Ωρα για ελληνική έξοδο από τις συμπληγάδες της άκριτης ξενομανίας και ξενοφοβίας

Ο δρ. Παναγιώτης Ροΐλός, καθηγητής Ελληνικών Σπουδών, κάτοχος της Εδρας Γ. Σεφέρη στο Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ, μιλά στην HuffPost.
Ο Παναγιώτης Ροϊλός
Ο Παναγιώτης Ροϊλός
Παναγιώτης Ροϊλός

Ηταν το1828, όταν ο Αλέξανδρος Νέγρης, ανιψιός του Δημητρίου και Αλέξανδρου Υψηλάντη, ήρθε στην Βοστώνη για να εκδώσει τον επόμενο χρόνο την “Grammar of the Modern Greek Language” (Συνοπτική της απλοελληνικής διαλέκτου γραμματική). Από τότε - και προτού καλά καλά η χώρα μας αναγνωριστεί με επίσημη και διεθνή πράξη ως ανεξάρτητο κράτος - διδάχτηκε για πρώτη φορά η γλώσσα της νεότερης Ελλάδας στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ.

Και μπορεί ο Αλέξανδρος Νέγρης πολύ σύντομα να έφυγε για το Κονέτικατ και μετά πήγε στο Άμστερνταμ και στο Εδιμβούργο, η συγκεκριμένη ακαδημαϊκή κοινότητα, ωστόσο, είχε την τύχη να γνωρίσει διαδόχους του όπως ο Ευαγγελινός Αποστολίδης Σοφοκλής, ο οποίος άρχισε να διδάσκει στο Χάρβαρντ το 1842, ή ο Αριστείδης Φουτρίδης, μεταφραστής του Κωστή Παλαμά, που ήταν λέκτορας στο Τμήμα Κλασσικών Σπουδών στην δεύτερη δεκαετία του 20ου αιώνα.

Οι παραπάνω είχαν την ακανθώδη αποστολή να συστήσουν στο διεθνές κοινό τον σύγχρονο πολιτισμό μιας χώρας που στο φαντασιακό των περισσότερων στο εξωτερικό συνδέεται ως επί το πλείστον με το ένδοξο κλασικό παρελθόν της.

Εργο που οπωσδήποτε σε κάποιο βαθμό διευκόλυνε η η ίδρυση της Έδρας Γιώργου Σεφέρη το 1977 δίνοντας ιδιαίτερη ώθηση στην συστηματική μελέτη και έρευνα για τον νεότερο ελληνισμό στο Χάρβαρντ, παραμένει, ωστόσο, ένας «συνεχής αγώνας», όπως ομολογεί στην αποκλειστική συνέντευξη που παραχώρησε στην HuffPost o δρ. Παναγιώτης Ροϊλός.

Συνεχιστής μιας βαριάς κληρονομιάς ο δρ. Ροϊλός, καθηγητής Ελληνικών Σπουδών, κάτοχος της Εδρας Γ. Σεφέρη στο Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ, της παλιότερης επώνυμης πανεπιστημιακής Εδρας νεοελληνικών σπουδών στον κόσμο, μας μίλησε, μεταξύ άλλων, για το «βαρίδιο» του κλασσικού παρελθόντος αλλά και για την επιβίωση των ανθρωπιστικών σπουδών την εποχή της τεχνολογίας.

Αφορμή αποτέλεσε η 50η επέτειος του θανάτου του Γιώργου Σεφέρη και η εκδήλωση «George Seferis among the Asphodels» («Ο Γιώργος Σεφέρης ανάμεσα στους ασφόδελους») που πρόσφατα διοργανώθηκε με πρωτοβουλία της Εδρας Σεφέρης σε αγαστή συνεργασία με το Γενικό Προξενείο της Ελλάδας στην Βοστώνη και τον Πρόξενο, κ. Στράτο Ευθυμίου.

