Προδημοσίευση: «Κορετζιντόρα» της Γκέιλ Τζόουνς. Η συγγραφέας που καθήλωσε την Τόνι Μόρισον

Η μεταφράστρια Αργυρώ Μαντόγλου ιχνηλατεί την πορεία της Τζόουνς στη HuffPost, με αφορμή το βιβλίο που κυκλοφορεί πρώτη φορά στα ελληνικά.

Κεντάκι, 1947. H Ούρσα, τραγουδάει τα µπλουζ ενώ την κατατρώει το µίσος της για τον Κορετζιντόρα, έναν ιδιοκτήτη σκλάβων του δέκατου ενάτου αιώνα, που καταδυνάστευε τη µητέρα και τη γιαγιά της. Έχοντας επωµιστεί το βάρος της «δηµιουργίας απογόνων», η Ούρσα Κορετζιντόρα αδυνατεί να αντεπεξέλθει σε αυτή την υποχρέωση καθώς µένει στείρα µετά από έναν άγριο καβγά µε τον σύζυγό της. Στοιχειωµένη από τα φαντάσµατα της σκλαβιάς και τραυµατισµένη από την έλλειψη αγάπης και τη θλίψη, η Ούρσα αργά αλλά σταθερά θέτει τους δικούς της όρους υπερασπίζοντας τη γυναικεία της υπόσταση.

Το πρώτο βιβλίο της Γκέιλ Τζόουνς «Κορετζιντόρα», το μυθιστόρημα με το οποίο η συγγραφέας έκανε το ντεμπούτο της σε ηλικία μόλις 25 ετών, καθηλώνοντας το 1975 τη βραβευμένη με Νόμπελ και Πούλιτζερ, Τόνι Μόρισον (1931 - 2019), κυκλοφορεί πρώτη φορά στα ελληνικά από τις εκδόσεις Κλειδάριθμος -στα βιβλιοπωλεία 6 Απριλίου.

Ένα βιβλίο καταπέλτης, σκληρό, αµείλικτο, σοκαριστικά αληθινό. Μια συγκλονιστική ιστορία για τη γυναίκα, για την κακοποίηση κάθε µορφής, για τον ρατσισµό, για τη χειραγώγηση και για τον τρόπο µε τον οποίο το παρελθόν και όσα βίωσαν οι πρόγονοί µας µπορούν να επηρεάσουν και να στιγµατίσουν ανελέητα τις επόµενες γενεές.

Η μεταφράστρια του βιβλίου Αργυρώ Μαντόγλου σκιαγραφεί στη HuffPost το πορτρέτο της Γκέιλ Τζόουνς, αναφέρεται στις λεπτομέρειες της διαδρομής της που τονίζονται και αυτές που παραλείπονται, θυμίζει πώς περιέγραψε σε κείμενο της η Μόρισον την εμπειρία της, ενώ σημειώνει ότι τα έργα της Τζόουνς (η οποία επέστρεψε πρόσφατα μετά από χρόνια σιωπής με νέο μυθιστόρημα) διαβάστηκαν και αξιολογήθηκαν εκ νέου την εποχή του #metoo.

Τόνι Μόρισον (AP Photo/Guillermo Arias, File)
Τόνι Μόρισον (AP Photo/Guillermo Arias, File)
via Associated Press

-Η Τόνι Μόρισον, επιμελήτρια τότε στον εκδοτικό οίκο Random House, είχε δηλώσει ότι η Τζόουνς άλλαξε με το βιβλίο αυτό διά παντός τη (γυναικεία) μαύρη λογοτεχνία. Ποιά είναι η συγγραφέας που αποσύρθηκε από τον δημόσιο βίο το 1998, αρνούμενη έκτοτε να δώσει συνεντεύξεις και να φωτογραφηθεί, ενώ πριν από μήνες δημοσίευσε το νέο της μυθιστόρημα που, σύμφωνα με δημοσιεύματα, έγραφε επί είκοσι χρόνια;

