Πώς τελειώνει ένας (ουκρανικός) πόλεμος;

Οι δύο σχολές σκέψης για τον τερματισμό του: Ειρήνη ή Δικαιοσύνη; Επίσης μετά τον Πριγκόζιν (Wagner), τον Ναβάλνι και την Αβντιίβκα ποιος έχει σειρά;
via Associated Press

«Ποθεινόν εστί υγίεια νοσούσι και πολεμουμένοις ειρήνη»

(Πλούταρχος, Λαχταρούν την υγεία αυτοί που είναι άρρωστοι, και αυτοί που πολεμούν λαχταρούν την ειρήνη)

Ο συνεχιζόμενος (για δύο χρόνια) ΡωσοΟυκρανικός πόλεμος προκαλεί προβληματισμό τόσο για την αποτελεσματικότητα των κυρώσεων της Δύσης εναντίον της Ρωσίας όσο και για τα όρια – περιθώρια αντοχής της Ρωσικής οικονομίας. Οι εκτιμήσεις των δυτικών (Η.Π.Α. – Ε.Ε.) για το γονάτισμα της ρωσικής οικονομίας φαίνεται να διαψεύδονται από τις εναλλακτικές λύσεις του Πούτιν στο θέμα της διάθεσης σε άλλες χώρες (Κίνα – Ινδία) του πετρελαίου και του φυσικού αερίου. Πολλοί ειδικοί εκτιμούν πως οι κυρώσεις πλήττουν και τις οικονομίες της δύσης και ο χειμώνας, όπως και η ενεργειακή κρίση, δεν δοκιμάζει μόνο την υπομονή των πολιτών αλλά και τους δημοκρατικούς θεσμούς.

Δεν είναι λίγοι εκείνοι που πιστεύουν πως ένας από τους στόχους του Πούτιν είναι και η αποδυνάμωση του κοινωνικού ιστού των δυτικών κοινωνιών που θα έχει ως αποτέλεσμα τις κοινωνικές εξεγέρσεις και την αμφισβήτηση της πολιτικής των ηγετών. Κι αυτό γιατί η Ρωσία δεν αντιμετωπίζει τέτοια προβλήματα λόγω της αυταρχικότητας του Πούτιν και της έλλειψης δημοκρατικών θεσμών.

Η δύση (Η.Π.Α. – Ε.Ε.) και η Ρωσία είναι δύο ασύμμετρες οντότητες. Η δύση χαρακτηρίζεται από τον φιλελευθερισμό (πολιτικό, κοινωνικό, οικονομικό), την πολυφωνία και τους δημοκρατικούς θεσμούς. Αντίθετα, η Ρωσία συνιστά εξόφθαλμα μία αυταρχική οντότητα με εμφανείς τους κατασταλτικούς μηχανισμούς. Εξάλλου η Ρωσία δεν γνώρισε ποτέ την δημοκρατία δυτικού τύπου. Η κατάρρευση του κομμουνισμού και η διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης δεν στάθηκαν αρκετά για την δημοκρατικοποίηση του καθεστώτος. Ίσως γι’ αυτό η επικοινωνία και η συνεννόηση των δύο αυτών οντοτήτων είναι δύσκολη.

Τον προβληματισμό-σκεπτικισμό και την αγωνία όλων για τον χρόνο του Ουκρανικού πολέμου τρέφουν και διογκώνουν τα νέα δεδομένα από τον πόλεμο του Ισραήλ. Οι ΗΠΑ και η Ε.Ε εμφανίζονται αμήχανες και ίσως σε λίγο “κουρασμένες” (οικονομικά, διπλωματικά, στρατιωτικά ) από το νέο αυτό πολεμικό μέτωπο, κι ας μην είναι δικός τους πόλεμος. Για πόσο χρόνο ακόμη οι πολιτικές ηγεσίες της Δύσης θα πείθουν τους πολίτες τους για την αναγκαιότητα στήριξης τόσο της Ουκρανίας όσο και του Ισραήλ;

Οι δύο σχολές σκέψης

Με όλα τα παραπάνω ως δεδομένα και μπροστά στο φάντασμα της Οικονομικής κρίσης (επισιτιστικό πρόβλημα, ξεσηκωμός αγροτών) στις δυτικές κοινωνίες αναπτύσσονται δύο σχολές σκέψης για τον ουκρανικό πόλεμο. Η μία είναι αυτή της ειρήνης (Peace) και η άλλη αυτή της δικαιοσύνης (Justice).