Γιώργος Σεφέρης
Γιώργος Σεφέρης
Eurokinissi

-Η ομιλία σας στην εκδήλωση με αφορμή την 50η επέτειο του θανάτου του πρώτου Έλληνα ποιητή στον οποίο απονεμήθηκε το βραβείο Νόμπελ από την Έδρα Ελληνικών Σπουδών «Γιώργος Σεφέρης« του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ και του Γενικού Προξενείου της Ελλάδας στη Βοστώνη έχει τίτλο “George Seferis in the Underworld: Reading Seferis with Heaney” (Γιώργος Σεφέρης στον κάτω κόσμο: Διαβάζοντας Σεφέρη με τον Χίνι). Από που αντλήθηκε η έμπνευση;

Ο Σέιμους Χίνι έχει γράψει ένα αρκετά ενδιαφέρον ποίημα με τον τίτλο “To George Seferis in the Underworld”. Πρόκειται για το επιστέγασμα της σταδιακής εξοικείωσής του με το έργο του Σεφέρη, η οποία ξεκίνησε τα τέλη του 1999, όταν τον προσκάλεσα να δώσει την κεντρική ομιλία στο Χάρβαρντ με την ευκαιρία της 100ης επετείου από την γέννηση του Σεφέρη το 2000.

Στην αρχή ήταν διστακτικός, διότι, αν και γνώριζε ποιος ήταν ο Σεφέρης (ήταν κι αυτός νομπελίστας!), δεν είχε μέχρι τότε ιδιαίτερη επαφή με την ποίησή του. Πείσθηκε να δεχθεί την πρόσκλησή μου, όταν του υποσχέθηκα ότι με χαρά θα τον βοηθούσα να προσπελάσει την όχι σπάνια κρυπτική και άκρως υπαινικτική (όσον αφορά στην διακειμενικότητα αλλά και στην συχνά συμβολικά επενδεδυμένη αναφορικότητά της σε σύγχρονες πολιτικές και ιστορικές καταστάσεις) ποίηση του Σεφέρη.

Για πολλές ώρες συζητούσαμε το έργο του Σεφέρη αλλά και πτυχές της δράσης του ως διπλωμάτη, κυρίως στα χρόνια των μεγάλων εντάσεων στην Κύπρο στα τέλη της δεκαετίας του 1950, καθώς και την ιστορία της «σιωπής» του τα δύο πρώτα χρόνια της δικτατορίας, που έσπασε πρώτα με την σαφέστατη δήλωσή του εναντίον της δικτατορίας στις 28 Μαρτίου του 1969 στο BBC και ύστερα, δύο χρόνια αργότερα (στις 31 Μαρτίου του 1971), με την σύνθεση τού «Επί ασπαλάθων».

Στις 24 Οκτωβρίου του 2000 ο Σέιμους Χίνι έδωσε μία οξυδερκέστατη διάλεξη για τον Σεφέρη στην κατάμεστη μεγάλη αίθουσα του Κέντρου Ανθρωπιστικών Σπουδών του Χάρβαρντ, την οποία παρακολούθησαν πλήθος καθηγητών και φοιτητών του συγκεκριμένου Πανεπιστημίου και άνθρωποι από την ευρύτερη περιοχή. Ένα από τα κεντρικά σημεία της ομιλίας του ήταν η αγωνία εξισορρόπησης, στο έργο μεγάλων ποιητών όπως ο Σεφέρης ή ο Τσέσλαφ Μίλος (ο Χίνι υπονοούσε και τον εαυτό του) της επιθυμία τους να παραμείνουν πιστοί στις επιταγές και τις προτεραιότητες της τέχνης τους, από τη μια, και της ανάγκης να μην μείνουν αμέτοχοι στα συγκαιρινά τους πολιτικά/ιστορικά τεκταινόμενα, από την άλλη.

Πέρα από την συμβολική λειτουργία της (ο σημαντικότερος ίσως και γνωστότερος ποιητής της αγγλόφωνης ποίησης την περίοδο εκείνη μιλούσε σε ένα τόσο εκλεκτό κοινό για έναν σπουδαίο Έλληνα ποιητή), η ομιλία του Σέιμους, που είχε τον τίτλο «Φόρος τιμής στον Σεφέρη» (Homage to Seferis), είχε και ουσιαστική αξία: έκανε ευρύτερα γνωστό τον Έλληνα νομπελίστα ποιητή, για το έργο του οποίου μόνο ελάχιστοι στο συγκεκριμένο εκείνο ακροατήριο θα είχαν ακούσει ή ενδιαφερθεί ενεργά μέχρι τότε.

