη της Ένωσης- ή δυνάμει μέλη- και όχι ως μια εναλλακτική αυτού. Και αυτό, παρά την διαιρεμένη στάση που έχουν επιδείξει τα κράτη της ΕΕ, αποτελεί και μια απάντηση για τους φόβους της Ευρώπης αναφορικά με την κινεζική διείσδυση. Είναι μάλλον μια λειτουργική παρά μια πρόκληση που απειλεί τα θεμέλια της Ένωσης.

Συγχρόνως, τρεις προκλήσεις παραμένουν για την Κίνα και επισκιάζουν το εγχείρημα του BRI:

Α) η χρηματοοικονομική βιωσιμότητα, λαμβάνοντας υπόψη τις περιορισμένες πηγές χρηματοδότησής της και το υπέρογκο μη χρηματοοικονομικό χρέος της (253% του ΑΕΠ (!) ) και δεδομένου ότι η υλοποίηση των έργων σε Ευρώπη, Ασία και Αφρική απαιτεί βάσει υπολογισμών περίπου 1,7 τρισεκατομμύρια δολάρια ετησίως.

Β) Νομικοί και κανονιστικοί κίνδυνοι, λαμβανομένου υπόψη της απουσία ενός ομοιόμορφου κανονιστικού πλαισίου μεταξύ των χωρών με διαφορετικά νομικά καθεστώτα, γεγονός που αυξάνει την αβεβαιότητα και την πολυπλοκότητα στο εμπόριο και τις επενδύσεις.

Γ) Πολιτικοί κίνδυνοι, δεδομένων των εντάσεων μεταξύ συμμετεχόντων του BRI, όπως πχ Σαουδική Αραβία- Ιράν ή Ινδία- Πακιστάν, που υπονομεύουν την σταθερότητα και την ομαλή υλοποίηση των προγραμμάτων, αλλά και, φυσικά, δεδομένων των ανταγωνισμών ισχύος και επιρροής της ίδιας της Κίνας με τις ΗΠΑ.

Συμπερασματικά, είναι εύλογο να τεθούν τα εξής ερωτήματα: ποια θα είναι η σημασία και η επιρροή του «BeltandRoadInitiative» στην Ευρώπη και στον κόσμο; Δύναται να διαδραματίσει τον ρόλο του σχεδίου Marshall των ΗΠΑ; Είναι εν τέλει ένα σχέδιο που μέλλεται να αλλάξει τις ισορροπίες στον κόσμο και δη να απειλήσει τις υφιστάμενες πολιτικές, θεσμικές και οικονομικές δομές (statusquo) και την αμερικανική πρωτοκαθεδρία ή είναι δυνατό να είναι συμβατή με αυτήν; Σίγουρα, η ιστορία είναι ο γνωμικός που θα δώσει τις αδιάψευστες απαντήσεις σε σχέση με την άνοδο της Κίνας, τις προεκτάσεις αυτής και τους περιορισμούς της.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Beltandroad.news. (2019). Oceania - Belt and Road News. [online] Available at: [Accessed 22 Apr. 2019].

Garcia, A. and Hirst, P. (2018). China’s Belt and Road Initiative and its two Latin American gateways | Lexology. [online] Lexology.com. Available at: [Accessed 22 Apr. 2019].

Hart-Landsberg, M. 2018. China’s Impressive Economic Growth. A Critical Look at China’s Belt and Road Initiative - Global Research. [online] Global Research. Available at [Accessed 22 Apr. 2019 12:33]

 

Hillman, J. (2018). How Big Is China’s Belt and Road?. [online] Csis.org. Available at: [Accessed 22 Apr. 2019].

Islam, M. (2019). Year of the Pig: Can China’s Belt and Road Initiative save the world from a mud fight?. [online] Eulerhermes.com. Available at: [Accessed 22 Apr. 2019].

Paris-europlace.net. (2015). The RMB Internationalisation: Paris, a Hub for Europe. [online] Available at: [Accessed 22 Apr. 2019].

 

1 Η πορεία είναι κυρίως μίας κατεύθυνσης, ήτοι από Κίνα προς Ευρώπη, δεδομένου ότι οι ευρωπαϊκές εξαγωγές στην Κίνα είναι εκ των πραγμάτων αρκετά χαμηλότερες εξαιτίας της χαμηλότερης ζήτησης από μεριάς Κίνας, των απαγορεύσεων της Ρωσίας για μεταφορά
ευρωπαϊκών αγαθών στο έδαφός της είτε εξαιτίας των εμπορικών φραγμών που θέτει η ίδια η Κίνα.
2 Θα πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη ότι η Κίνα έχει συνάψει συνεργασία με τις δυτικές Ευρωπαϊκές χώρες σε projects του BRI και σε τρίτες χώρες- πλην Ευρώπης- στην Ασία, την Αφρική και τη Λατινική Αμερική. Με τη Γαλλία, για παράδειγμα, συνεργάζεται στη γαλλόφωνη Αφρική, με την Ισπανία στις ισπανόφωνες χώρες της Λατινικής Αμερικής, με την Πορτογαλία σε πορτογαλόφωνες χώρες της Αφρικής και τη Βραζιλία.
1Η Ελλάδα έγινε το νέο μέλος της εν λόγω πρωτοβουλίας συμμετέχοντας στην τελευταία σύνοδο κορυφής στο Πεκίνο στις 27 Απριλίου, καθιστώντας πλέον την πλατφόρμα σε «17+1». Η χώρα αποσκοπεί, βεβαίως σε διπλωματικά και οικονομικά οφέλη. Bλ. στο
1 Έχει πλέον πραγματοποιήσει διασυνδέσεις επίσης με χώρες της Λατινικής Αμερικής και της Ωκεανίας. Για περισσότερα στοιχεία βλέπε εδώ & εδώ