«Είμ’ αλανιάρα, μερακλού φουμάρω και χασίσι, γι αυτό μου βγάλαν τ’ όνομα πως αγαπώ ντερβίση.»
muratkoc via Getty Images

Καπνιστές δεν είμαστε εδώ και πολλά χρόνια. Μάλιστα ο ένας, δεν θυμάται ούτε τη γεύση του καπνού, τόσο πίσω πάμε. Ο άλλος, μόνον επιλεκτικά και απαραίτητα με τον καφέ οκτώ με δέκα τσιγάρα, όταν ποτό παρέα και ξενύχτι υποχρέωναν τους άκαπνους να μπουν στον κύκλο των χαμένων φοιτητών διαφορετικά έπρεπε να αλλάξουν παρέα. Θέλουμε, δηλαδή, να πούμε πως φουμαδόροι κάθε είδους, κατά το λαϊκότερο, δεν υπήρξαμε κι ας μας συγκινούσαν οι αταξίες, οι υπαρξιακές αναζητήσεις και τα αδιέξοδα ,-αχώριστα με τα ποτά και τις ουσίες,- που κουβαλούν στο πετσί τους οι ήρωες του Paul Bowles ή του Paul Oster στο «Τσάι στη Σαχάρα» ή στο «Λίγος Καπνός Ακόμα».

Αυτός είναι και ο λόγος που αργήσαμε να μπούμε στη φιλοσοφία και τη γοητεία του ρεμπέτικου που καταγράφει με σπάνια οικονομία και σε μαγικά ελληνικά, τις εμπειρίες και τις απολαύσεις του καπνού ή τι άλλου, χωρίς προπαγάνδα, χωρίς φωνές, και κυρίως, χωρίς ενοχές. Σε τελευταία ανάλυση, ο φουμαδόρος, αν πειράζει κάποιον, είναι μόνο ο εαυτός του και όχι η ελευθερία μας. Γι αυτό και τραγούδια όπως:

Είμ’ αλανιάρα, μερακλού φουμάρω και χασίσι, γι αυτό μου βγάλαν τ’ όνομα πως αγαπώ ντερβίση.*

μας γοητεύουν αφού καταφέρνουν με δύο μόνο στίχους να ζωγραφίσουν τον κύκλο μιας ζωής χωρίς περιθώρια.

Οι καιροί όμως άλλαξαν, ο κόσμος γύρισε τα πάνω κάτω, οι διαχωριστικές γραμμές ήρθαν για να μείνουν κι όπου περισσεύει η διάθεση, μπήκε στη μέση ο μπόγιας της πολιτικής ορθότητας και τα έκανε σαν τα μούτρα του. Κομμένο το τσιγάρο, κομμένα τα τασάκια, άφαντες οι τράκες που είχαν και τη γοητεία του “μήπως να ;” και ο δόλιος καπνιστής, πολίτης δεύτερης κατηγορίας, παρίας, ανεπιθύμητος.

Αντίθετα, στην απέναντι όχθη, οι πουρομανείς –οι καπνιστές πούρων!- διατήρησαν το προνόμιο να το καπνίζουν δημόσια, όχι μόνο για την απόλαυση αλλά και για την επίδειξη της εμπειρίας, της εξουσίας και του εκλεπτυσμένου γούστου,- ένα ιδιαίτερο χαρμάνι πολιτικής και τέχνης που τραβάει τα φλας και δεν ξεθυμαίνει στο χρόνο.

Ο Churchill ακόμη και στον βομβαρδισμό του Λονδίνου από τη Luftwaffe δεν στερήθηκε τα Romeo y Julieta αφού ο προμηθευτής του πρόλαβε να τα διασώσει από τα ερείπια της αποθήκης του, και ο J.F.Kennedy περίμενε να ανεφοδιαστεί με 1000 Petit Upmanns, πριν κηρύξει εμπάργκο στην Κούβα. Ο Κομαντάντε Che, παρ’ όλο που ήταν ασθματικός, και ο Fidel Castro, ήταν ζωντανές διαφημίσεις δύναμης και εξουσίας στη Μέκκα του καπνού, ενώ στο χώρο της Τέχνης και της Επιστήμης από τον Sigmund Freud μέχρι τον Orson Welles, τον Mark Twain, και τον Hitchcock, και από τον Al Capone έως τον Τόνυ Μοντάνα του Al Pacino στον Σημαδεμένο, όλοι ανεξαιρέτως είχαν το πάθος του δεκαπεντάχρονου που τραβάει κρυφά τις τζούρες του στις τουαλέτες του Γυμνασίου.

Τελευταία στη λίστα η υπουργός Υγείας της Βρετανίας, Τερέζ Κόφυ, που συνελήφθη κλέπτουσα οπώρας και δεν απολογήθηκε. Υπουργός Υγείας, υπέρβαρη, πουρομανής και με λερωμένη μπλούζα,- είναι σαν να λέμε: υπουργός Περιβάλλοντος στα καθ’ ημάς με αναμμένο δαδί στη Δαδιά!

Αλλά λίγο πιο πίσω, ας θυμηθούμε ένα πρώην υπουργό Πολιτισμού που στα εγκαίνια του νέου Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης το 2015, άναψε κατευχαριστημένος το σιγκαρίλο του κάτω από τον ανιχνευτή καπνού και άρχισαν τα όργανα.

***

*Στίχοι –Μουσική Κώστας Ρούκουνας (1934)