Κάποιους μήνες αργότερα, ο Σέιμους μου έστειλε ένα χειρόγραφό του: ήταν το συγκεκριμένο ποίημά του για τον Σεφέρη, το οποίο θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί και ως ένα ποιητικό συμπλήρωμα στην διάλεξή του εκείνη για τον Σεφέρη, αλλά και στο «Επί ασπαλάθων» του τελευταίου.

Ήταν εκείνη την περίοδο, το 1999, που αναπτύξαμε μία διανοητική φιλία με τον Σέιμους Χίνι. Όταν βρισκόμασταν, μιλούσαμε για την ποίηση, τον Όμηρο, τους τραγικούς, τον Έλιοτ, τον Καβάφη, τον Δάντη και βέβαια και το δικό του έργο. Ήταν σπάνιος άνθρωπος. Από τους ουσιαστικότερους και σεμνότερους που είχα την χαρά να συνομιλήσω. Μπορούσε να διακρίνει την αξία, την αυθεντικότητα, πίσω από τα επιφαινόμενα. Πρόκειται για στάση ζωής που δεν απαιτεί μόνο ευφυΐα: προϋποθέτει και ανάταση ηθική.

“Πέρα από την συμβολική λειτουργία της (ο σημαντικότερος ίσως και γνωστότερος ποιητής της αγγλόφωνης ποίησης την περίοδο εκείνη μιλούσε σε ένα τόσο εκλεκτό κοινό για έναν σπουδαίο Έλληνα ποιητή), η ομιλία του Σέιμους, που είχε τον τίτλο «Φόρος τιμής στον Σεφέρη» (Homage to Seferis), είχε και ουσιαστική αξία: έκανε ευρύτερα γνωστό τον Έλληνα νομπελίστα ποιητή, για το έργο του οποίου μόνο ελάχιστοι στο συγκεκριμένο εκείνο ακροατήριο θα είχαν ακούσει ή ενδιαφερθεί ενεργά μέχρι τότε.”

- Αποδείχτηκε δύσκολη - και σε ποιο βαθμό - η διαδικασία εξοικείωσης του Σέιμους Χίνι με την ποίηση του Γιώργου Σεφέρη με την δική σας «μεσολάβηση»;

Δεν ήταν δύσκολη αυτή η διαδικασία. Οι συζητήσεις μας είχαν έναν σπάνιο ενθουσιασμό, θα τολμούσα να πω όχι μόνο από την δική μου πλευρά. Όπως είναι αναμενόμενο, εγώ, ως νεαρός Επίκουρος Καθηγητής τότε, χαιρόμουν πολύ που είχα την σπάνια ευκαιρία να συνομιλώ με έναν ποιητή του μεγέθους του Σέιμους. Αλλά έβλεπα ότι και αυτός, παρόλη την χρονική πίεση, αισθανόταν χαρά που μάθαινε και καταλάβαινε την ποίηση του Σεφέρη ή αναστοχαζόταν και κάποιους από τους αρχαίους, τον Όμηρο ή τον Σοφοκλή, μέσα από τις συνομιλίες μας. Του άρεσε να ακούει τον ρυθμό των ποιημάτων του Σεφέρη στην γλώσσα τους την αρχική, τα ελληνικά. Μέσω του ρυθμού ένιωθε και την εν γένει εκφραστικότητα του κειμένου, την αισθητική του αποτελεσματικότητα. Αυτός ήταν ο κύριος λόγος που επέμενε στην εκδήλωση του 2000 για τον Σεφέρη μετά την ομιλία του να διαβάσουμε ποιήματα του Έλληνα νομπελίστα, αυτός στα αγγλικά (στις μεταφράσεις του Rex Warner, που προτιμούσε) και εγώ στο πρωτότυπο.

