Π. Μεθενίτης: Εχουμε πλήρη επίγνωση της μοχθηρίας και της αδιαφορίας μας απέναντι στον άλλον

Ο δημοσιογράφος και συγγραφέας μιλά στην HuffPost με αφορμή το νέο του βιβλίο «Αδειο άλογο» από τις εκδόσεις Εύμαρος.
Ο Παύλος Μεθενίτης και το εξώφυλλο του νέου του βιβλίου «Αδειο άλογο»
Ο Παύλος Μεθενίτης και το εξώφυλλο του νέου του βιβλίου «Αδειο άλογο»
Εκδόσεις Εύμαρος

Θα μπορούσε να έδινε τον λόγο στη Φατμέ και τα παθήματά της στο Γενή Τζαμί της Πόλης – ή μήπως της Σμύρνης σε επετειακό κρεσέντο την χρονιά της εκατονταετηρίδας από την Μικρασιατική καταστροφή.

Ομως όχι. Ο δημοσιογράφος και συγγραφέας, Παύλος Μεθενίτης, προτίμησε στο νέο του μυθιστόρημα «Αδειο άλογο» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Εύμαρος να δώσει τον λόγο σε έναν «ένα ”λούζερ”, μονόχνωτο, γκρινιάρη, αϋπνιακό πενηντάρη, με κάμποσες ψυχικές ουλές», όπως μας λέει ο ίδιος. Το όνομά του Ηλίας Πανταζής και η γεωγραφική του τοποθέτηση πάρα πολύ κοντά μας. «Είναι αυτός ο βλοσυρός μεσήλικας που αλλάζετε μια τυπική καλημέρα στο ασανσέρ, που τον συναντάτε στην ουρά ”μέχρι 10 είδη” του σούπερμάρκετ να περιμένει κρατώντας ένα μπουκάλι φτηνό κρασί, ένα πακέτο ψωμί και μια συσκευασία φέτες τυρί και πάριζα σε προσφορά», όπως εξηγεί ο εμπνευστής του.

Ο ήρωας του Παύλου Μεθενίτη - που, σημειωτέον, μετρά στο βιογραφικό του μέχρι στιγμής τέσσερα μυθιστορήματα, μερικά διηγήματα κι ένα γκράφικ νόβελ - δεν έχει σίγουρα την λάμψη μιας επιτυχημένης προσωπικότητας. Ο συγγραφέας, όμως, έχει ζωγραφίσει το πορτρέτο του με τέτοιο τρόπο ώστε να μην έχουμε μπροστά μας έναν, καραβοτσακισμένο στις συμπληγάδες του αναπτυγμένου κόσμου μας, άνθρωπο να πενθήσουμε. Ο Ηλίας Πανταζής στην συγκεκριμένη χρονική συγκυρία της μέσης ηλικίας που τον πετυχαίνουμε μπορεί να έχει απωλέσει τις αξίες της γενιάς του. Δεν έχει χάσει, όμως, την τιμή του. Κι αυτό δίνει την αληθινή ηρωική διάσταση αυτού του - σε πρώτη ανάγνωση - αντι-ήρωα του Παύλου Μεθενίτη.

Το εξώφυλλο του βιβλίου του Παύλου Μεθενίτη «Αδειο άλογο»
Το εξώφυλλο του βιβλίου του Παύλου Μεθενίτη «Αδειο άλογο»
Εκδόσεις Εύμαρος

- Ποιος είναι ο Ηλίας Πανταζής, και ποια είναι η παθογένεια της γενιάς που κουβαλάει πάνω του;

