«Πάμε για Κυνήγι;»

Ο Βασίλης Δούβλης μιλά για την ελληνική ταινία-έκπληξη του τελευταίου Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης.
.
.
.

O Bασίλης Δούβλης με αφορμή την ταινία του «18», που στις 2 Ιουνίου κυκλοφορεί στα σινεμά, μας μιλά για την «κοινοτοπία του κακού» και την άνοδο της ακροδεξιάς, του μπούλινγκ και της ρατσιστικής βίας στους έλληνες έφηβους.

Επιτέλους, κάποιος καταπιάνεται θαρραλέα με την σοκαριστική άνοδο του νεοναζισμού στους έφηβους της Ελλάδας τα τελευταία χρόνια. Πρόκειται για το 18 του Βασίλη Δούβλη την ελληνική ταινία-έκπληξη του τελευταίου Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης .

«Αυτό, που πραγματικά με σόκαρε ήταν “η κοινοτοπία του κακού”, όταν συνειδητοποίησα πως πολλά από αυτά τα παιδιά ζούσαν δίπλα μας, ήταν τα παιδιά της διπλανής πόρτας», μου είπε στη κουβέντα μας, με αφορμή την ταινία, ο Βασίλης Δούβλης.

Όσοι έχουν παιδιά το ξέρουν, όλο και κάποιοι στο σχολείο δείχνουν κάποια σημάδια, κάποια πρώτα ψήγματα. Κάτι τα λεγόμενά τους, κάτι η μισαλλόδοξη στάση τους, κάτι τα περίεργα βλέμματα προς τους αλλοδαπούς ή τους γκέι συμμαθητές. Πόσοι ξέρουμε όμως πως υπάρχουν και ομάδες νεαρών που, σαν αγέλες, ξεχύνονται στους δρόμους και εκφοβίζουν όχι πια με όρους «παραδοσιακού» μπούλινγκ αλλά με όρους νεοναζιστικού μπούλινγκ; «Πάμε για κυνήγι;» λένε στην ταινία του ταλαντούχου σκηνοθέτη (που στο παρελθόν έχει βραβευτεί και για την ταινία του «Η Επιστροφή») οι δεκαεπτάρηδες, δεκαοκτάρηδες ήρωες του, εννοώντας «πάμε να την πέσουμε σε γκέι, σε κομμούνια, σε ξένους»;

Φυσικά οι γονείς, οι δάσκαλοι, το κράτος δεν είναι άμοιροι ευθυνών, κάθε άλλο –αυτό είναι προφανέστατο στο 18. Ακόμα και ο εκπληκτικός «κακός» της ταινίας, ο Νικολάκης Ζεγκίνογλου που μεγαλώνει με έναν πατέρα-τραμπούκο, αναπαράγοντας τη βία του, είναι ένα παιδί διψασμένο για αγάπη (μικρή αλλά άκρως αποκαλυπτική η σκηνή με τη μητέρα του Μαρία Σκουλά). Ταυτόχρονα, ένα άλλο παιδί, ορφανό από πατέρα, νομίζει πως με τέτοιες πρακτικές τιμά τον χαμένο στρατιωτικό μπαμπά και την πατρίδα. Παιδιά ευάλωτα, επιρρεπή σε κάθε λογής «μέντορες» που τους παροτρύνουν να μελετήσουν την «Κρυπτεία». Φυσικά, υπάρχει και ο πρωταγωνιστής, με την «καθαρή», αθώα ψυχή που εύλογα απορεί και αντιτάσσεται σε όλο αυτό το μίσος. Και βέβαια παιδιά, φτωχά, χωρίς «πατήματα», που παραπαίουν μεταξύ δύο κόσμων: οι αμφιταλαντευόμενοι που στο τέλος θα κληθούν να πάρουν θέση…

Σκηνοθετημένη με σφρίγος και ακρίβεια στην απόδοση της νεανικής ψυχής, η ταινία του Βασίλη Δούβλη είναι μια ταινία-κραυγή, μια χρειαζούμενη ταινία που πρέπει να δουν μικροί-μεγάλοι μέσα και έξω από τα σχολεία.

.
.
.