Η συμβατική ιστορία της ζωής της Γκέιλ Τζόουνς εστιάζεται στα γεγονότα τα οποία, φυσικά, κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί. Ωστόσο, τονίζονται συγκεκριμένες λεπτομέρειες ενώ παραλείπονται άλλες εξίσου σημαντικές. Αυτή η (επιφανειακή) ιστορία επαναλαμβάνεται σε πολλά άρθρα για την καινοτομική, μυστηριώδη αφροαμερικανίδα συγγραφέα. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Κεντάκι σε ένα σπίτι με εξωτερική τουαλέτα (αυτή την λεπτομέρεια την αναφέρουν όλοι). Κάποιοι γενναιόδωροι ευεργέτες την απομάκρυναν από το Κεντάκι, έφυγε για το Κονέκτιτατ όπου και φοίτησε στο Connecticut College και συνέχισε την διδακτορική της διατριβή με τον γνωστό ποιητή Μάικλ Χάρπερ, ο οποίος τη σύστησε στην Τόνι Μόρισον που εκείνον τον καιρό εργαζόταν ως επιμελήτρια στο Random House -όπου και δημοσιεύτηκε το πρώτο της μυθιστόρημα Κορετζιντόρα (1975) το οποίο και απέσπασε διθυραμβικές κριτικές. Η Τζόουνς ήταν μόλις 25 ετών. Μετά από αυτή την εκρηκτική πρώτη εμφάνιση, το δεύτερο (αλλά και τα επόμενα μυθιστόρηματά της) δεν είχαν την ίδια θερμή υποδοχή, καθώς πολλοί σχολίασαν αρνητικά τη βία και τον ωμό τρόπο αποτύπωσης της κακοποίησης που είχαν υποστεί οι μαύρες γυναίκες του αμερικανικού νότου.

“«Αυτό το κορίτσι έχει αλλάξει τους όρους και τους κανόνες. Έχω εντυπωσιαστεί τόσο πολύ που δεν προλαβαίνω να θυμώσω από το γεγονός ότι είναι μόλις 24 χρόνων και δεν έχει  το δικαίωμα να γνωρίζει τόσα πολλά και τόσο βαθιά...»”

Αργότερα εργάστηκε ως μέλος του προσωπικού του Πανεπιστημίου του Μίτσιγκαν όπου και γνώρισε τον Μπομπ Χίγκινς, έναν μάλλον ψυχικά άρρωστο άντρα. Το 1983 όταν ο Χίγκινς ήρθε σε μια άγρια συμπλοκή σε μια διαδήλωση, η Τζόουνς παραιτήθηκε και έφυγαν για την Ευρώπη. Κάποια στιγμή στα τέλη της δεκαετίας του ογδόντα, μετά τον θάνατο του πατέρα της, η Τζόουνς και ο Χίγκινς επιστρέφουν μυστικά στις Ηνωμένες πολιτείες. Όταν η άρρωστη μητέρα της Τζόουνς πεθαίνει το 1997, ισχυρίστηκαν ότι ο θάνατός της οφειλόταν σε ανελλιπή ιατρική φροντίδα. Ο Χίγκινς έγινε στόχος της αστυνομίας, μετά από απειλές που έκανε στο πανεπιστήμιο του Κεντάκι, και όταν οι αστυνομικοί πήγαν να τον συλλάβουν στο σπίτι τους, αυτοκτόνησε. Οι κριτικοί είπαν, ότι η Τζόουνς ζούσε ένα δράμα ανάλογο με τα μυθιστορήματά της. Έκτοτε εξαφανίστηκε.

“Δεν εξωραΐζει τη βία που έχουν υποστεί γενιές και γενιές μαύρων γυναικών, δεν ωραιοποιεί την κακοποίηση, αλλά ούτε και δικαιολογεί  όλες τις συμπεριφορές των θυμάτων”

Μια άλλη, όχι εξίσου πικάντικη λεπτομέρεια από τη ζωή της Τζόουνς, η οποία ελάχιστα αναφέρεται είναι η εξής: Μεγάλωσε σε ένα σπιτικό που εκτιμούσε τις λογοτεχνικές αφηγήσεις. Η γιαγιά της, Αμάντα Γουίλσον, έγραφε θεατρικά έργα που ανέβηκαν σε σχολεία, εκκλησίες, καθώς και στο Kentucky State University. Η δε μητέρα της, Λουσίλ, διάβαζε στην ίδια και στον αδελφό της όταν ήταν παιδιά, ιστορίες που είχε γράψει η ίδια. Σε μεγάλη ηλικία η μητέρα της δημοσίευσε παραμύθια και μυθιστορήματα όπου διαφαίνεται πόσα πρέπει να είχε διδαχτεί η κόρη από εκείνη. Η Γκέιλ άρχισε να γράφει τις δικές της ιστορίες πολύ νωρίς, όταν ακόμα ήταν μαθήτρια του γυμνασίου.