Ο Ηλίας Πανταζής κατοικεί στη γκαρσονιέρα του ισογείου της πολυκατοικίας σας. Είναι αυτός ο βλοσυρός μεσήλικας που αλλάζετε μια τυπική καλημέρα στο ασανσέρ, που τον συναντάτε στην ουρά «μέχρι 10 είδη» του σούπερμάρκετ να περιμένει κρατώντας ένα μπουκάλι φτηνό κρασί, ένα πακέτο ψωμί και μια συσκευασία φέτες τυρί και πάριζα σε προσφορά, είναι αυτός που τον βλέπετε καδραρισμένο στο παράθυρο του λεωφορείου να ξεμακραίνει, καθώς μπαίνετε στο αυτοκίνητό σας. Ο Ηλίας Πανταζής πνίγεται στα απόνερα της Ανάπτυξης, είναι η άχρηστη, πλέον, συσκευασία ενός μη ανακυκλώσιμου κοινωνικού προϊόντος, που έχασε πλέον την αξία του – όχι όμως και την τιμή του, για τον ίδιο τουλάχιστον, και για τη γενιά του.

- Γιατί αποφασίσατε να του δώσετε τον «λόγο» και να τον κάνετε πρωταγωνιστή του νέου σας βιβλίου;

Γιατί ένας «λούζερ», μονόχνωτος, γκρινιάρης αϋπνιακός πενηντάρης, με κάμποσες ψυχικές ουλές, είναι, κατ’ εμέ, μάλλον πιο ενδιαφέρων μυθιστορηματικός χαρακτήρας από τη Φατμέ και τα παθήματά της στο Γενή Τζαμί της Πόλης – ή μήπως της Σμύρνης; Η αλήθεια είναι πως κάποτε προσπάθησα να γράψω ροζ λογοτεχνία για την πλάκα μου ή /και για να τα ’κονομήσω, αυτή με τις καρδούλες που πωλείται δίπλα στο σταντ των αλλαντικών, είχα βρει την ηρωίδα και τον ήρωα, είχα βρει τον τίτλο και το ψευδώνυμο, αλλά δεν έγραψα παραπάνω από 30 σελίδες – παταγώδης αποτυχία, πρέπει να το έχεις μέσα σου. Οπότε γράφω για ανθρώπους που ξέρω, αληθινούς ή φανταστικούς.

- Θα συνδέατε την χλεύη του πρωταγωνιστή σας προς τα όσια κι ιερά, τα σοβαρά και τα θέσφατα με την απώλεια ηθικών και πολιτισμικών αξιών που έχουν αποτυπωθεί στην συλλογική μας συνείδηση;

Η χλεύη του ήρωά μου είναι ο πιο ταιριαστός επικήδειος για τις ηθικές και πολιτισμικές αξίες της κοινωνίας μας, οι οποίες έχουν αποδημήσει οριστικώς εις Κύριον. Ο Ηλίας Πανταζής χλευάζει με σοβαρότητα και τρυφερότητα, ενώ αυτά τα «όσια και ιερά, τα σοβαρά και θέσφατα» που λέτε, κουτσομπολεύουν κρυφογελώντας στην κηδεία των αξιών το τί φοράει ο ένας και ο άλλος.

- Με ποιο τρόπο μπορεί αυτή η χλεύη να γίνει σανίδα σωτηρίας για τον καθένα από εμάς;

Δεν ξέρω για την αλήθεια, αλλά το γέλιο σώζει και ελευθερώνει. Αρκεί η χλεύη, η σάτιρα, η άγρια πλάκα, ο χαβαλές αν θέλετε, να περιλαβαίνει πρωτίστως και κυρίως τον εαυτό μας. Και μετά όλα τ’ άλλα.

- Αν η απώλεια της ανθρωπιάς είναι μεταξύ των όσων σας τρομάζουν/ ανησυχούν/ προβληματίζουν, βλέπετε κάποιους τρόπους να μην χαθεί;

Είναι απλό, πραγματικά: η καθεμιά μας κι ο καθένας μας ξέρουμε πάρα πολύ καλά βαθιά μέσα μας ποιο είναι το σωστό και ποιο το λάθος, ανεξάρτητα από το τί κάνουμε τελικά. Όλοι μας έχουμε πλήρη επίγνωση της μοχθηρίας και της αδιαφορίας μας απέναντι στον άλλον. Είναι απλό – πρέπει να αρχίσουμε να κάνουμε το σωστό, πρέπει να σταματήσουμε να γινόμαστε εγωπαθή καθάρματα, όσο κι αν τα κυρίαρχα ρεύματα που καλλιεργούν την μαζική αποβλάκωση, την καταναλωτική ναρκομανία και την κοινωνική αφασία μας ωθούν προς αυτή την κατεύθυνση.