Σας ανησυχεί το φαινόμενο της ανόδου της ακροδεξιάς στα νέα παιδιά; Το έχετε βιώσει και προσωπικά;

Ασφαλώς και με ανησυχεί. Αυτή ήταν, άλλωστε, και η αφετηρία της ταινίας. Το σενάριο είναι εμπνευσμένο όχι από κάποια προσωπική εμπειρία, αλλά από πραγματικά περιστατικά, από όσα συμβαίνουν σε πολλά σχολεία τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας. Ωστόσο τα γεγονότα αυτά ήταν απλώς η πρώτη ύλη, το σημείο εκκίνησης της ταινίας, καθώς τόσο η πλοκή της όσο και οι χαρακτήρες της είναι προϊόντα μυθοπλασίας.

«Πάμε για κυνήγι;» Πού την ακούσατε αυτήν την (τρομακτική) έκφραση όπου θηράματα είναι άνθρωποι;

Την περίοδο που ακόμη έκανα την έρευνα συνάντησα πολλά παιδιά και συζήτησα μαζί τους. Ένα απ’ αυτά , ένα κορίτσι, είχε ακούσει αυτή την έκφραση από κάποιο φίλο της με τον οποίο για ένα διάστημα έκανε παρέα και μου τη μετέφερε. Ήταν πραγματικά τρομακτικό και σκέφτηκα ότι έπρεπε οπωσδήποτε να την αξιοποιήσω στο σενάριο.

Υπήρξαν κάποια τέτοια περιστατικά που μάθατε και μεταφέρατε αυτούσια στην ταινία; Σας σόκαρε κάποιο ιδιαίτερα;

Υπάρχουν πολλά πραγματικά περιστατικά που μετέφερα στην ταινία. Την περίοδο που έγραφα το σενάριο μου είχε συμβεί, μάλιστα, πολλές φορές να διαπιστώσω, έκπληκτος, πως η πραγματικότητα ξεπερνούσε τη φαντασία, καθώς έβλεπα σκηνές που είχα φανταστεί και γράψει να συμβαίνουν στην πραγματικότητα καμιά φορά, μάλιστα, με ακόμη πιο βίαιο τρόπο. .. Αυτό, όμως, που πραγματικά με σόκαρε ήταν “η κοινοτοπία του κακού”, όταν συνειδητοποίησα πως πολλά από αυτά τα παιδιά ζούσαν δίπλα μας, ήταν τα παιδιά της διπλανής πόρτας.

Ο τίτλος της ταινίας σας («18»), πού παραπέμπει;

Ο τίτλος της ταινίας, «18», είναι ηθελημένα αμφίσημος, παραπέμποντας τόσο στην ηλικία των πρωταγωνιστών και τη δύσκολη ενηλικίωσή τους, όσο και στο γνωστό ναζιστικό σύνθημα (1=A= Adolf, 8=H=Hitler)

Θεωρείτε ότι μετά (και παρά) τη σύλληψη της ΧΑ οι «ηθικές αξίες» της ακροδεξιάς και του (νεο)ναζισμού συνεχίζουν να κερδίζουν έδαφος στα νέα παιδιά;

Δεν ξέρω αν συνεχίζουν να κερδίζουν έδαφος, ελπίζω πως όχι, εξακολουθούν, όμως δυστυχώς να υπάρχουν, όπως, άλλωστε μαρτυρούν πολλά περιστατικά ρατσιστικής βίας που συνεχίζουν να συμβαίνουν. Ήλπιζα πως θα ήταν ένα φαινόμενο παροδικό, εφήμερο, που μετά από την πρώτη του έκρηξη θα άρχιζε να φθίνει, αλλά δυστυχώς φαίνεται πως δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο.