- Θα διακρίνατε κάποιο συνεκτικό νήμα στην ποίηση του Σέιμους Χίνι και του Γιώργου Σεφέρη;

Πρόκειται για ποιητές με αρκετές διαφορές. Συχνά στο έργο του ο Χίνι εκφράζει μία σχεδόν απτική σχέση με την φύση, με τον μόχθο που συνεπάγεται η φροντίδα και η προσπάθεια τρυφερής, θα έλεγε κανείς, προσαρμογής της στις ανάγκες του ανθρώπου, αυτό που στα αγγλικά συνυποδηλώνεται με έναν όρο o ο οποίος δεν μπορεί να αποδοθεί στα ελληνικά: “husbandry”. Ο σύνδεσμος αυτός ανθρώπου και περιβάλλοντος χώρου, αντικειμένων, φύσης, παίρνει κάποτε στο έργο του διαστάσεις μίας σχεδόν αισθησιακής συνεύρεσης. Στον Σεφέρη υπάρχει μία σχετική αποστασιοποίηση από την παρουσία της καθημερινότητας. Ωστόσο, υπάρχουν αξιοπρόσεκτες εκλεκτικές συγγένειες ανάμεσα στους δύο ποιητές. Η εγρήγορσή τους σχετικά με τα συμβάντα του καιρού τους είναι ένα σημαντικό κοινό τους σημείο. Ένα άλλο είναι το ότι αρκετά συχνά προσεγγίζουν την γλώσσα τους, κυρίως παλαιότερους ή λησμονημένους όρους ή φράσεις, ως συμπυκνωμένες αποτυπώσεις ιστορικής και πολιτισμικής μνήμης, ως ένα είδος, θα έλεγα, «μυθημάτων». Όπως, για παράδειγμα, στο ποίημα του Χίνι “To George Seferis in the Underworld” ο διαλεκτικός όρος sheggans , που δεν χρησιμοποιείται στην κοινή αγγλική και που ανάγεται στο κείμενο σε ένα είδος «διαλεκτικής λεπίδας» (“dialect blade”). Ή οι «κολόκες» ή το «δεν ξέροντας» του Σεφέρη, που φέρνουν μνήμες από την Κύπρο ή τον κόσμο του Ερωτόκριτου. Λέξεις/φράσεις-μυθήματα.

“Ο Σέιμους Χίνι ήταν πραγματικός φιλέλληνας, χωρίς ιδιοτέλεια, χωρίς, δηλαδή, να περιμένει ότι αυτή του η σχέση με καθετί ελληνικό θα έπρεπε να του εξαργυρωθεί.”

- Ποια ήταν η σχέση του Χίνι με την Ελλάδα;

Ο Χίνι αγαπούσε πολύ την Ελλάδα. Την είχε επισκεφθεί και ήταν πραγματικός φιλέλληνας, χωρίς ιδιοτέλεια, χωρίς, δηλαδή, να περιμένει ότι αυτή του η σχέση με καθετί ελληνικό θα έπρεπε να του εξαργυρωθεί. Δεν είναι πάντοτε όλοι οι «φιλέλληνες» έτσι, κυρίως εκείνοι που αυτοχαρακτηρίζονται ως τέτοιοι. Η αισθητική βίωση του ελληνικού τοπίου από τον Χίνι αλλά και της πολιτισμικής μνήμης που αυτό του προκαλούσε καταγράφεται με λυρικό αισθησιασμό στα «Σονέτα του από την Ελλάδα». Όπως έχω γράψει αλλού για ένα από τα κείμενα αυτά, «Το πρώτο από τα ‘Σονέτα’ του από την Ελλάδα’ είναι αφιερωμένο στην Αρκαδία. Μέσω μίας γλώσσας και εικονοποιΐας που συνδυάζει το αισθησιακά γήινο με το συγκρατημένα υπερβατικό, κατασκευάζει ένα τοπίο όπου διαχρονικοί ποιητικοί περί Αρκαδίας τόποι συναιρούνται σε μία δυναμική σύνθεση εστιασμένη στο παρόν, με όλη του την καθημερινή αμεσότητα, η οποία, εν τέλει, μεταμορφώνεται σε φορέα μεταφυσικής σχεδόν ενέργειας: ο σωρός των μήλων που πέφτουν από ένα φορτηγό και καταλήγουν στις ρόδες του αυτοκινήτου με το οποίο διασχίζει τους αρκαδικούς δρόμους ο αφηγητής (αναπάντεχη ‘ευοίωνη’ προσφορά, ο ‘καιρός’ της οποίας στην εκτός κειμένου πραγματικότητα συμπίπτει με την στιγμή ανακοίνωσης της βράβευσης του ποιητή με το Νόμπελ), αρχετυπικές (σχεδόν ησιόδειες) τεχνικές άρδευσης, ένας αιγοβοσκός—εικόνες συντονισμένες σε μία σύγχρονη (αντι-)‘εκλογή’, που καμία μετάφραση δεν μπορεί να αποδώσει σε όλη της την δυναμικότητα».