Η σχολή της ειρήνης προβάλλει την άμεση αναγκαιότητα μιας γρήγορης και ειρηνικής διευθέτησης των ΡωσοΟυκρανικών διαφορών. Αυτό σημαίνει μία υποχώρηση των Ουκρανών και του Ζελένσκι και μία παραχώρηση των ανατολικών περιοχών της χώρας στη Ρωσία. Έτσι θα σωθεί – αν έμεινε κάτι ακόμη όρθιο – το υπόλοιπο τμήμα της Ουκρανίας, η Ρωσία θα υποχωρήσει ως νικήτρια και η δύση δεν θα υποστεί τα χειρότερα. Αν δεν γίνουν όλα τα παραπάνω πολλοί οικονομολόγοι προβλέπουν πως το μέλλον θα είναι εφιαλτικό τόσο για την Ουκρανία όσο και για τη Δύση. Ήδη στις ΗΠΑ και στην Ε.Ε είναι έκδηλη η κόπωση από την οικονομική και στρατιωτική υποστήριξη προς την Ουκρανία.

Η σχολή της δικαιοσύνης πρεσβεύει πως κάθε υποχώρηση της Ουκρανίας και της Δύσης από τις βασικές αρχές του διεθνούς δικαίου, χάριν μιας επίπλαστης ειρήνης, θα συνιστά μία sui generis αυτοκτονία της δύσης. Το προηγούμενο της δύσης που είχε αποδεχτεί χωρίς ηχηρές αντιδράσεις την προσάρτηση της Κριμαίας κι άλλων περιοχών από την Ρωσία θα θρέψει τον ρωσικό επεκτατισμό. Η ειδοποιός διαφορά της προσάρτησης της Κριμαίας και του Ουκρανικού πολέμου βρίσκεται στο στοιχείο της ευθείας αμφισβήτησης της κρατικής οντότητας της Ουκρανίας. Ανερυθρίαστα ο Πούτιν αμφισβήτησε τον πολιτισμό, την παράδοση, την γλώσσα και την εθνικότητα των Ουκρανών. Αυτό και μόνο καταδεικνύει πως κάθε απομάκρυνση από τις αρχές του δικαίου θα μεταφραστεί από την Ρωσία ως αδυναμία της δύσης κι επιβράβευση της «ηθικής» της δύναμης των Ρώσων.

Η κριτική των δύο σχολών σκέψης

Υπέρμαχοι της πρώτης σχολής (Ειρήνης) είναι όσοι αντιμετωπίζουν τον ουκρανικό πόλεμο με ρεαλισμό λαμβάνοντας υπόψη τα νέα δεδομένα. Σε αυτούς ανήκε και ο Χένρι Κίσινγκερ που στα 99 του χρόνια είχε το θάρρος να δημοσιοποιεί και να εξωτερικεύει όσα πολλοί άλλοι τα σκέπτονταν. Πρότεινε, δηλαδή, έναν συμβιβασμό για τον τερματισμό του πολέμου με την παραχώρηση κάποιων ουκρανικών εδαφών στην Ρωσία. Ωστόσο, η αποδοχή αυτής της σχολής σκέψης δεν θα συνιστούσε μόνον μία ήττα της Ουκρανίας αλλά και της δύσης σε διπλωματικό και γεωπολιτικό επίπεδο. Ποιος μπορεί να αποκλείσει πως στο μέλλον η Ρωσία δεν θα επαναλάβει τις πολεμικές επιχειρήσεις με απώτατο στόχο την εδαφική διεύρυνσή της προς δυσμάς ( Βαλτικές χώρες…);