Στο «18» βλέπουμε πως αυτές οι ιδέες αρχίζουν να διαμορφώνονται σε παιδιά πολύ διαφορετικών οικογενειών: στρατιωτικών με εθνικοπατριωτικά ιδεώδη, τραμπούκων, κακοποιητικών γονιών, διαλυμένων σπιτιών, απόντων γονιών, ανέργων κ.ο.κ Σε μια ας πούμε «φυσιολογική» μέση οικογένεια στη σημερινή Ελλάδα, πόσο ελκυστικές μπορούν να γίνουν τέτοιες ιδέες σε έναν νέο σήμερα; Οι αντιστάσεις στη μισαλλοδοξία και το φυλετικό μίσος είναι μεγαλύτερες σε ένα σταθερό (συναισθηματικά και οικονομικά) περιβάλλον;

Οι ιδέες αυτές βρίσκουν, κατά τη γνώμη μου, περισσότερο πρόσφορο έδαφος για να αναπτυχθούν στις υποβαθμισμένες λαϊκές συνοικίες που έχουν πληγεί από την κρίση και την πανδημία και τις δυσλειτουργικές οικογένειες που περιγράψατε, αλλά δεν περιορίζονται μόνο σ’ αυτές. Διατρέχουν όλα τα κοινωνικά στρώματα με διαφορετικό, φυσικά, τρόπο. Είναι “η κοινοτοπία του κακού” για την οποία σας μίλησα. Είναι πραγματικά σοκαριστικό πως ένα παιδί μπορεί να οδηγηθεί σήμερα στον εκφοβισμό, το ρατσισμό και τη βία.

.
.
.

Θεωρείτε πως την εποχή της πανδημίας, όπου ξεφύτρωσαν διάφορα «φρούτα» (ψεκασμένοι, συνωμοσιολόγοι, αντιεμβολιαστές κλπ), ο φασισμός βρήκε ακόμα πιο πρόσφορο έδαφος (και) στους νέους; Πώς φτάσαμε σε αυτό το σημείο;

Πρόκειται για ένα σύνθετο φαινόμενο που, κατά τη γνώμη μου, δεν οφείλεται μόνο στην πολυεπίπεδη κρίση που μαστίζει την ελληνική κοινωνία τα τελευταία χρόνια. Η κρίση, αλλά και η πανδημία έπαιξαν, φυσικά, καθοριστικό ρόλο, καθώς άνοιξαν τον ασκό του Αιόλου, λειτουργώντας ως καταλύτης και φέρνοντας στην επιφάνεια σκοτεινά, υπόγεια ρεύματα που μέχρι τότε υπέβοσκαν.

Στην ταινία σας γονείς, δάσκαλοι και αστυνομία είναι ουσιαστικά απόντες. Πού κάνουν λάθος όλοι αυτοί; Ο καθηγητής της ταινίας σας έχει καλές προθέσεις, όμως αδυνατεί να βοηθήσει. Τελικά πώς μπορεί να βοηθηθεί στην πράξη ένα παιδί που παραπαίει, που έλκεται από επικίνδυνες αντιλήψεις, αλλά μέσα του κάτι «κλωτσάει», όπως ο πολύ ενδιαφέρων αμφιλεγόμενος νεαρός της ταινίας σας;

Δεν υπάρχουν εύκολες λύσεις, ούτε μαγικές, θαυματουργές συνταγές. Γι αυτό και η ταινία δεν επιδιώκει να δώσει έτοιμες, οριστικές απαντήσεις, αλλά να θέσει ερωτήματα, να ανοίξει ένα διάλογο. Πιστεύω, ωστόσο, πως για τα παιδιά που μεγαλώνουν μόνα τους σ’ ένα κόσμο από τον οποίο αισθάνονται αποκλεισμένοι, χωρίς ελπίδα για το μέλλον κι αναζητούν εναγωνίως ένα προσανατολισμό, μια ταυτότητα, η έλλειψη ουσιαστικής επικοινωνίας, αγάπης και παιδείας είναι καθοριστική.

Η πανδημία προέκυψε ενώ ετοιμαζόσασταν για γύρισμα. Πόσο δύσκολο ήταν να την εντάξετε ξαφνικά στην ταινία, σε ένα έτοιμο σενάριο; Και μάλιστα δημιουργικά, χρησιμοποιώντας τις μασκες με διττό τρόπο; Είναι εκπληκτικό το οτι οι ιατρικές μάσκες στο «18» γίνονται κουκούλες, δηλαδή γίνονται η κάλυψη των τραμπουκισμών των παιδιών.

