«Σμύρνη περίκαλλη και χιλιοτραγουδισμένη»: Μία υπόκλιση στην αγαπημένη πόλη

Ένας λογοτεχνικός φόρος τιμής στην πλούσια ιστορία της Σμύρνης.
Το λιμάνι της Σμύρνης, 24 Σεπτεμβρίου 1922.
Το λιμάνι της Σμύρνης, 24 Σεπτεμβρίου 1922.
DE AGOSTINI PICTURE LIBRARY via Getty Images

«Όσοι γνώρισαν τη Σμύρνη από κοντά ευτύχησαν να αποθαυμάσουν τις φυσικές ομορφιές της. Ο πολυταξιδεμένος και ανοιχτόμυαλος Ηρόδοτος έγραψε πως δεν αντίκρισαν τα µάτια του ωραιότερη πόλη. Ο μέγιστος ρήτορας Κικέρων κατέθεσε ότι δεν υπάρχει σημείο της πόλης που ο ταξιδιώτης δεν θα γοητευθεί από κάτι, τοπίο, αρχαιότητες ή ανθρώπους. Ο Σικελιανός στον πρόλογο του μυθιστορήματος Αιολική γη του Βενέζη έγραψε: «Είναι η γλυκιά ιωνική ατμόσφαιρα, είναι η κρυφή, χαμένη θαλπωρή της μυστικής του κόσμου σάρκας που απροσδόκητα ξανάρχεται και πάλι σ’ επαφή μητριαρχική μαζί µου, είναι η αγνή ιωνική πνοή του ξεχασμένου και νοσταλγημένου από τον ίδιο πολιτισμού».

Η έκδοση «Σμύρνη: Περίκαλλη και χιλιοτραγουδισμένη» (εκδόσεις Μεταίχμιο), μια αντιπροσωπευτική ανθολόγηση κειμένων που γράφτηκαν για την αγαπημένη πόλη από συγγραφείς όλων των εποχών -μεταξύ άλλων τους Ανδρέα Καρκαβίτσα, Κ. Π. Καβάφη, Κοσµά Πολίτη, Ηλία Βενέζη, Ι. Μ. Παναγιωτόπουλο, ∆ιδώ Σωτηρίου, Γιώργο Σεφέρη, Μ. Καραγάτση, Παντελή Καψή, Μανόλη Μεγαλοοικονόµο- την οποία υπογράφει ο Θωμάς Κοροβίνης, παρακολουθεί την πορεία της Σμύρνης, φιλοτεχνώντας τις διαφορετικές εκδοχές του πορτρέτου της από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα.

Χωρισμένη σε τρία μεγάλα μέρη, κάθε ένα από τα οποία «αντιστοιχεί περίπου στα χρονικά όρια των τριών μεγάλων φάσεων της πολιτείας αυτής που διέτρεξε τον ιστορικό χρόνο συγχέοντας πολλές φορές την πραγματικότητα με τους θρύλους», η έκδοση ανοίγει με κείμενα από την ίδρυση της αρχαίας Σμύρνας μέχρι τον 20ό αιώνα, συνεχίζεται με την περίοδο του τέλους της μεγάλης ακμής μέχρι και την καταστροφή της το 1922, περνάει στα «Ποιήματα για τη Σμύρνη», μία αντιπροσωπευτική ανθολογία ποιημάτων που γράφτηκαν για την πόλη και κλείνει με το «Izmir» όπου τα κείμενα μιλούν πια για τη ζωή της σημερινής τουρκικής μεγαλούπολης.

Όπως σημειώνει με νόημα ο Κοροβίνης «είναι αλήθεια ότι ο έλληνας ανθολόγος αδυνατεί, καθώς απευθύνεται στους ομογενείς του, να μην επιλέξει πολλούς από το πλήθος των συγγραφέων που ασχολήθηκαν με το τραγικότερο και πιο βαρυσήμαντο ιστορικό γεγονός του 20ού αιώνα για το γένος».

