ΤΟ BLOG
05/06/2018 15:29 EEST | Updated 05/06/2018 15:29 EEST

Πώς τον λεν, πώς τον λεν τον ποταμό; Ιλισσό, Ιλισσό!

Commons wikimedia

Συγκλονίστηκα την Παρασκευή 11 Μαΐου 2018 όταν είδα τη γη να καταπίνει τα αυτοκίνητα στο ελεύθερο πάρκινγκ της Καλλιθέας, δίπλα στο σταθμό του ΗΣΑΠ Ταύρος/ «Ελευθέριος Βενιζέλος». Σε ελάχιστο χρόνο κατέφθασαν οι περίοικοι και αρκετοί δημοσιογράφοι-φωτορεπόρτερ για να «καλύψουν» την είδηση της μέρας, την αποκάλυψη του Ιλισού. Τρία αυτοκίνητα βούτηξαν στον ποταμό, ακούστηκε να λέει κάποιος με διάθεση ν αστειευτεί, αφού κανένα απ αυτά δεν ήταν δικό του. Κοσμοσυρροή, έκπληξη και αμηχανία. Το σάστισμα ακολούθησαν απανωτές λήψεις του συμβάντος απ όλες τις γωνίες. Η ατμόσφαιρα έγινε ακόμα πιο βαριά από την έντονη μυρωδιά της υγρασίας που αναδύθηκε από την θαμμένη κοίτη του ποταμού.

Ήταν αναμενόμενο να συμβεί αυτό, είπε ο Γιάννης, αφού χρόνια τώρα ο Ιλισσός ασφυκτιούσε από το βάρος του «πολιτισμού» που δεν άντεχε να σηκώνει στις πλάτες του. Ήρθε η ώρα να ανασάνει. Η κουβέντα της παρέας εξελίχθηκε με ενδιαφέρον για την ιστορία του αρχαιότερου ποταμού της Αθήνας. 

Archive

Ανηφορίζοντας με τα πόδια προς τη Γέφυρα της Χαμοστέρνας οι Πετραλωνίτες θυμήθηκαν τις «Τρεις Γέφυρες». Η τρίτοξη γέφυρα του Ιλισσού που η κατασκευή της άρχισε το 1868 για τη διέλευση του Ηλεκτρικού Σιδηροδρόμου Αθηνών (Θησείο)-Πειραιώς και διατηρήθηκε μέχρι το 1985 είχε πολλά να διηγηθεί για τα μυστικά του Ιλισσού… Ο Γιάννης γέννημα-θρέμμα Πετραλωνίτης θυμόταν τα πρώτα χρόνια της ζωής του όταν περνούσε από το ξύλινο γεφυράκι προς την Καλλιθέα για παιχνίδι και βόλτες στου «Χαροκόπου». Κάτω από το γεφυράκι κυλούσε ο Ιλισσός που το χειμώνα φούσκωνε επικίνδυνα. Επάνω στις παλιές «Τρεις Γέφυρες» η παρέα στάθηκε ν`ακούσει τη γλυκιά μελωδία του Χατζηδάκη από τα χείλη της Ευτέρπης: «Πως τον λεν, πως τον λεν τον ποταμό; Ιλισσό, Ιλισσό!».

Η Μούσα που κατοικούσε στις όχθες του Ηιλισού, θεραπαινίδα της μουσικής μα και της μνήμης τους μάγεψε και ξαφνικά ζωήρεψε τη ροή του νερού ταυτόχρονα με τη ροή των αυτοκινήτων στην Καλλιρόης. Ο θόρυβος των μηχανών ακουγόταν γλυκό κελάρυσμα. Εύκολα πέρασαν στον τόπο και τον χρόνο που ο ημίθεος Ιλισός τους οδηγούσε. Στ` αλήθεια το ποτάμι πήρε το όνομά του από τον ημίθεο Ιλισό, γιο του Ποσειδώνα και της Δήμητρας που λατρευόταν σε ιερό κοντά στο λόφο του Αρδηττού.