“Στο φαντασιακό των περισσότερων στο εξωτερικό η Ελλάδα συνδέεται ως επί το πλείστον με το κλασικό παρελθόν της. Όσα γνωρίζουν για την μεσαιωνική Ελλάδα, το Βυζάντιο, ή την νεότερη είναι πολύ λιγότερα.”

- Πόσο δύσκολο έργο είναι η προώθηση του νεότερου πολιτισμού μιας χώρας που στην συλλογική συνείδηση διεθνώς έχει συνδεθεί άρρηκτα με το αρχαίο κλασικό παρελθόν της όπως η Ελλάδα;

Πρόκειται για έναν συνεχή αγώνα. Όπως ορθά επισημαίνετε, στο φαντασιακό των περισσότερων στο εξωτερικό η Ελλάδα συνδέεται ως επί το πλείστον με το κλασικό παρελθόν της. Όσα γνωρίζουν για την μεσαιωνική Ελλάδα, το Βυζάντιο, ή την νεότερη είναι πολύ λιγότερα. Απαιτείται πολύ περισσότερη προσπάθεια για να αναδείξεις, επί παραδείγματι, την σημασία της Κρητικής Αναγέννησης, της Ελληνικής Επανάστασης, του Σεφέρη, του Ελύτη, από ό,τι του Ομήρου. Στο Χάρβαρντ έχω την τύχη να είμαι Καθηγητής στο Τμήμα Κλασσικών Σπουδών και στο Τμήμα Συγκριτικής Γραμματολογίας, καθώς επίσης και στο Πρόγραμμα Μεσαιωνικών Σπουδών και στο Πρόγραμμα Εθνολογίας και Μυθολογίας, αλλά και Διδακτικός/Ερευνητικός Εταίρος στο σημαντικό Κέντρο Διεθνών Σχέσεων Weatherhead στο ίδιο Πανεπιστήμιο, όπου εδώ και 12 χρόνια έχω συνιδρύσει, μαζί με τον διεθνούς κύρους αρχαιοελληνιστή, Καθηγητή Dimitrios Yatromanolakis, ένα Σεμιναριακό Πρόγραμμα για την Πολιτιστική Πολιτική. Όλες αυτές μου οι δραστηριότητες με τον έναν ή άλλον τρόπο συμβάλλουν στην εκ μέρους μου προώθηση και προβολή θεμάτων που άπτονται της νεότερης ελληνικής ιστορίας, πολιτικής και του πολιτισμού, τα οποία πάντοτε προσεγγίζω από συγκριτικές και διεπιστημονικές οπτικές. Τα χρόνια που βρίσκομαι στο Χάρβαρντ έχω διοργανώσει πλήθος διεθνών συνεδρίων και επιστημονικών διαλέξεων για την πολιτιστική πολιτική και τον νεότερο ελληνισμό. Έχω επίσης ιδρύσει δύο εκδοτικές σειρές σε συνεργασία με το Harvard University Press, την “Harvard Early Modern and Modern Greek Library”, που περιλαμβάνει δίγλωσσες εκδόσεις ελληνικών έργων, και την σειρά “Cultural Politics, Socioaesthetics, Beginnings”, που αφορά σε επιστημονικές μελέτες για την νεότερη ελληνική ιστορία και πολιτισμό. Έχοντας ως στόχο την εξοικείωση Πανεπιστημιακών και φοιτητών από όλο τον κόσμο με την σύγχρονη Ελλάδα, έχω ιδρύσει εδώ και έξι χρόνια την Δελφική Ακαδημία Ευρωπαϊκών Σπουδών, κεντρική λειτουργία της οποίας είναι ένα Πρόγραμμα διεπιστημονικών σεμιναρίων ανωτάτου επιπέδου που απευθύνεται κυρίως σε υποψήφιους διδάκτορες στους χώρους των Ανθρωπιστικών και Κοινωνικών Επιστημών. Τα σχόλια τόσο των συναδέλφων που έχουν κατά καιρούς διδάξει στην Δελφική Ακαδημία όσο και των φοιτητών είναι ενθουσιώδη, πράγμα που με χαροποιεί ιδιαίτερα.