Όταν ξέσπασε η πανδημία, βρεθήκαμε μπροστά σε ένα δίλημμα: να αναβάλουμε ή ακόμη και να εγκαταλείψουμε την ταινία ή να προχωρήσουμε; Συζήτησα με τους παραγωγούς, τον Παναγιώτη Κακαβιά και την Κατερίνα Μπεληγιάννη, αλλά και τους συνεργάτες μου και αποφασίσαμε να πάρουμε το ρίσκο, εντάσσοντας την πανδημία στο σενάριο της ταινίας. Ξεκινήσαμε τα γυρίσματα, κολυμπώντας σε αχαρτογράφητα νερά, με μια προσέγγιση σχεδόν ντοκιμαντερίστικη, προσαρμόζοντας τις σκηνές που γυρίζαμε στις πραγματικές συνθήκες που επικρατούσαν και στα υγειονομικά μέτρα που ίσχυαν τότε, χωρίς να ξέρουμε πού θα μας οδηγήσει όλο αυτό και αν θα μπορέσουμε να ολοκληρώσουμε την ταινία.

Έτσι, για να αναφέρω ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα, στην ταινία βλέπουμε ένα σχολείο-φάντασμα με λίγα παιδιά στο προαύλιο και στις τάξεις, με αντισηπτικά, με τις αποστάσεις να τηρούνται αναγκαστικά, τα ομαδικά παιχνίδια να απαγορεύονται κ.λπ., όπως ακριβώς συνέβαινε τότε. Ήθελα η πανδημία να μείνει στο background λειτουργώντας ως καταλύτης και συγχρόνως προσπάθησα να εντάξω δημιουργικά στην ταινία πολλά στοιχεία της που μου φαινόταν πως είχαν ενδιαφέρον, όπως οι μάσκες. Έτσι τα μέλη της ρατσιστικής ομάδας, πριν αναλάβουν δράση, φορούν ιατρικές μάσκες που λειτουργούν ως κουκούλες κρύβοντας τα πρόσωπά τους, ενώ συγχρόνως οι ίδιοι εμφανίζονται ως οι φορείς της καθαρότητας…Θέλουν «να καθαρίσουν την πόλη.»

Ήταν ένα εγχείρημα πολύ γοητευτικό, αλλά με μεγάλο ρίσκο, που εξελίχθηκε σε μια πραγματική δοκιμασία, καθώς οι δυσκολίες ήταν πολλές και χρειάστηκε υπέρβαση απ’ όλους μας για να μπορέσουμε να ολοκληρώσουμε τα γυρίσματα.

.
.
.

Ο αφρικανικής καταγωγής μαθητής της ταινίας, περνά τα πάνδεινα, αλλά δεν επαναστατεί, δεν αντιδρά. Γιατί;

Είναι ένα ευαίσθητο, εσωστρεφές παιδί που μεγαλώνει κάτω από δύσκολες συνθήκες. Στην αρχή αιφνιδιάζεται και, όπως πολλά παιδιά που βρίσκονται σ’ αυτή τη θέση, κλείνεται στον εαυτό του, ντρέπεται να μιλήσει, φοβάται. Στη συνέχεια, ωστόσο, αποφασίζουν μαζί με τον Μιχάλη να αλλάξουν στάση. Δεν επαναστατούν, ωστόσο αντιδρούν και έρχονται σε αντιπαράθεση με την ρατσιστική ομάδα στη σκηνή του μπάσκετ, μια αντιπαράθεση που επιταχύνει την τελική σύγκρουση.

Ο εξαιρετικός «κακός» της ταινίας Νικολάκης Ζεγκίνογλου προέκυψε μέσα από το κάστινγκ; Ή τον είχατε στο μυαλό σας όταν γράφατε την ταινία; Ο ίδιος, αλλά και οι συμπρωταγωνιστές του, είδαν μια πραγματικότητα της δικής τους ζωής, στην ιστορία σας; Είχαν βιώσει κάτι ανάλογο;

Όχι, δεν τον είχα στο μυαλό μου όταν έγραφα το σενάριο, αλλά ήταν από τα πρώτους ηθοποιούς που είδα όταν αρχίσαμε να κάνουμε το casting με τη Ναταλί Παβλόφ. Από την πρώτη κιόλας συνάντησή μας ήμουν βέβαιος ότι ήταν αυτός που έψαχνα. Έτσι δεν χρειάστηκε να κάνω άλλα δοκιμαστικά. Αμέσως συμφωνήσαμε κι αρχίσαμε να δουλεύουμε. Τον ενδιέφερε η ιστορία που θέλαμε να αφηγηθούμε, όπως, άλλωστε και τα υπόλοιπα παιδιά, με τα οποία η συνεργασία μας ήταν εξαιρετική.

