ΤΟ BLOG
15/11/2020 08:16 EET | Updated 15/11/2020 08:16 EET

Οπλισμός στο Αιγαίο

Επειδή κανείς δεν μπορεί να προβλέψει πότε θα γίνει και πόσο δυνατός θα είναι ο επόμενος σεισμός, καλό είναι να μην παίζουμε με την αντισεισμική προστασία των κτιρίων.

Eurokinissi
Εικόνες καταστροφής από τον καταστροφικό σεισμό των 6,7 ρίχτερ στην Σάμο. Σάββατο 31 Οκτωβρίου 2020

Την Ελλάδα την ξέρουμε ως σεισμογενή χώρα και όχι άδικα. Στον παγκόσμιο χάρτη, που ανανεώνει διαρκώς η ιστοσελίδα της αμερικανικής κυβερνητικής υπηρεσίας γεωλογικών ερευνών USGS, βλέπουμε τη γνωστή θέση της Ελλάδας στα όρια των λιθοσφαιρικών πλακών, σχετικά κοντά στα οποία εντοπίζονται συνήθως τα επίκεντρα των σεισμών. Παρόλο που αυτή η μικρή γωνιά της ανατολικής Μεσογείου (ή ακριβέστερα το τόξο, στρογγυλεμένο μεταξύ Ιονίου και νοτίου Αιγαίου) δεν παρουσιάζει ούτε τη σεισμική συχνότητα ούτε τα μεγέθη τόπων όπως η Ινδονησία και η Ιαπωνία, δεν λείπουν σχεδόν από καμία χρονιά οι σεισμοί άνω των 6 «Ρίχτερ» - και δεν υπάρχει νομός της Ελλάδας που να μην έχει το δικό του ιστορικό δονήσεων αλλά και καταστροφών. 

Το μέγεθος του σαμιακού σεισμού δεν ήταν καθόλου αμελητέο...ίσως είναι ο μεγαλύτερος σεισμός των τελευταίων 50 ετών στον ελληνικό χώρο και ένας από τους 10-15 σοβαρότερους της σύγχρονης ιστορίας μας.

Το ότι μάθαμε να ζούμε με τους σεισμούς – όπως μας προέτρεπαν οι Αρχές το 1978-1981 που χτυπήθηκαν διαδοχικά οι δύο μεγαλύτερες πόλεις μας από τον Εγκέλαδο – φαίνεται από πολλά και κυρίως από την αντοχή που δείχνουν σε γενικές γραμμές κτίρια και υποδομές, όπως και τον σχετικά μικρό αριθμό θυμάτων. Οι εύκολες συγκρίσεις βέβαια είναι απατηλές, όπως αυτές που έγιναν με τους γείτονες στο πρόσφατο γεγονός, στις οποίες δεν φαίνεται να λαμβάνεται επαρκώς υπόψη ότι η Σμύρνη των τριών εκατομμυρίων έχει εκατονταπλάσιο πληθυσμό από το νησί της Σάμου, καθώς και πάμπολλες πολυκατοικίες, που λόγω ύψους κινδυνεύουν περισσότερο από τα τυπικά διώροφα του ακριτικού μας τόπου.

Το μέγεθος του σαμιακού σεισμού δεν ήταν καθόλου αμελητέο. Ακόμη κι αν υιοθετήσει κανείς το μικρότερο νούμερο που δίνει το αστεροσκοπείο κι όχι το 7άρι του USGS (επιστημονικές εκτιμήσεις είναι αυτές και διαφέρουν, το θυμόμαστε κι από την εποχή της Ουψάλα[ς]), δεν παύει να είναι ίσως ο μεγαλύτερος σεισμός των τελευταίων 50 ετών στον ελληνικό χώρο και ένας από τους 10-15 σοβαρότερους της σύγχρονης ιστορίας μας. Παρόμοιος αλλά με λίγο νοτιότερο επίκεντρο (στη στεριά) ήταν αυτός του 1904, που δείχνει ότι η Σάμος και ακριβέστερα το ρήγμα στον κόλπο της Εφέσου, παρόλο που δεν είναι Κεφαλονιά και Ζάκυνθος, ωστόσο έχει το δικό της σοβαρό ιστορικό. 

