κι η διαφορετικότητα, -η νέα θρησκεία, η νέα μπίζνα του πλανήτη,- βρήκε στα άγουρα πρόσωπα της στάνης τα νέα γίδια της αγοράς.
via Associated Press

Ο Ρατζάν, ο Αλβανός τσοπάνης της περιοχής μας, γύρισε από τις καλοκαιρινές διακοπές του ανανεωμένος. Τρεις εβδομάδες στους Άγιους Σαράντα με την οικογένεια του, ήταν αρκετές για να γυαλίσουν την όψη του με τη ζωντάνια που αποκτιέται μόνο όταν ο άνθρωπος δουλεύει για πάρτη του και δεν τον νοιάζει τίποτα. Μπορεί κι εδώ το φως και ο αέρας να περισσεύουν, κι η θέα να απλώνεται ως το Άγιο Όρος, αλλά, άλλο γίδια κι άλλο οικογένεια και πατρίδα.

Μαυρισμένος, με νέο κούρεμα αλλά Γιουλ, ο Ρατζάν ξανάπιασε τη γκλίτσα και δυο φορές τη μέρα, συναντιόμαστε στην εξώπορτα όταν το κοπάδι κατεβαίνει να βοσκήσει ή όταν ανηφορίζει, πάντα στα ίδια χνάρια, ιδρωμένο και χορτάτο. Τότε γεμίζουμε τους κουβάδες νερό και μαζί με τα ζωντανά, ο Ρατζάν κοντοστέκεται, και, σπάνια και πολύ ευγενικά, θα ζητήσει λίγο νερό ή πιο συχνά, πονστάν για το κεφάλι.

Γιατί, τελευταία, οι πονοκέφαλοι του αυξήθηκαν. Δεν είναι μόνο οι αρρώστιες και τα φάρμακα για τα ζώα. Είναι που τα λειβαδιάρικα πληρώνονται με τυρί, το μαξούλι απ’ το γάλα και τα μαλλιά μειώνεται, τα ζλάπια και τα τσακάλια καραδοκούν, και τα γίδια στο μαντρί άρχισαν να αραιώνουν ανεξήγητα.

Παντού, ολόγυρα, σκαρφαλωμένα και προστατευμένα στις στάνες τους, χιλιάδες ζωντανά,- από αυτά που στη Βαρβάκειο Μεγαλοβδομαδιάτικα αποκαλούν αμνοερίφια εγχώρια,-άρχισαν να χάνονται και οι τσοπάνηδες βρίσκονται σε απόγνωση.

Εικοσιεπτά σκυλιά φυλάνε το μαντρί του Ρατζάν, αλλά ωστόσο, τα γίδια κάθε μορφής και χρώματος, λακίζουν: γκιόσες, κόρμπες, φλώρες, κανούτες,- μαύρες, άσπρες, σταχτιές, κοκκινωπές, μαζί και τράγοι, γλιστράνε στο σκοτάδι και χάνονται λες κι ο άνεμος φέρνει στα βουνά τους ήχους της φλογέρας του μυστηριώδη ξένου που υποσχέθηκε να διώξει τα ποντίκια από το Χάμελιν κι αντί γι’ αυτά, έστειλε στο γκρεμό τα παιδιά εξαιτίας της φιλαργυρίας του Δημάρχου και των γονιών τους. Το ίδιο και τώρα, τα ζωντανά όλης της χώρας αφήνουν την ασφάλεια της στάνης και υπακούοντας στην έλξη και τη γοητεία του άγνωστου, πηδάνε τις παγάνες, σφαλίζουν τις κουδούνες τους και παίρνουν το δρόμο τον κατηφορικό που δεν γυρνάει πίσω.

Κανείς δεν μπορεί να το εξηγήσει. Ούτε αφορμή υπάρχει. Μόνο φήμες που κυκλοφορούν αδέσποτες σαν τις γάτες του χωριού και λένε πως επιτήδειοι που συνεργάζονται με δυο μεγάλα κρεοπωλεία σε Αθήνα και Θες/νίκη που καταβροχθίζουν λεφτά με τη σέσουλα και ωμό κρέας, κυκλοφορούν στο ύπαιθρο και στήνουν καθρέφτες και φώτα, ζαλίζοντας τα ζώα που κουρασμένα από τη μονοτονία της βοσκής και το συναγέλασμα, αποφασίζουν να ξεφύγουν από τους αυστηρούς κανόνες της χορτοφαγίας.

Αυτοί οι κλακαδόροι της τσέπης, με συνεργούς πάμπολλα μικρότερα κρεατάδικα, τάζουν λαγούς με πετραχήλια, υπόσχονται ελευθερία, παράδες και φήμη, στήνουν χορούς και πανηγύρια, μέχρι τη στιγμή που τα απολωλότα πρόβατα οδηγούμενα από μια γκροτέσκα φιγούρα που φοράει στολή αρλεκίνου κι έχει κουδούνια σε χέρια και πόδια, θα φτάσουν στην πόρτα τους, αθώα, μαζεμένα, μαγεμένα, με την λεπτή φωνούλα τους μόλις να βγαίνει από τα ορθάνοιχτα λαρύγγια του, για να βουτήξουν στο κενό σαν τα παιδιά του Χάμελιν.

Οι, κραυγές του Ρατζάν, έφτασαν στ’ αυτιά μας από χιλιόμετρα μακριά. Ωι τα μωρά μου. Ωι τα γαλάρια μου, πάνε τα ζυγούρια μου μόλις που βγήκαν στον ήλιο. Και τα τραγιά μου τα γκισέμιασαν, τα ευνούχησαν οι μπάσταρδοι. Πού είναι η Μόσχω μου η καραμάνικη, πού μ’ έδινε πέντε κιλά κλωτσοτύρι στην καθισιά της, πού πήγε η Μάρω η κουτσοκέρα που δεν έφευγε απ’ το πλάι μου, κι η Μπίλιω η τσούλα με τα μικρά αυτιά, ο Έρον , ο Έκτωρ, ο Βαλμίρ…. Κι ο θρήνος χτυπούσε στις πλαγιές κι έφτανε στις γύρο στάνες για να αρχίσει μια ολονυχτία υλακών που τέλειωσε το ξημέρωμα.

Το δορυφορικό πιάτο της στάνης, “έπιασε” εικόνες από τη “μεταμόρφωση” του κοπαδιού αμέσως μόλις πέρασε το κατώφλι. Οι πόρτες έκλεισαν, τα φώτα άναψαν , οι κάμερες άρχισαν να γράφουν κι η διαφορετικότητα, -η νέα θρησκεία, η νέα μπίζνα του πλανήτη,- βρήκε στα άγουρα πρόσωπα της στάνης τα νέα γίδια της αγοράς και τα καλόπιασε, τα έντυσε, τα χάιδεψε και ανέβασε την τιμή τους, πριν γίνουν κιμάς στα κρεατάδικα στη Βαρβάκειο.