- Από πότε ανάγεται η ιστορία της διδασκαλίας της νεοελληνικής γλώσσας, λογοτεχνίας και πολιτισμού στο Χάρβαρντ;

Η γλώσσα της νεότερης Ελλάδας διδάχθηκε για πρώτη φορά στο Χάρβαρντ το 1828, όταν ο Αλέξανδρος Νέγρης, ανιψιός του Δημητρίου και Αλέξανδρου Υψηλάντη, ήρθε στην Βοστώνη. Το ίδιο έτος εξέδωσε στη Βοστώνη την “Grammar of the Modern Greek Language” (Συνοπτική της απλοελληνικής διαλέκτου γραμματική). Η γραμματική του είναι γραμμένη στην ελληνική, εκτός από τον πρόλογό της, που παρατίθεται και σε αγγλική μετάφραση. Αλλά την επόμενη χρονιά έφυγε για το Κονέτικατ και μετά πήγε στο Άμστερνταμ και στο Εδιμβούργο. Εξαιρετικά σημαντική ήταν η δραστηριότητα του Ευαγγελινού Αποστολίδη Σοφοκλή, ο οποίος άρχισε να διδάσκει στο Χάρβαρντ το 1842. Αξίζει να αναφερθεί και το όνομα του Αριστείδη Φουτρίδη, μεταφραστή του Κωστή Παλαμά, που ήταν λέκτορας στο Τμήμα Κλασσικών Σπουδών στην δεύτερη δεκαετία του 20ου αιώνα. Ήταν, ωστόσο, η ίδρυση της Έδρας Γιώργου Σεφέρη το 1977 που έδωσε ιδιαίτερη ώθηση στην συστηματική μελέτη και έρευνα για τον νεότερο ελληνισμό στο Χάρβαρντ. Πρώτος κάτοχος της Έδρας ήταν ο βαθύς γνώστης και οξυδερκής μελετητής της ελληνικής ποίησης του 20ου αιώνα Γιώργος Σαββίδης, που δίδαξε στο Χάρβαρντ ως Επισκέπτης Καθηγητής. Τον διαδέχθηκε η Καθηγήτρια Margaret Alexiou, από τις πιο ευαίσθητες μελετήτριες του νεότερου ελληνικού πολιτισμού. Και η ιστορία συνεχίζεται.

“Πριν τέσσερα χρόνια κατάφερα να πείσω την Βιβλιοθήκη του Χάρβαρντ να αγοράσει το σημαντικό αρχείο του Νίκου Γκάτσου. Δεν ήταν εύκολο εγχείρημα, διότι, παρά την μεγάλη σημασία του για το ελληνικό τραγούδι και την ιστορία του υπερρεαλισμού στην Ελλάδα, ο Γκάτσος δεν είναι ιδιαίτερα γνωστός στην Αμερική.”

- Αληθεύει ότι το Χάρβαρντ διαθέτει μια εξαιρετικά σπάνια συλλογή χειρογράφων, αρχείων και βιβλίων για την νεότερη Ελλάδα που αριθμεί περισσότερους από 300.000 τόμους; Θα μπορούσατε να μας δώσετε ένα μικρό προφίλ αυτής της συλλογής;