Eurokinissi
Εικόνες καταστροφής από τον καταστροφικό σεισμό των 6,7 ρίχτερ στην Σάμο. Σάββατο 31 Οκτωβρίου 2020

 

Το μέγεθος (όπως και αλλού) έχει τη σημασία του αλλά δεν είναι το παν. Παίζει ρόλο και το λεγόμενο εστιακό βάθος όπως και η κατεύθυνση στην οποία θα διοχετευτεί η ενέργεια. Συχνά στα τεχνικά έργα είμαστε υποχρεωμένοι να εκλαϊκεύσουμε λέγοντας ότι η τάδε γέφυρα «αντέχει σεισμό τόσου μεγέθους», κάτι που τεχνικά δεν έχει μεγάλο νόημα. Το μέγεθος είναι μια λογαριθμική συνάρτηση της εκλυόμενης ενέργειας: όσο πιο μεγάλο το βάθος και η απόσταση, τόσο μεγαλύτερο και το ποσοστό της ενέργειας που δεν θα επηρεάσει το σημείο ενδιαφέροντος. Για το λόγο αυτό υπάρχουν και άλλα αριθμητικά μεγέθη που είναι πιο κατάλληλα για να μετρήσουν τις συνέπειες της δόνησης.

Η κλίμακα Μερκάλι είναι ένας χρήσιμος μπούσουλας για να αξιολογηθεί το αποτέλεσμα του σεισμού. Προσωπικά θεωρώ «σοβαρές» τις δονήσεις των πέντε βαθμών Μερκάλι και άνω: όταν αρχίζουν να πέφτουν αντικείμενα από ράφια ή αλλού είναι μια ένδειξη ότι κάτι συμβαίνει πέρα από το σύνηθες και ανώδυνο.

Στα 7 με 9 Μερκάλι που παρατηρήθηκαν στο ανατολικό Αιγαίο κινδυνεύουν ακόμη και τα «μέσα» ή τα καλά σχεδιασμένα κτίρια.

Το έδαφος παίζει κι αυτό το ρόλο του, πέρα από την ποιότητα ή και παλαιότητα των κατασκευών. Θα θυμούνται πολλοί από τον αθηναϊκό σεισμό του 1999 τα ιδιαίτερα προβλήματα δίπλα στον Κηφισό και Ιλισό καθώς και σε μια περιοχή ονόματι Λίμνη στα Λιόσια – φαινόμενα που παρατηρήθηκαν και φέτος: οι δύο έφηβοι στη Σάμο σκοτώθηκαν από κατάρρευση σπιτιών δίπλα στο λεγόμενο «Γεφυράκι» (ένα από τα καλυμμένα σήμερα ρέματα), ενώ και στο σμυρναίικο Μπαϊρακλί τα κακά εδάφη αποδίδονται στις προσχώσεις από τον ομηρικό Μέλητα ποταμό που εκβάλλει εκεί κοντά.

 

ASSOCIATED PRESS
Σμύρνη - Κατεστραμμένη πολυκατοικία από τον σεισμό της 31ης Οκτωβρίου 2020

 

Ίσως ακόμη πιο πρακτικό μέτρο είναι οι επιταχύνσεις, που εκφράζονται ως ποσοστό της επιτάχυνσης βαρύτητας (g) και χρησιμοποιούνται στον αντισεισμικό σχεδιασμό κτιρίων. Είναι χρήσιμο να έχουμε υπόψη μας, χωρίς απαραίτητα να είμαστε μηχανικοί, ότι στον υπολογισμό της στατικής επάρκειας το κρισιμότερο μέγεθος δεν είναι ούτε το «ίδιο βάρος» του κτιρίου ούτε το κινητό φορτίο που θα του επιβάλουμε: είναι οι κατακόρυφες και κυρίως οριζόντιες (δηλ. άλλης διεύθυνσης από τις βαρυτικές) δυνάμεις που θα δεχτεί ένα κτίριο αν και εφόσον χτυπηθεί από τον σεισμό. Αν δεν υπήρχε ο σεισμός θα ήταν ενδεχομένως (και απλοποιητικά μιλώντας) αρκετό το σκυρόδεμα μόνο του στις κολώνες – καθώς μπορεί να αντέξει τη συμπίεση – και με τα σίδερα του οπλισμού στα δοκάρια και τις πλάκες (για να παραλαμβάνει το τέντωμα ή «εφελκυσμό» της κάμψης).