-Ποιό στοιχείο καθιστά το μυθιστόρημα κλασικό;

Μόλις η Τόνι Μόρισον άρχισε να διαβάζει το Κορετζιντόρα, καθηλώθηκε. Περιέγραψε την εμπειρία σε δημοσιευμένο κείμενό της ως εξής: «Αυτό το κορίτσι έχει αλλάξει τους όρους και τους κανόνες. Έχω εντυπωσιαστεί τόσο πολύ που δεν προλαβαίνω να θυμώσω από το γεγονός ότι είναι μόλις 24 χρόνων και δεν έχει το δικαίωμα να γνωρίζει τόσα πολλά και τόσο βαθιά. Έγραψε μια ιστορία όπου καταφέρνει να διηγηθεί συμπυκνωμένα το αδιανόητο. Την γυναικεία υποχρέωση να κάνει απογόνους, ως μια δυναμική αλλά και βίαια πολιτική πράξη».

“Η Τζόουνς δεν είναι αυτοβιογραφική, όπως πολλοί ισχυρίστηκαν, αλλά έχει καταφέρει να περιγράψει το τραύμα των αφροαμερικανών, όπως αυτό μεταφέρεται από γενιά σε γενιά”

Η Ούρσα, η ηρωίδα του Κορετζιντόρα αποποιείται τον ρόλο της μητρότητας και, αντ’ αυτού, εστιάζεται στην ανακάλυψη της δικής της φωνής, γεγονός που υπό μια έννοια, απηχούσε και τα αιτήματα της εποχής που γράφτηκε το βιβλίο. Ωστόσο δεν εξωραΐζει τη βία που έχουν υποστεί γενιές και γενιές μαύρων γυναικών, δεν ωραιοποιεί την κακοποίηση, αλλά ούτε και δικαιολογεί όλες τις συμπεριφορές των θυμάτων, παρουσιάζοντας γυναίκες να ανταποδίδουν τη σκληρότητα που έχουν βιώσει, με όλους τους δυνατούς τρόπους. Ίσως, υπαινίσσεται η συγγραφέας, η «κάθαρση» να είναι αδύνατη όταν μια μαύρη γυναίκα έχει ζήσει τη βία στο πετσί της.

Η Γκέιλ Τζόουνς σε υποχρεώνει να αντικρίσεις την πραγματικότητα της σεξουαλικής βίας, την ενοχή, την ντροπή, ακόμα και τη σχέση που δημιουργείται ανάμεσα σε θύτη και σε θύμα και την προσκόλληση που νιώθουν οι επιζήσασες με εκείνους που τους έχουν βλάψει εξακολουθητικά. Η Τζόουνς δεν είναι αυτοβιογραφική, όπως πολλοί ισχυρίστηκαν, αλλά έχει καταφέρει να περιγράψει το τραύμα των αφροαμερικανών, όπως αυτό μεταφέρεται από γενιά σε γενιά. Τα μπλουζ, οι στίχοι και ο ρυθμός τους, προσδίδουν στο κείμενο μελωδικότητα και τραγικότητα αλλά και το πλήθος των πειραματικών τεχνικών που δοκιμάζει -η πολυφωνία, οι διαπλεκόμενες αφηγήσεις, οι αναπάντητες ερωτήσεις, καθιστούν το μυθιστόρημα ένα υποδειγματικό έργο του μοντερνισμού.