- Γράφετε στο βιογραφικό σας ότι η υπερβολική πραγματικότητα βλάπτει. Πώς το ξορκίζετε αυτό;

Με την τέχνη, τη φαντασία, το όνειρο. Με το καθημερινό θαύμα της πρώτης, της παρθενικής ματιάς στα χιλιοειδωμένα πράγματα. Κάτι είχαν γράψει οι μπίτνικς και οι υπερεαλιστές επ’ αυτού – κι ο Καζαντζάκης. Τα ναρκωτικά πάντως δεν σας τα συνιστώ – ξορκίζεις μεν τη βλαπτική υπερβολική πραγματικότητα, αλλά κινδυνεύεις να απωλέσεις τόσο αυτήν, όσο και τις υπόλοιπες πραγματικότητες.

- Γράφετε επίσης ότι βιοπορίζεστε από την δημοσιογραφία. Πόσο έχει αλλάξει ο επαγγελματικός σας χώρος από τότε που ξεκινήσατε να ασχολείστε με το συγκεκριμένο επάγγελμα;

Να σας δώσω ένα παράδειγμα. Όταν ξεκίνησα εγώ, το 1989, στο περιοδικό ΕΝΑ, η δημοσιογραφία ήταν ακόμα σαν το ποδόσφαιρο, όταν οι ομάδες ήταν Αθλητικοί Όμιλοι, και όχι Ποδοσφαιρικές Ανώνυμες Εταιρείες. Τότε, ακόμα παίζαμε (και) για τη φανέλα. Σήμερα, τα ΜΜΕ, στη μεγάλη τους πλειονότητα, ηλεκτρονικά και έντυπα, δεν είναι παρά τα Γραφεία Τύπου των Μεγάλων Αφεντικών του τόπου.

- Σε τι γίνεστε πλουσιότερος με την συγγραφή;

Αλίμονο, όχι στον τραπεζικό μου λογαριασμό. Όσο για τα υπόλοιπα, έξωθεν αναγνώριση, αυτεπίγνωση, επαφή με το ατομικό και κοινωνικό εσώτερο Είναι, καλλιέργεια ευγενών αισθημάτων και τα ρέστα, όλα αυτά, ξέρετε, μπορούν να γίνουν μια χαρά και χωρίς να λιώσει κανείς πάνω από τον υπολογιστή. Γράφω επειδή δεν μπορώ να κάνω διαφορετικά, κυρία Λυμπεροπούλου.

- Κύριε Μεθενίτη, τι μάθαμε από τις ημέρες της οικονομική κρίσης, της Covid 19 και τώρα του πολέμου της Ρωσίας με την Ουκρανία;

Κατ’ αρχάς, επιβεβαιώθηκε πέραν πάσης αμφιβολίας ο Νόμος του Μέρφι: εάν κάτι μπορεί να πάει στραβά, θα πάει. Κυρίως για τους οικονομικά και κοινωνικά αδύνατους. Οι ισχυροί στην αναμπουμπούλα χαίρονται – θα είδατε, φαντάζομαι, πως οι 500 δισεκατομμυριούχοι του πλανήτη αύξησαν την περιουσία τους τα τελευταία χρόνια της επιδημίας... Εάν δεν το έχουμε εμπεδώσει αυτό, όλοι εμείς που βογκάμε αδιαλείπτως από το 2009 και εντεύθεν, και πιστεύουμε ακόμα πως στα κράτη κουμάντο κάνει ο κυρίαρχος Λαός μέσω εκλογών, τότε είμαστε απολύτως άξιοι της τύχης μας. Είμαστε σαν τις γαλοπούλες που δυσανασχετούν, γιατί αργούν ακόμα τα Χριστούγεννα.