 

Eπειδή κανείς δεν μπορεί να προβλέψει πότε θα γίνει και πόσο δυνατός θα είναι ο επόμενος σεισμός σε έναν τόπο, καλό είναι να μην παίζουμε με την αντισεισμική προστασία είτε των καινούργιων και νομότυπων κτιρίων είτε -το δυσκολότερο ενίοτε- των παλιότερων ή όσων «καλώς» ή κακώς έγιναν με κάποιου είδους αυθαιρεσία.

 

Ο αγαπητός μας καθηγητής όμως στο Πολυτεχνείο δεν παρέλειπε να επαναλάβει την επωδό: «όταν έρθει ο σεισμός...», τότε όλα τα δεδομένα αλλάζουν. Αυτός είναι και ένας βασικός λόγος που μπαίνουν τα «τσέρκια» (σίδερα που τυλίγουν τις κολώνες και τα δοκάρια) και που πάση θυσία, ακόμη κι αν κάποιες ρωγμές είναι ανεκτές, πρέπει να αποφεύγεται η «ψαθυρή θραύση», ο θρυμματισμός δηλαδή ή οι τρομακτικές, λοξές διατμητικές ρωγμές.

Το «ωπλισμένο» σκυρόδεμα, που πάντα μου άρεσε να το γράφω με το παλιομοδίτικο ωμέγα, είναι μια τεχνική με ρίζες στις κονίες της αρχαιοελληνικής και ρωμαϊκής εποχής, βελτιωμένη με τις καθοριστικές καινοτομίες (προσθήκη χάλυβα) που ξεκίνησαν από τις αναπτυγμένες χώρες του 19ου αιώνα και καθιερώθηκαν τον 20ο, καθιστώντας εγχειρίδια όπως το γερμανικό Beton-Kalender απαραίτητα βοηθήματα για τον τεχνικό κόσμο. Τη μπετονιέρα και το προϊόν της (άσχετα με τα όσα μάθαμε στις σχολικές εκθέσεις ιδεών για την «τσιμεντούπολη») δεν τα «κατηγοράμε»: το αρμονικό μίγμα τσιμέντου και χάλυβα κάνει συχνά τη διαφορά ανάμεσα στο κτίριο που αντέχει και το φαινομενικά όμοιο που πλήττεται. Το κεφάλι μας στα τεχνικά έργα και στη ζωή γενικά δεν μπορούμε να το έχουμε ήσυχο: τα πάντα είναι θέμα πιθανοτήτων αυξημένων ή μειωμένων, όχι απόλυτης βεβαιότητας. Για τον λόγο αυτό, κι επειδή κανείς δεν μπορεί να προβλέψει πότε θα γίνει και πόσο δυνατός θα είναι ο επόμενος σεισμός σε έναν τόπο (όποιος υπονοεί ότι προβλέπει, εκφράζεται με μια δόση εντυπωσιοθηρίας αν όχι τσαρλατανισμού), καλό είναι να μην παίζουμε με την αντισεισμική προστασία είτε των καινούργιων και νομότυπων κτιρίων είτε -το δυσκολότερο ενίοτε- των παλιότερων ή όσων «καλώς» ή κακώς έγιναν με κάποιου είδους αυθαιρεσία. Η οποία, κακά τα ψέματα, δεν περιορίζεται στην «απέναντι» ακτή του Αιγαίου και στα γκετζέκοντου, τα πάμπολλα κτίρια που ξεφύτρωσαν «νύχτα» στις εκεί μεγαλουπόλεις.