Την εποχή του #metoo τα έργα της διαβάστηκαν και αξιολογήθηκαν εκ νέου, η συγγραφέας που είχε αποσυρθεί για τόσα χρόνια επανέρχεται με το magnus opus της, το «Palmares», ένα μυθιστόρημα που έχει συγκριθεί με «Τα εκατό χρόνια μοναξιάς» του Μαρκές, όπου μας δίνεται η ευκαιρία να δούμε το πώς χειρίστηκε, εξέλιξε η συγγραφέας, τα θέματα και τις τεχνικές της, αλλά και το πώς ενσωμάτωσε τις προφορικές αφηγήσεις του αμερικανικού νότου.

Το δε «Κορετζιντόρα» θεωρείται πλέον κλασικό έργο και μεταφράζεται για πρώτη φορά στη γλώσσα μας.

Η HuffPost προδημοσιεύει απόσπασμα:

«Θα με συγκινούσε το ίδιο. Τώρα ίσως ακόμα περισσότερο. Και πριν ήταν πολύ ωραία η φωνή, αλλά τώρα ακούγεται σαν να έχει περάσει πολλά. Καταλαβαίνεις τι εννοώ;»

«Καταλαβαίνω, ωστόσο είναι αλλαγμένη».

«Όχι προς το χειρότερο. Όπως η Μα*, για παράδειγμα, μετά από τόσο αλκοόλ και τόσους άντρες, το ζόρι την έκανε καλύτερη, επειδή μπορούσες να καταλάβεις τι είχε περάσει. Μπορούσες ν’ ακούσεις τι είχε περάσει».

«Στους άντρες, κι εγώ δεν πάω πίσω», είπα.

«Θα ’χες περάσει ακόμη περισσότερα, αν δεν είχες άντρα», είπε και φάνηκε σαν να ευχήθηκε να μην το είχε πει αυτό.

Συνέχισα σαν να μην το είχα ακούσει. «Καλά, θα δούμε αύριο που θα ξεκινήσω».

«Αύριο;»

«Καλά, εντάξει, μεθαύριο».

«Εντάξει. Την πρώτη φορά να δουλέψεις απόγευμα, ή βράδυ, αλλά όχι και τα δύο. Θα μιλήσω εγώ στον Ταντ, αν δεν του το πεις εσύ».

«Δεν νομίζω ότι θα μ’ άφηνε να τραγουδήσω και τις δύο βάρδιες, έτσι κι αλλιώς».

«Όντως, δεν θα σ’ άφηνε».

«Είσαι σίγουρη ότι είμαστε εντάξει;»

«Παραπάνω από εντάξει».