Οι γυναίκες της Σμύρνης στις οποίες είναι αφιερωμένο ένα κεφάλαιο («... Αι γυναίκες της Ιωνίας εξ ων και η περίφημος Ασπασία η Μιλησία ήσαν αι ωραιότεραι των Ελληνίδων», έγραφε η Καλλιρρόη Παρέν), η πόλη μέσα από το βλέμμα των περιηγητών, τα προάστια, οι μεγάλες ταβέρνες, η κοινωνική ζωή, τα έθιμα και οι συνήθειες, οι σχέσεις Ελλήνων και Τούρκων, η μουσική και τα τραγούδια, η Καταστροφή, η σφαγή -είναι όλα εδώ.

Το βιβλίο εκδόθηκε πρώτη φορά τον Μάιο του 2006 στο πλαίσιο της (πολύ ενδιαφέρουσας) σειράς του Μεταίχμιου «Μια πόλη στη λογοτεχνία» και αυτή είναι μία ανανεωμένη ως προς τη μορφή έκδοση, με αφορμή την επέτειο των 100 χρόνων από τη Μικρασιατική Καταστροφή, που περιλαμβάνει μέρος των κειμένων που ανθολόγησε ο Κοροβίνης.

Επί της ουσίας, πρόκειται για μία πολύπλευρη όσο και δύσκολη, περιδιάβαση στον χρόνο, τον τόπο και την ιστορία, που περνά από το θάμβος στον θρήνο και την περισυλλογή.

«Γκιαούρ Ιζμίρ»

«Το 1900, η Σμύρνη ήταν ένας από τους σημαντικότερους εμπορικούς κόμβους της Ανατολής και η δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Είχε, την εποχή εκείνη, χαρακτήρα έντονα πολυεθνικό και πολύγλωσσο. Από τους σχεδόν 250.000 κατοίκους της οι περισσότεροι ήταν Χριστιανοί Ορθόδοξοι, των οποίων η κύρια γλώσσα ήταν η ελληνική. Οι τουρκόφωνοι Μουσουλμάνοι αποτελούσαν περίπου το ένα τέταρτο του πληθυσμού. Υπήρχαν ακόμα σημαντικές κοινότητες Αρμενίων, Εβραίων και σχετικά μόνιμα εγκατεστημένων δυτικοευρωπαίων, τους οποίους οι Ευρωπαίοι αποκαλούσαν “Λεβαντίνους” και οι ντόπιοι “Φράγκους”.

Οι Έλληνες της Σμύρνης ζούσαν δίπλα δίπλα ο ένας στον άλλον, σε σπίτια στέρεα χτισμένα με χοντρούς τοίχους, στριμωγμένα όλα σε έναν λαβύρινθο από σοκάκια πίσω από το Κε (Quai) -τη φαρδιά προκυμαία και τις ράγες του τραμ που οδηγούσαν από την πολύβουη αποβάθρα του λιμανιού έως πιο βόρεια, στην Πούντα. Οι μωαμεθανοί Τούρκοι αποτελούσαν τα δύο άκρα: τη διοικητική τάξη από τη μία πλευρά και τα φτωχότερα στρώματα από την άλλη. Τα τζαμιά και τα κτίρια της τοπικής διοίκησης βρίσκονταν συγκεντρωμένα λίγο νοτιότερα από το λιμάνι, στους πρόποδες του όρους Πάγος, το οποίο δεσπόζει στα νότια της πόλης στεφανωμένο με τα ερείπια ενός βυζαντινού οχυρού: στα τουρκικά ονομάζεται Καντιφέκαλε, αλλιώς Βελουδόκαστρο. […]

Στους δρόμους και τα παζάρια άκουγε κανείς καθημερινά όλες τις γλώσσες της Ευρώπης και αρκετές της Μέσης Ανατολής. Ο πολυεθνικός, ωστόσο, χαρακτήρας μίας οθωμανικής πόλης των αρχών του 20ού αιώνα διέφερε κατά πολύ από εκείνων των σημερινών μεγαλουπόλεων, του Λονδίνου ή της Νέας Υόρκης. Κάθε κοινότητα ήταν σφιχτά οργανωμένη με πυρήνα τη θρησκεία της και τα μέλη της ζούσαν μαζί σε σαφώς οροθετημένες και συνήθως ομοιογενείς συνοικίες. Οι ευκαιρίες κοινωνικών συνδιαλλαγών ανάμεσα στις κοινότητες ήταν περιορισμένες και οι μικτοί γάμοι αδύνατοι, εκτός κι αν ο ένας από τους συζύγους, άλλαζε θρήσκευμα. Κάτι τέτοιο με τη σειρά του θα συνεπαγόταν όχι μόνο αλλαγή πίστης, μα και ολοσχερή αλλαγή τρόπου ζωής, συνηθειών, γειτόνων, φίλων, συχνά και επαγγέλματος ή και γλώσσας ακόμα…» Ρόντρικ Μπήτον «Γιώργος Σεφέρης, Περιμένοντας τον άγγελο» (Ωκεανίδα, 2003).