Κάποιοι απ’ αυτούς ήταν ερασιτέχνες, μαθητές ακόμη στο Λύκειο, όπως ο Ιωσήφ Γαβριελάτος , ο Αντώνης Τσαμουράς, ο Μάριος Γκιοκουτάι, άλλοι φοιτούσαν σε δραματικές σχολές όπως η Κλέλια Ανδριολάτου και η Μαρίνα Ανυφαντή, και κάποιοι άλλοι ήταν ήδη ηθοποιοί, όπως ο Αναστάσης Λαουλάκος, ο Σταύρος Τσουμάνης, ο Βασίλης Ντάρμας, ο Δημήτρης Αποστολόπουλος.

Παρότι δεν είχαν βιώσει κάτι ανάλογο, τουλάχιστον όχι στον ίδιο βαθμό, είχαν όλοι τους, ο καθένας με τον δικό του τρόπο, τις δικές τους εμπειρίες κι αυτές τις έφεραν στην ταινία και μαζί μ’ αυτές τη δική τους αλήθεια. Έτσι μέσα από τις πρόβες άλλαξαν πολλά. Όχι μόνο διάλογοι. Υπάρχουν ολόκληρες σκηνές στην ταινία που προέκυψαν μέσα από τον αυτοσχεδιασμό των παιδιών.

.
.
.

Τα σόσιαλ μιντια έπαιξαν ρόλο μόνο στη συντηρητικοποίηση της ελληνικής κοινωνίας; Ή και στην αλληλεγγύη της;

Συνέβησαν αναμφίβολα και τα δύο . Η πραγματικότητα που ζούμε είναι πολύ σύνθετη και δε χωράει σε απλουστευτικά σχήματα κι αυτό ήταν κάτι που διαπίστωσα όχι μόνο όταν έκανα την έρευνα κι έγραφα το σενάριο, αλλά και κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων, όπου πολλές από τις βεβαιότητές μου κλονίστηκαν. Βίωσα όχι μόνο τη βία και τον ρατσισμό, αλλά και την γενναιοδωρία των ανθρώπων.

.
.
.

Ο έρωτας μπορεί να στρέψει κάποιον προς τη σωστή ή τη λάθος κατεύθυνση σε τόσο κρίσιμες ηλικίες;

Φυσικά. Ο έρωτας είναι καθοριστικός στη ζωή μας και πολύ περισσότερο βέβαια σ’ αυτή την ηλικία... Μπορεί να επιδράσει πάνω μας καταλυτικά. Αυτό ακριβώς συμβαίνει με έναν από τους τρεις κεντρικούς ήρωες της ταινίας, τον Στέλιο. Η ερωτική του περιπέτεια με την Μαρίνα, ένα κορίτσι με θάρρος και καθαρή ματιά θα τον ταρακουνήσει και θα παίξει καθοριστικό ρόλο στη μεταστροφή του δίνοντας, συγχρόνως, μια άλλη τροπή στην πλοκή της ταινίας.

Τελικά, ποιο μέλλον βλεπετε στη σημερινή Ελλάδα των νέων; Υπάρχουν «δίχτυα ασφαλείας για τα νέα παιδιά; Ή «ο σώζων εαυτόν σωθήτω»;

Ειλικρινά δεν ξέρω την απάντηση. Υπάρχουν αντιστάσεις, αλλά και κίνδυνοι. Δεν πιστεύω, ωστόσο, ότι έχουμε φτάσει σ’ ένα σημείο χωρίς επιστροφή. Όλα ακόμη εξαρτώνται από μας και γι’ αυτό η ευθύνη μας είναι μεγάλη. Έχω την εντύπωση πως ο κόσμος που ξέραμε αλλάζει με πολύ γρήγορους ρυθμούς που μερικές φορές αδυνατούμε να ακολουθήσουμε. Νομίζω ότι είναι ανάγκη να επανεξετάσουμε τις βεβαιότητές μας και να ξαναδούμε τα πράγματα από την αρχή.