Το όνoμα Ηιλισός εμφανίζεται για πρώτη φορά σε επιγραφές του 5ου αι.π.Χ . Οι πηγές του ποταμού βρίσκονται στις βορειοδυτικές πλαγιές του Υμηττού. Στην πορεία του από την Καισαριανή προς την Αθήνα δρόσιζε εξωτερικά τα τείχη των Αθηνών και χρησίμευε ως φυσικό όριο της πόλης. Κατηφορίζοντας προς τη θάλασσα συναντιόταν με το βαθυδίνη Κηφισό και βουτούσαν μαζί στο Σαρωνικό μέχρι το χωρισμό τους (Αρχή εκτροπής Ιλισού το 1905). Το οφιοειδές σχήμα της οδού Μιχαλακοπούλου θύμιζε ότι στο παρελθόν ο δρόμος ήταν ποτάμι. Εξάλλου η θέση των αρχαίων Γυμνασίων της Αθήνας (Κυνόσαργες, Λύκειο Αριστοτέλη) κοντά στις όχθες του Ιλισού μαρτυρά την αξία του ποταμού στην καλλιέργεια της σκέψης και της γης όταν η Αθήνα ήταν το πανελλήνιο κέντρο της φιλοσοφίας.

Ο Πλάτωνας στον Φαίδρο μιλάει για την ομορφιά του Ιλισού και τον αποκαλεί «υδάτιον» (ρεματάκι) για την καλοκαιρινή μείωση της ροής του ενώ ο δάσκαλός του Σωκράτης απολάμβανε στους περιπάτους του τον καθαρό αέρα και δρόσιζε τα πόδια του στο ποτάμι. Στις όχθες του τριγυρνούσαν οι Ναϊάδες γι αυτό ο Ιλισός και η νύμφη Καλλιρόη παριστάνονταν στο δυτικό αέτωμα του Παρθενώνα. Σήμερα ο Ειλισσός(;) μαζί με άλλα «Ελγίνεια μάρμαρα» του Παρθενώνα βρίσκονται στο Βρετανικό Μουσείο ενώ το 2014 στάλθηκε ως δάνειο στο Ερμιτάζ της Αγίας Πετρούπολης(Λένινγκραντ) προς δόξα του ποταμού. Από την μυθολογία και την ιστορία του είναι προφανής η αξία και η συμβολή του στο κάλλος της Αττικής γης. Την περίοδο της Τουρκοκρατίας όταν η Αθήνα ήταν ένα μικρό χωριό ο Ιλισός έδινε ζωή και δημιουργούσε ένα όμορφο φυσικό περιβάλλον ευεργετικό για τους κατοίκους και τις καλλιέργειες. Με την έλευση του Όθωνα (1833) άρχισε και η καταστροφή του Ιλισού. 

wikimedia commons
Ιλισσός 1833

Όταν συγκροτήθηκε το «ελεύθερο» ελληνικό βασίλειο (1832-1862), η Δημογεροντία παρέδωσε την διαχείριση των υδάτων των ποταμών στον πάμπτωχο Δήμο Αθηναίων. Με τον πρώτο δοτό και φιλοβασιλικό δήμαρχο, δημογέροντα Ανάργυρο Πετράκη (1835-1837 και 1841-1844), άρχισε η «αξιοποίηση» του Ιλισού για τα έργα οδοποιίας. Ο Δήμος Αθηναίων πωλούσε το αμμοχάλικο της κοίτης του Ιλισού στους εργολάβους για να στρωθούν οι δρόμοι της πόλης.

Όλα τα χρόνια της βασιλείας του Όθωνα αυτό ήταν το υλικό με το οποίο στρώνονταν οι δρόμοι των Αθηνών. Η αφαίρεση της άμμου από τον Ιλισό έγινε «συνήθεια» και συνεχίστηκε ως τις πρώτες δεκαετίες του εικοστού αιώνα. Αυτή η αξιοποίηση ήταν ταυτόχρονα και κακοποίηση του ποταμού. Ήταν η αρχή του τέλους για τον ημίθεο Ιλισό αλλά με το θάνατό του το Δημόσιο βγήκε κερδισμένο με 400.000 δρχ. ετησίως. Μπροστά σ αυτή την κερδοφόρα «ανάπτυξη» ο μηχανικός-πολεοδόμος Κωνσταντίνος Δοξιάδης και ο Δήμαρχος Σπύρος Πάτσης «εξυμνούσαν» τις αρετές του αρχαίου Ιλισού και από την άλλη οι εργολάβοι αφαιρούσαν την άμμο, τα σπλάχνα του ποταμού, την πωλούσαν και κέρδιζαν.

Με την πάροδο του χρόνου αργά αλλά σταθερά το ποτάμι αφυδατώθηκε και χρησιμοποιήθηκε ως τόπος υποδοχής διαφόρων αποβλήτων (βυρσοδεψίας, ζυθοποιίας, αποχεύτευσης) γεγονός που προκαλούσε τον σχηματισμό νοσογόνων εστιών μόλυνσης.