Στα αρνητικά αυτής της σχολής συγκαταλέγεται και η δικαίωση των αναθεωρητισμών που προβάλλονται επίμονα από κάποιες χώρες, όπως από την Τουρκία. Αυτές οι χώρες έχοντας ως «δεδικασμένο» την ικανοποίηση του ρώσικου αναθεωρητισμού θα τολμήσουν διακινδυνεύοντας να προχωρήσουν σε ανάλογες πολεμικές επιλογές. Η Ελλάδα ανήκει σε εκείνες τις χώρες που θα δεχτούν σκληρή πίεση από τον αναθεωρητισμό των Τούρκων που πυροδοτείται από έναν οθωμανικό μεγαλοϊδεατισμό.

Οι θεωρητικοί της δεύτερης σχολής, της δικαιοσύνης, διατείνονται πως ο ουκρανικός πόλεμος είναι μία χρυσή ευκαιρία να επιβεβαιωθεί η ισχύς του διεθνούς δικαίου και να ακυρωθούν στην πράξη και «εν τη γενέσει» τους όλοι οι αναθεωρητισμοί. Κάθε υποχώρηση από τις αξίες του δικαίου θα συνιστούσε μία δικαίωση της «δύναμης», όπως την περιέγραψε με ωμότητα ο Θουκυδίδης στον διάλογο Αθηναίων και Μηλίων:

«Οι δυνατοί πράττουν όσα τους επιτρέπει η δύναμή τους»

Η σχολή της δικαιοσύνης λειτουργεί ως ανάχωμα στην επιθετικότητα κάποιων χωρών που στοχεύουν στην αποδόμηση ιστορικών συμφωνιών. Δρα ανασταλτικά στην μη ρεαλιστική επιμονή κάποιων ηγετών για ξαναμοίρασμα του κόσμου. Σε ένα άλλο επίπεδο η σχολή αυτή προστατεύει τις μικρότερες και στρατιωτικά αδύναμες χώρες από την επιθετικότητα κάποιων ισχυρών κρατών. Κάθε αμφισβήτηση ή παραβίαση των κανόνων του διεθνούς δικαίου μπορεί να προκαλέσει ρωγμές και τεκτονικά ρήγματα στην διεθνή ασφάλεια και ειρήνη.

Η θέση της Ελλάδας

Σε έναν κόσμο που από τον παραδοσιακό διπολισμό προχωρά γοργά στον πολυπολισμό η Ελλάδα δεν έχει άλλη επιλογή από το να συνταχθεί με τις επιταγές της σχολής της δικαιοσύνης. Η ενίσχυση της αμυντικής της ικανότητας και η σύναψη ισχυρών συμμαχιών αποτελούν την αναγκαία προϋπόθεση για την μελλοντική της πορεία. Η υπεράσπιση του δικαίου δεν μπορεί να συνυπάρξει με την «ουδετερότητα» που κάποιοι επίμονα ζητούν. Η ουδετερότητα απέναντι σε κάθε «εισβολέα» μάς καθιστά αφερέγγυους και αδυνατίζει τα εθνικά μας δίκαια.

Στην διεθνή πολιτική τίποτα δεν θεωρείται ακλόνητο και δεδομένο. Χρειάζονται λεπτοί χειρισμοί αλλά και αποφασιστικότητα όταν και όπου χρειαστεί. Μία χώρα μπορεί να επιβιώσει με τα στρατιωτικά της πλεονεκτήματα και με την βοήθεια των συμμάχων. Μία χώρα με ισχυρούς συμμάχους αλλά αδύναμη κι απροετοίμαστη στρατιωτικά καθίσταται έρμαιο των προθέσεων και των συμφερόντων των δυνατών.

«Διπλωματία χωρίς όπλα είναι σαν μουσική χωρίς όργανα» (Φρειδερίκος Β΄, αυτοκράτορας της Πρωσίας)

  • Το παραπάνω κείμενο αλιεύτηκε από το βιβλίο του συγγραφέα, Ηλία Γιαννακόπουλου, «Ουκρανικός Πόλεμος» (Εκδόσεις Γραφή).

Δημοφιλή