- Ποιες είναι κατά την γνώμη σας οι μεγαλύτερες προκλήσεις με τις οποίες έρχονται αντιμέτωπες οι λεγόμενες Generation Z και Α;

Τα παιδιά που γεννήθηκαν από το 1990 μέχρι το 2010, δηλαδή η γενιά Ζ, και εκείνα που είδαν το φώς εξολοκλήρου στον 21 αιώνα, η generation alpha, θα κληθούν να διαχειρστούν τις αθλιότητες που επισωρεύσαμε στον πλανήτη εγώ κι εσείς, κυρία Λυμπεροπούλου, οι γενιές μας, και οι προηγούμενες, εννοείται. Αυτά τα παιδιά θα πρέπει να εξασφαλίσουν ότι θα υπάρχει βιώσιμο περιβάλλον, ας πούμε, και όχι μια ραδιενεργή έρημος που φέγγει στο σκοτάδι, αν και αυτό, δηλαδή η εξαφάνιση του ανθρώπινου γένους και της (αυτο)καταστροφικής βλακείας που το διακρίνει, ίσως να είναι η καλύτερη λύση για τη Γη. Ο πλανήτης, ξέρετε, δεν μας έχει καμιά ανάγκη, και θα θεραπεύσει μόνος του τις πληγές που του κάναμε – σε εκατομμύρια χρόνια ίσως, αλλά θα το κάνει κάποτε - και ελπίζω τότε πως το είδος που θα εξαπλωθεί στη Νέα Γη θα είναι αληθινό και όχι μουσαντέ νοήμον, όπως ο Χόμο Σάπιενς.

- Ποια η καλύτερη συμβουλή που έχετε δώσει στον γιο σας, και ποια η καλύτερη συμβουλή που έχετε πάρει;

Να προσέχει. Και να είμαι ακριβοδίκαιος.

- Τι έχετε στο συρτάρι σας;

Κυρίως γραφική ύλη, μικροπράγματα, και μια φτωχή συλλογή από σουγιαδάκια, κομπολόγια και ρολόγια.

Λίγα λόγια για τον Παύλο Μεθενίτη (από τον ίδιο)

«Παρ′ όλο που έχουν εκδοθεί μέχρι στιγμής με την υπογραφή μου τέσσερα μυθιστορήματα, μερικά διηγήματα κι ένα γκράφικ νόβελ, πιστεύω πώς ακόμα δεν την έχω ψωνίσει τόσο πολύ, ώστε να μιλώ για τον εαυτό μου σε τρίτο πρόσωπο. Λοιπόν, γεννήθηκα στην Αθήνα το 1962, είμαι παντρεμένος, έχω ένα γιο και βιοπορίζομαι από την δημοσιογραφία εδώ και πολλά χρόνια αν εξαιρέσεις κάποιες περιστασιακές δουλειές του ποδαριού, του χεριού και του μυαλού - το μεροκάματο να βγαίνει. Εφημερίδες, περιοδικά, τηλεόραση, ραδιόφωνο, ιστοσελίδες: έχω συνεργαστεί με κάθε είδους Μέσο Μαζικής Ενημέρωσης.

Αλλά επειδή η υπερβολική πραγματικότητα βλάπτει, γράφω και σενάρια: ένα απ′ αυτά βραβεύτηκε στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας ”Νύχτες πρεμιέρας”.

Αυτά σε γενικές γραμμές. Φυσικά κάνω κι άλλα πράγματα, είμαι κι άλλα πράγματα, αλλά δεν θα τα απαριθμήσει γιατί, όπως είπαμε, δεν την έχω ψωνίσει. Ακόμα».

Δημοφιλή