Με άφησε στην ησυχία μου. Ξάπλωσα και προσπάθησα να κοιμηθώ, αλλά δεν μπορούσα. Άρχισα να μουρμουράω τη στροφή του τραγουδιού που λέει ότι πηγαίνω με την κουνιστή πολυθρόνα μου στο ποτάμι και λικνίζω τη θλίψη μου για να την καταπραΰνω. Κάτι που είπε η Κατ, για τη φωνή που γίνεται καλύτερη όταν μαρτυράει όσα έχεις περάσει. Οι συνέπειες. Είναι σαν να μην τραγουδάς το παρελθόν, αλλά να το σιγομουρμουρίζεις. Συνέπειες ποιου πράγματος; Σκατά, όλοι είμαστε οι συνέπειες από κάτι άλλο. Ζοριζόμαστε από το παρελθόν των άλλων, όχι μόνο το δικό μας. Το παρελθόν τους στο αίμα μου. Είμαι αίμα τους. Είσαι δική μου, Ούρσα, ή δική τους; Τι θα με ρωτούσε αυτός; Τι θα ρωτούσα εγώ; Θέλεις να με δεις; Όχι, δεν θέλω να σε δω, θέλω να σε γ@@@@ω. Όταν ήθελε να συμφιλιωθεί μαζί μου, πάντα ρωτούσε αν θυμόμουν αυτό ή το άλλο. Θυμάσαι τότε που… Γ@@@@ο, ναι, θυμάμαι. Μπλουζ τραγούδια και να χαϊδεύω τον λαιμό σου, και γέλια και αναστεναγμοί ανάμεσα σε πόδια που μας έκαναν να αγκαλιαζόμαστε πιο σφιχτά. Όταν γύριζε από τη δουλειά μού ζητούσε να τρίψω τους μηρούς του. Νιώθεις πόσο σφιγμένοι είναι οι μύες μου; Ναι. Έπειτα το χέρι μου πάνω στην κοιλιά του. Το σημάδι της γέννησής του. Του έλεγα, έχω κι εγώ ένα. Έχω κι εγώ ένα σημάδι γέννησης, ανάμεσα στα πόδια μου. Αυτό τον έκανε να βάζει τα γέλια. Αλλά είναι δικό σου λάθος που όλα τα ωάριά μου καταστράφηκαν για πάντα. Όχι, δεν υπάρχουν ζεστά ωάρια, είναι μελανιασμένα, ούτε καν μελανιασμένα. Δεν υπάρχουν καθόλου ωάρια. Άφησέ με να χωθώ ανάμεσα στα πόδια σου. Δεν είναι απλώς ένα μ@@@@ εκεί κάτω, είναι ένας ολόκληρος κόσμος. Μιλούσε για το μ@@@@ του. Μου ζητούσε να τον αφήσω να δει το μ@@@@ του. Άφησέ με ν’ αγγίξω το μ@@@@ μου. Το κέντρο της ύπαρξης μιας γυναίκας. Είναι; Δεν υπάρχουν ωάρια. Αυτό είναι άραγε που κλέβει τη μουσική μου, η χορδή μιας κιθάρας που σπάει, η χορδή του μπάντζο της κοιλιάς μου. Κόπωση στη φωνή μου. Ναι, θυμάμαι τα χέρια σου πάνω στον πισινό μου. Τα βρομοχέρια σου πάνω στον πισινό μου. Εκείνη την αίσθηση εμετού όταν μου τράβηξαν και μου έβγαλαν τη μήτρα. Έτσι φέρεσαι σε κάποιον που αγαπάς; Ακόμη και οι σφιγμένες γροθιές μου δεν κατάφεραν να εμποδίσουν την πτώση. Εκείνος ο γέρος ακόμα αλυχτάει μέσα μου. Με ρώτησες πώς και έγινα τόσο όμορφη. Δεν ήταν εκείνος. Όχι, όχι δεν ήταν ο Κορετζιντόρα. Και το πνεύμα μου, είπες, είναι σαν μαχαίρια που χορεύουν. Στις φλέβες μου συναντιούνται οι αιώνες. Με χάραξες πίσω από τ’ αυτί μου και ρούφηξες αίμα κι έπειτα φίλησες το σημείο που έγδαρες. Δεν μπορείς πια να φιλάς το σημείο που γδέρνεις. Όχι, δεν πιστεύω τις δικαιολογίες της Κατ για το τι έκανες. Δεν φέρεσαι έτσι όταν αγαπάς. Όταν ήρθες και άκουσες τη μουσική μου, μου ζήτησες κάποια τραγούδια, και όταν με ξεμονάχιασες ζήτησες κι άλλα τραγούδια. Ακόμα σε νιώθω μέσα μου να με γ@@@ς. Εάν δεν με γ@@@@@@ς, θα. Πότε τραγουδάς τα μπλουζ; Κάθε φορά που θέλω να κλάψω, τραγουδάω τα μπλουζ. Αλλιώς θα γέμιζες ποτήρια δάκρυα; Ναι, θα ξεχείλιζαν τα ποτήρια. Ήρθα σε σένα ανοιχτή πληγή. Κι εσύ είπες, τραγούδησε για μένα γ@@@@ο, τραγούδησε. Το πιάτο σου ήταν γεμάτο μύγες, και συνέχιζες να ζητάς τραγούδια. Τραγούδησα για σένα μ’ όλο μου το είναι.

«Ουρς, θυμάσαι;»

«Ναι, θυμάμαι. Ποιος σου είπε ότι είμ’ εδώ;»

«Το κορίτσι».

«Το ήξερα. Πολύ σκρόφα αυτή η μικρή».

«Αν δεν μου το ’λεγε, δεν θα σ’ έβρισκα».

«Δεν με έχασες ποτέ».

* Σ.τ.Μ.: Μα Ρέινι (Ma Rainey), ψευδώνυμο με το οποίο έγινε γνωστή η Gertrude Malissa Nix Pridgett (1886-1939), διάσημη τραγουδίστρια των μπλουζ, η οποία επηρέασε γενιές τραγουδιστών.