Το Χάρβαρντ έχει την μεγαλύτερη συλλογή βιβλίων για την μεταβυζαντινή Ελλάδα εκτός Ελλάδας. Υπολογίζονται πάνω από 300.000 τόμους. Περιλαμβάνουν σπάνιες εκδόσεις του 16ου αιώνα, πρώτες εκδόσεις νεότερων συγγραφέων, αυτόγραφα κείμενα του Καβάφη, αλλά και του Σεφέρη. Πριν τέσσερα χρόνια κατάφερα να πείσω την Βιβλιοθήκη του Χάρβαρντ να αγοράσει το σημαντικό αρχείο του Νίκου Γκάτσου. Δεν ήταν εύκολο εγχείρημα, διότι, παρά την μεγάλη σημασία του για το ελληνικό τραγούδι και την ιστορία του υπερρεαλισμού στην Ελλάδα, ο Γκάτσος δεν είναι ιδιαίτερα γνωστός στην Αμερική και έπρεπε να αποδείξω και να αναδείξω την αξία του προκειμένου να πείσω την Βιβλιοθήκη ότι θα έπρεπε να επενδύσει στην απόκτηση του αρχείου του. Η απόκτηση του αρχείου επιστεγάστηκε με μία λαμπρή εκδήλωση στο Κέντρο Ανθρωπιστικών Σπουδών στο Χάρβαρντ, με την συμμετοχή, μεταξύ άλλων, και του καλού συναδέλφου και συνεργάτη, Διευθυντή τότε του Κέντρου Ανθρωπιστικών Σπουδών του Χάρβαρντ, Homi Bhabha.

- Πιστεύετε ότι η ραγδαία ανάπτυξη της τεχνολογίας και η συνακόλουθη στροφή στις σπουδές τεχνολογίας έχει υποβαθμίσει το ενδιαφέρον για τις ανθρωπιστικές επιστήμες;

Πρόκειται για μία θλιβερή πραγματικότητα. Δυστυχώς η αξία της γνώσης τείνει να αξιολογείται με βάση το κριτήριο του άμεσου κέρδους. Αλλά η σημασία των ανθρωπιστικών επιστημών δεν είναι τόσο απτή όσο αυτή των τεχνολογικών. Απαιτεί πολλή δουλειά και, αν μου επιτρέπετε, έναν σπάνιο συνδυασμό ευφυΐας και διανοητικής ευαισθησίας, προκειμένου να καταλάβει κανείς την αξία των ανθρωπιστικών επιστημών, οι οποίες, μεταξύ άλλων, προάγουν την γνώση του «εαυτού» (ατομικού ή συλλογικού, συγχρονικού ή διαχρονικού)/του τι συνιστά, δηλαδή, μία «ταυτότητα», αλλά και της ετερότητας, την μέθοδο της κριτικής στοχαστικότητας και ποιοτικής ανάλυσης των δεδομένων, την μελέτη της δημιουργίας, διακίνησης, εξέλιξης των ιδεών και της επίδρασής τους στο συλλογικό φαντασιακό, της σχέσης πολίτη και κράτους και τόσων πολλών άλλων σπουδαίων ζητημάτων.

“Η σημασία των ανθρωπιστικών επιστημών δεν είναι τόσο απτή όσο αυτή των τεχνολογικών. Απαιτεί πολλή δουλειά και, αν μου επιτρέπετε, έναν σπάνιο συνδυασμό ευφυΐας και διανοητικής ευαισθησίας.”

- Πιστεύετε ότι η 200η επέτειος της Ελληνικής Επανάστασης θα μπορούσε να δημιουργήσει ευκαιρίες για αύξηση του ενδιαφέροντος γύρω από τις Ελληνικές Σπουδές στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής;

Μία επέτειος δεν αρκεί για να δημιουργηθούν τέτοιες ευκαιρίες. Χρειάζεται συντονισμένη προσπάθεια. Αλλά κυρίως αυτό που προέχει είναι η ίδια η Ελλάδα (και αυτό είναι κυρίως ευθύνη των εκάστοτε ταγών της) να αποκτήσει, 200 χρόνια μετά την ίδρυση του κράτους της, την αυτοπεποίθηση που της αρμόζει και την λύτρωσή της από τις συμπληγάδες της άκριτης ξενομανίας από την μια, και της εξίσου άκριτης ξενοφοβίας από την άλλη. Θα έπρεπε να είναι αρκετά ώριμη πια για να αρχίσει να σκέφτεται πώς θα αποδεσμευθεί από την χρόνια οιδιπόδεια σύμπλεξή της με ένα «ένδοξο», αλλά εκ των πραγμάτων παρωχημένο, παρελθόν, και τον σχεδόν υπερβατικά πατριαρχικό, εκ Δυσμών, Άλλο.