«Ε, όχι κι από τρίκυκλο στις Βρυξέλλες! ». Ο Τάκης επέστρεψε στην πατρίδα. Αν είναι να τον παρακολουθούν, ας το κάνουν εδώ που είναι πιο χαλαρά τα πράγματα.
|
Agustinc via Getty Images

Η Μεγάλη Πλατεία (Grand Place) στις Βρυξέλλες ήταν έρημη. Περίεργο αφού αυτή και η πλατεία του Αγίου Μάρκου στη Γαληνοτάτη, δεν αδειάζουν ποτέ, μέρα νύχτα. Αλλά απόψε, τέλη Νοέμβρη, το Διοικητικό Κέντρο της Ευρώπης, το Στρατηγείο του ΝΑΤΟ, η Πρωτεύουσα των Πρωτευουσών, ησυχάζει σε μια σπάνια συγχορδία ανθρώπων και φύσης. Είναι από τις λίγες φορές που όταν συμβαίνει, οι τόνοι κατεβαίνουν και το σύμπαν παραδίνεται σε άλλους ”δρόμους” που οδηγούν προς τα ”μέσα”… Κι απόψε, με κάποιο κόλπο του φεγγαριού, η πλατεία δείχνει άσπρη κι ακατοίκητη από τα πάντα.

Ο Τάκης, περιστασιακός κάτοικος του Βελγίου τα τελευταία χρόνια, περπατάει αργά σέρνοντας την κούραση μιας μακριάς μέρας που ξεκίνησε στις 9 το πρωί και συνεχίστηκε έως μετά τα μεσάνυχτα. Ολομέλεια, συναντήσεις, συνεντεύξεις, γεύματα και κάποια περίεργα περιστατικά από τηλεφώνου, τον κράτησαν όρθιο μέχρι τώρα. Η απόσταση από το Hotel Juliana είναι αρκετή αλλά προτίμησε τον καθαρό αέρα από την ευκολία του ταξί. Συνέπεσε και η παρουσία του γκρουπ των συγχωριανών του που ήρθαν καλεσμένοι του αλλά με κονδύλια της ΕΕ και η κατάσταση ξέφυγε.

Αυτές οι μικρές ομάδες, από συντοπίτες, ψηφοφόρους και χορηγούς είναι απαραίτητες στο παιχνίδι, αλλά είναι εύθραυστες όπως οι φρυγανιές! Άμα σπάσουν, είναι πολύ δύσκολο να απλώσεις μετά το βούτυρο … Και ο Τάκης είναι καλός παίκτης. Έτσι, αφού τους καληνύχτισε στα διάφορα Rbnb, διασχίζει την Grand Place σφιγμένος στο κασμιρένιο παλτό και τα χειροποίητα μοκασίνια του. Όλα βαίνουν καλώς. Αν έλειπε αυτός ο ενοχλητικός βόμβος στο τηλέφωνο, οι άγνωστοι αριθμοί, οι σιωπές στις εκκλήσεις του, θα είχε κάθε λόγο να μακαρίζει τη Μοίρα του, αλλά τώρα, μια κάποια ανησυχία ήρθε και φύτρωσε σαν το περδικάκι στην άκρη του δρόμου και τον τρώει

Κοιτάζει δεξιά, κοιτάζει αριστερά, σταματάει, αφουγκράζεται, αλλάζει κατεύθυνση μήπως μπερδέψει τους διώκτες του, και όπως ο Μαιγκρέ του Ζορζ Σιμενόν που σταματάει το μπιλότ στο Cheval Blanc όταν τον ειδοποιεί το ένστικτο του, το ίδιο και ο Τάκης, προσπαθεί μέσω μιας έκτης αίσθησης να βρει τα ίχνη αυτών που κρύβονται στην άλλη άκρη της γραμμής, αλλά μάταια. Άλλαξε τηλέφωνο, άλλαξε αριθμό, πήρε κι ένα πακιστανικό από την πατρίδα που όπως ο Walter White του Breaking Bad, έκρυψε στο καζανάκι, έκοψε τις ”διαρροές” για τις θέσεις ή τις προθέσεις του, αλλά πάλι το τοπίο παρέμενε νεφελώδες κι η βρόχα έπεφτε ράιτ θρου, που λέει κι ο ποιητής.

Από τις σκέψεις του τον έβγαλε ένας δυνατός θόρυβος. Ένα τρίκυκλο ερχόταν με φόρα κατά πάνω του. Ίσα που πρόλαβε να συγκρατήσει την εικόνα του οδηγού που φορούσε μπερέ και μαρινιέρα, πριν πέσει κάτω.

Ε, όχι κι από τρίκυκλο στις Βρυξέλλες! Το κέρατο μου!

Μεσιέ Τακίς, προσέχετε. Είμαι ο Αλμπέρ, που έχω τη μπουλανζερί στη γωνία. Θέλετε να σας πετάξω κάπου;

Νο, μερσί Αλμπέρ, σαβά μπιέν.

Ο Τάκης, ξαναγύρισε στο λούκι του. Μήπως ν’ αλλάξει επάγγελμα; Να πάει στη Νέα Υόρκη ως μόνιμος Αντιπρόσωπος στον ΟΗΕ, στο ΔΝΤ; Μήπως είναι ώρα να αρχίσει να ζει; Γιατί φοβάται να κάνει στον εαυτό του την ερώτηση; Αφού δεν ξέρει πού πάει. Αφού δεν υπάρχει κάτι στη ζωή του που να τον κρατάει εκεί, πέρα από μια αόρατη κλωστή που τον δένει με τους πιο μύχιους φόβους του. Μήπως… Κοντοστέκεται, σκέφτεται και καλεί τον συγχωριανό του που κοιμάται ανάσκελα.

Επιστρέφω Ελλάδα. Μη φύγετε.

Ο Τάκης βρέθηκε στην πατρίδα. Αν είναι να τον παρακολουθούν, ας το κάνουν εδώ που είναι πιο χαλαρά τα πράγματα. Θα κρατήσει το πεντά-στερο στις Βρυξέλλες για ώρα ανάγκης και στην Αθήνα με τον μικρό πυρήνα των φίλων του θα φτιάξει ένα νέο Κόμμα για να ηγηθεί μιας Πανελλήνιας Εκστρατείας κατά των υποκλοπών με τις ευλογίες της ΕΕ.

Κι ούτε γάτα ούτε ζημιά.