Τα στάδια για να ενταχθεί μια χώρα στο ΝΑΤΟ και η περίπτωση του βέτο της Τουρκίας

Οι παγκόσμιες εξελίξεις είναι ραγδαίες, ανεξέλεγκτες και σαφώς ανατέλλει ένας δυστοπικός κόσμος.
via Associated Press

Το Animus in consulendo liber (Λατινικά: ”Ένας νους αδέσμευτος στη συζήτηση”) είναι το εμβληματικό απόφθεγμα (moto) του Οργανισμού Βορειοατλαντικής Συμμαχίας (ΝΑΤΟ). Η φράση προέρχεται από τη Συνωμοσία του Κατιλίνα και αποδίδεται στον Ρωμαίο ιστορικό Σαλλούστιο. Στα νεότερα χρόνια, επιλέχθηκε από τον André de Staercke, για να δηλώσει το πνεύμα της ανεπηρέαστης συζήτησης, όπως την οραματίστηκε ο Γενικός Γραμματέας του ΝΑΤΟ Paul-Henri Spaak (Πάουλ Χένρι Σπάακ). Ο Α. Staercke το είδε στην μεσαιωνική δικαστική αίθουσα του Αρχιδικαστή στο Σαν Τζιμινιάνο (Σιένα – Τοσκάνη Ιταλίας ), όπου το “animus in consulendo liber” ήταν χαραγμένο στο κάθισμα του Δικαστή. Έκτοτε, το απόφθεγμα κυριαρχεί στον τοίχο της κύριας αίθουσας του συμβουλίου στα κεντρικά γραφεία του ΝΑΤΟ στις Βρυξέλλες , πίσω από τη θέση του προεδρεύοντος της Συνόδου.

Με αφορμή τον πόλεμο στην Ουκρανία, η Φινλανδία και η Σουηδία ζήτησαν με αίτημά τους την πλήρη ένταξή τους στο ΝΑΤΟ. Προκειμένου το ΝΑΤΟ να δεχτεί νέα μέλη –με τη Βοσνία-Ερζεγοβίνη, τη Γεωργία και την Ουκρανία να επιδιώκουν ομοίως ένταξη– πρέπει να πληρούνται κάποιες προϋποθέσεις/ κριτήρια, για να ολοκληρωθούν οι νομικές διαδικασίες ένταξης.

Ιστορικά πρέπει να θυμηθούμε πως το ΝΑΤΟ ιδρύθηκε το 1949, μετά το τέλος του Β′ Παγκοσμίου Πολέμου, από 12 αρχικά χώρες: ΗΠΑ, Ηνωμένο Βασίλειο, Καναδά, Γαλλία, Ιταλία, Ολλανδία, Νορβηγία, Πορτογαλία, Λουξεμβούργο, Ισλανδία, Δανία και Βέλγιο. Η Tουρκία μαζί με την Ελλάδα, εντάθηκαν την ίδια μέρα το 1952. Στα 73 χρόνια από την ίδρυση της συμμαχίας, ο αριθμός των μελών αυξήθηκε από 12 σε 30, μέσω οκτώ διευρύνσεων.

Για την ένταξη ενός νέου μέλους, απαιτείται ομοφωνία των ήδη μελών, ενώ μπορεί να ασκηθεί βέτο (veto -λατινικά: απαγορεύω) δηλ. δικαίωμα αρνησικυρίας (άρθρο 10 του καταστατικού του ΝΑΤΟ). Ένα ισχυρό πολυετές τέτοιο βέτο ήταν της Ελλάδας κατά της F.Y.R.O.M που τελικά κάμφθηκε, μετά τη συμφωνία των Πρεσπών (Ιούνιος 2018) και την ένταξη της χώρας δύο χρόνια μετά (2020) με το όνομα Βόρεια Μακεδονία.

Πρακτικά, η ένταξη στο ΝΑΤΟ απαιτεί συνήθως μια μακρά διαδικασία πολλαπλών σταδίων, κυρίως επτά. Αρχικά, οι ειδικοί του ΝΑΤΟ και οι εκπρόσωποι της αιτούσας/προσκεκλημένης προς ένταξη χώρας συναντώνται στις Βρυξέλλες για συνομιλίες. Εκεί ελέγχεται και συζητείται εάν η αιτούσα/προσκεκλημένη χώρα πληροί τις πολιτικές, νομικές και στρατιωτικές απαιτήσεις του ΝΑΤΟ και εάν μπορεί να τις εκπληρώσει. Σύμφωνα με αυτές τις διαπραγματεύσεις, προσδιορίζεται εάν η αιτούσα/προσκεκλημένη χώρα θα κάνει ή όχι, τις μεταρρυθμίσεις ούτως ώστε να πληροί τελικά τα πρότυπα ένταξης του ΝΑΤΟ.