Κάτοικοι της Σμύρνης προσπαθούν να διαφύγουν με βάρκες, Σεπτέμβριος 1922. (Photo by Topical Press Agency/Hulton Archive/Getty Images)
Κάτοικοι της Σμύρνης προσπαθούν να διαφύγουν με βάρκες, Σεπτέμβριος 1922. (Photo by Topical Press Agency/Hulton Archive/Getty Images)
Topical Press Agency via Getty Images

«Η ελληνική Σμύρνη έχει πεθάνει»

«Η φωτιά λυσσομανούσε όλη τη νύχτα. Ο πανταχού παρών δημοσιογράφος Γουώρτ Πράις, του Daily Mail, έστειλε μία δραματική ανταπόκριση:

Αυτό που βλέπω, καθώς στέκομαι στο κατάστρωμα του Iron Duke, είναι ένα συμπαγές πύρινο τείχος, δύο μίλια μάκρος, όπου είκοσι ξεχωριστά ηφαίστεια με φλόγες που λυσσάνε τινάζουν ακανόνιστες τρεμουλιαστές γλώσσες τριάντα μέτρα ψηλά. Πάνω στο παραπέτασμα της φωτιάς που σκεπάζει τον ουρανό, διαγράφονται τα καμπαναριά των ελληνικών εκκλησιών, οι θόλοι των τζαμιών και οι επίπεδες τετράγωνες στέγες των σπιτιών […]

Η θάλασσα γυαλίζει μ’ ένα βαθύ χάλκινο χρώμα, και, το χειρότερο, από το πυκνό πλήθος, τους χιλιάδες πρόσφυγες που στριμώχνονται στη στενή προκυμαία, ανάμεσα στον πύρινο θάνατο που προχωρεί πίσω τους και στα βαθιά νερά μπροστά τους, βγαίνει ασταμάτητα ένα τέτοιο ξέφρενο ουρλιαχτό ανεξέλεγκτου τρόμου που ακούγεται μίλια μακριά.

Κοντά σε αυτό, αντηχεί συχνά το μουγκρητό και ο πάταγος από τις αποθήκες των πυρομαχικών που εκρήγνυνται, μαζί με το κροτάλισμα των φυσιγγίων που καίγονται, και μοιάζει με καταιγισμό πυρών από μονάδες πεζικού [...]

Η αρμενική, η ελληνική και η “φράγκικη” ή ευρωπαϊκή συνοικία είχαν σχεδόν εντελώς καταστραφεί. Μόνον οι εβραϊκές και οι τουρκικές συνοικίες απόμεναν. Ανάμεσα στα πασίγνωστα ορόσημα της παλιάς πόλης που έπαψαν να υπάρχουν ήταν ο αρμενικός, ο γαλλικός και ο ελληνικός καθεδρικός ναός, τα ξενοδοχεία Splendid Palace και Smyrna Palace, τα προξενεία Γαλλίας, Βρετανίας, Αμερικής, Δανίας και Ολλανδίας, το Sporting Club και το Smyrna Club, το Θέατρο της Σμύρνης και τα ωραία μαγαζιά του Φραγκομαχαλά. Με φρικιαστική ακρίβεια, η φωτιά εξέφραζε συμβολικά το ξερίζωμα και την καταστροφή της ελληνικής και της αρμενικής Σμύρνης. Η ελληνική Σμύρνη είχε πεθάνει..» Michael Llewellyn Smith «Το όραμα της Ιωνίας - Η Ελλάδα στη Μικρά Ασία, 1919 - 1922 (Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, 2002).