Τη δεκαετία του 1930 με την αρχή των έργων «υγιεινής» και «πολιτισμού» ο δικτάτορας Μεταξάς αποτελείωσε τη δημοκρατία και τον ποταμό και το 1939 διαφήμιζε την εξυγίανση του Ιλισού με την πομπώδη γνωστή έκφραση «Θάπτομεν τον Ιλισσόν», όταν άρχισε την επιχωμάτωσή του. Αυτή την «αξιοποίηση» διέκρινε και επέκρινε ένας σοφός καμπουριασμένος γέροντας, ο «Αναδρομάρης» της Αττικής, Δημήτριος Καμπούρογλου (1852-1942) ο οποίος προσπάθησε να αποτρέψει το έγκλημα. Ο ιστοριοδίφης και λαογράφος της πόλης των Αθηναίων χαρακτήρισε την κάλυψη του Ιλισού δεύτερη καταστροφή μετά από αυτήν του Παρθενώνα, την οποία έκαναν οι ξένοι ενώ αυτή έγινε από έλληνες όπως τουλάχιστον φέρονται στα μητρώα των αρρένων. 

Archive
Ιλισσός 1875

Η κριτική του Δ.Καμπούρογλου επιβεβαιώνει την άποψη ότι στην κυρίαρχη αστική πολιτική υπερτερούν τα οικονομικά συμφέροντα της ντόπιας και ξένης ολιγαρχίας ενώ οι άνθρωποι του πνεύματος στην καλύτερη περίπτωση χρησιμοποιούνται ως άλλοθι και για εκτόνωση των αντιδράσεων. Οι απόψεις των διανοούμενων περί της ηθικής και του ωραίου παραμένουν στα συρτάρια της εξουσίας με την αιτιολογία ότι σκοντάφτουν στις ανάγκες της καθημερινότητας. Η κατεστραμμένη μεταπολεμική Ελλάδα του `50 επιζητούσε «παρεμβάσεις ανάπτυξης» και στήριξης από τους « φίλους» και συμμάχους Αμερικανούς.

Με το σχέδιο Μάρσαλ φάνηκε η δύναμη της Αμερικής και ποιος είχε το πάνω χέρι στη μικρή και εξαρτημένη Ελλάδα. Με την εφαρμογή του σχεδίου Μάρσαλ διατέθηκαν περισσότερα από 65 δις για αντιπλημμυρικά έργα. Σ` αυτά εντάχθηκε και η εξαφάνιση του Ιλισού. Δε βαριέσαι, Μάρσαλ κι` όλα τσιμέντο να γίνουν. Στην κυριολεξία. Επί εθνοσωτήριας και «ριζοσπαστικής» κυβέρνησης Κ.Καραμανλή(1955-1963) εξαφανίστηκε το ποτάμι για να περάσουν από πάνω τα αυτοκίνητα. Η εμφάνιση των λεωφόρων Μιχαλακοπούλου, Β.Κωνσταντίνου και Καλλιρόης έδωσαν νέα ώθηση στην κοινωνία της ταχύτητας. Ο ποταμός εγκιβωτίστηκε, κυλάει υπόγεια και κρυφά, αθόρυβα και άοσμα κάτω από σχάρες και μπετά σα να ντρέπεται για το κατάντημά του.

Η ντροπή αντίθετα ανήκει στην εκσυγχρονιστική πολιτική της εποχής που εξαφάνισε τα ποτάμια της Αθήνας και κατάντησε την πρωτεύουσα της Ελλάδας μοναδική πόλη στην Ευρώπη με τέτοια στέγνη. Η παρέα επάνω στις παλαιές «Τρείς Γέφυρες» έβλεπε τον Ηιλισό να ανασαίνει μέσα από το ρήγμα του «πολιτισμού» και κατηφόρισε στον τόπο του εγκλήματος με την ελπίδα μήπως ξυπνήσουν οι κοιμισμένες συνειδήσεις. Μπροστά στο ρήγμα τους περίμενε η τελευταία έκπληξη. Οι υπεύθυνοι του Δήμου φοβισμένοι από την ανάσταση του ποταμού φρουρούσαν την αποκάλυψη της κοίτης «δια τον φόβο των Ιουδαίων». Τι τους φοβίζει άραγε; Η εις Άδου Κάθοδος των κοινών θνητών περαστικών στο λάκκο ή μήπως η ντροπή για την κακοποίηση της φύσης ;

Επάνω στις κορδέλες του επιτάφιου ρήγματος ο Ποιητής κρέμασε πρόχειρες λέξεις για την περίσταση: « Δεν έχουμε ποτάμια δεν έχουμε πηγάδια δεν έχουμε πηγές, μονάχα λίγες στέρνες, άδειες κι αυτές…».