Στη συνέχεια, η αιτούσα/προσκεκλημένη χώρα στέλνει επίσημη επιστολή προθέσεων στον γενικό γραμματέα του ΝΑΤΟ και δηλώνει ότι αποδέχεται τις υποχρεώσεις και τις δεσμεύσεις ένταξής της. Εάν πρόκειται να γίνουν μεταρρυθμίσεις, στην εν λόγω επιστολή, καθορίζεται και το χρονοδιάγραμμα μεταρρυθμίσεων.

Στο τρίτο στάδιο, το ΝΑΤΟ ετοιμάζει πρόσθετα πρωτόκολλα προσχώρησης στη Συνθήκη της Ουάσιγκτον (1949). Έτσι, η ιδρυτική συμφωνία της συμμαχίας, κατά μία έννοια, επικαιροποιείται κάθε φορά που εντάσσεται ένα νέο μέλος. Αυτά τα πρωτόκολλα υπογράφονται απ’ όλα τα μέλη / χώρες του ΝΑΤΟ, τα οποία πρωτόκολλα πρέπει να επικυρωθούν από τα κράτη μέλη σύμφωνα με τους εθνικούς τους νόμους και διαδικασίες. Η διαδικασία έγκρισης διαφέρει από χώρα σε χώρα. Για παράδειγμα, απαιτείται ψήφος δύο τρίτων της Γερουσίας για έγκριση στις ΗΠΑ, ενώ δεν απαιτείται επίσημη ψηφοφορία στο κοινοβούλιο του Ηνωμένου Βασιλείου κ.λ.π.

Αφού ολοκληρωθούν οι διαδικασίες επικύρωσής τους, κοινοποιούν στην κεντρική διοίκηση πως έχουν αποδεχτεί τα πρωτόκολλα ένταξης του νέου κράτους μέλους, οπότε ο Γενικός Γραμματέας του ΝΑΤΟ προσκαλεί το νέο μέλος να ενταχθεί στη συμμαχία. Τέλος, σ’ ένα έβδομο στάδιο το νέο μέλος ολοκληρώνει τη δική του εθνική νομοθετική διαδικασία και υποβάλλει το έγγραφο προσχώρησής του.

Πρόσφατα, ο Γενικός Γραμματέας του ΝΑΤΟ Γενς Στόλτενμπεργκ είπε: «οι αιτήσεις Φινλανδίας και η Σουηδίας θα γίνουν θερμά δεκτές και αναμένω ότι αυτή η διαδικασία θα προχωρήσει γρήγορα» (sic).

Όμως, πόσο σύντομη θα μπορούσε να είναι η διαδικασία όταν η Τουρκία έχει αντιρρήσεις (σαφώς καιροσκοπικές) για την ένταξη της Φιλανδίας και Σουηδίας με την απειλή βέτο; Η πιο σύντομη διαδικασία ένταξης ήταν της Ελλάδας (4 μήνες, το 1952), ενώ η Β.Μακεδονία, παρά την άρση του βέτο της Ελλάδας, έκανε δύο χρόνια για να ενταχθεί.

Παρότι η Τουρκία επικαλείται θέματα υπόθαλψης «τρομοκρατών» (κατ’ αυτήν) Κούρδων και Γκιουλενιστών στις υποψήφιες Σκανδιναβικές χώρες και γι’ αυτό οι επιφυλάξεις της, είναι ηλίου φαεινότερον πως κυρίως «εκβιάζει» τις ΗΠΑ για άρση των κυρώσεων του νόμου CAΑTSA (εμπάργκο σε οπλικά συστήματα και αποβολή από το πρόγραμμα των αεροπλάνων F35), με σκοπό την αναβάθμιση των F16, αγορά νέων F16 και απελευθέρωση των δεσμευμένων F35 που έχει δώσει προκαταβολή 1,4 δισ. δολ. την οποία δεν έχει διεκδικήσει πίσω, αφήνοντας εν υπνώσει, αλλά όχι παραίτηση, νόμιμο δικαίωμά της, σύμφωνα με το civil law / αστικό δίκαιο.

Οι παγκόσμιες εξελίξεις είναι ραγδαίες, ανεξέλεγκτες και σαφώς ανατέλλει ένας δυστοπικός κόσμος με 12 χρόνια προϋπάρχουσας κακής βάσης σε οικονομία, πανδημία, περιβάλλον, μεταναστευτικό, που επιβαρυμένα πλέον από τον πόλεμο, το ενεργειακό και τον επισιτισμό που διαφαίνεται, μόνο αισιόδοξα δεν μας επιτρέπουν να βλέπουμε το μέλλον.

***


Του Δημ. Σταθακόπουλου Δρα Παντείου ΠανεπιστημίουΣυνεργάτη του Εργαστηρίου Τουρκικών & Ευρασιατικών Μελετών ( ΕΤΕΜ), Πανεπιστημίου ΠειραιάΔικηγόρου παρ’ Αρείω Πάγω ( Δ.Σ.Π )