CULTURE
22/11/2018 12:00 EET | Updated 22/11/2018 12:35 EET

Τάρλοου: Ο Γιούγκερμαν ανεβαίνει το βουνό της επιτυχίας μόνο και μόνο για να συναντηθεί με τη ματιά της γυναίκας

Ο παππούς του Μ. Καραγάτσης, η θεατρική παραγωγή που αγγίζει το μισό εκατομμύριο και γιατί «δεν υπάρχει παρά μόνο ένα κορίτσι σ' ολόκληρο τον κόσμο»

Δημήτρης Τάρλοου από τις πρόβες του «Γιούγκερμαν». Φωτογραφία Βάσια Αναγνωστοπούλου 

«... Όχι, δεν έχω καμία οφειλή. Πάντα κάνω αυτό το οποίο ονειρεύομαι. Οι αισθήσεις με πάνε στις αισθήσεις. Δεν σχεδιάζω, δεν έχω οφειλές, δεν οφείλω σε κανέναν τίποτα. Ούτε στον εαυτό μου, ούτε στον Καραγάτση, ούτε στο κοινό, κάνω μόνο αυτό το οποίο ονειρεύομαι....» 

Λίγες ημέρες πριν από την πολυαναμενόμενη πρεμιέρα της παράστασης του έργου «Γιούγκερμαν» στο θέατρο «Πορεία», ο Δημήτρης Τάρλοου μιλά στη HuffPost Greece για τον παππού του Μ. Καραγάτση, στο έργο του οποίου επανέρχεται μετά τη «Μεγάλη Χίμαιρα», για την απόφαση να σκηνοθετήσει το συναρπαστικό μυθιστόρημα, για τη μεγάλη παραγωγή «.. η οποία θα προσεγγίσει σχεδόν το μισό εκατομμύριο», αλλά και για το βλέμμα του Στάνκογλου - Γιούγκερμαν που «κάποιες στιγμές κάτι μου θυμίζει από τον Αλεξανδράκη», πρωταγωνιστή της τηλεοπτικής μεταφοράς του έργου το μακρινό 1976. 

Το μυθιστόρημα, το τρίτο του συγγραφέα, γράφτηκε το 1938, δύο χρόνια μετά τη Χίμαιρα και πέντε χρόνια μετά τον Συνταγματάρχη Λιάπκιν, μαζί με τα οποία σχηματίζει την τριλογία με τίτλο Εγκλιματισμός κάτω από τον Φοίβο. Πλάι στο ενδελεχές ψυχογράφημα του ήρωα, ο «παραμυθάς από ράτσα» Καραγάτσης απεικονίζει με γλαφυρότητα την κοινωνική και πολιτική κατάσταση της μεσοπολεμικής Ελλάδας και καταθέτει την οπτική του γύρω από τη μπολσεβίκικη επανάσταση, τον κομμουνισμό, το τσαρικό καθεστώς.

-Σε ποιά ηλικία διαβάσατε τον «Γιούγκερμαν» και ποιά ήταν η πρώτη σκέψη σας τελειώνοντας το βιβλίο;

Είναι πολύ δύσκολο να θυμηθεί κανείς πότε πρωτοδιάβασε ένα βιβλίο, ιδίως αν το έχει διαβάσει πολλές φορές. Πρέπει να ήταν στην εφηβεία, αλλά είχε προηγηθεί το σίριαλ του Γεωργιάδη το 1976, όπου είχα παίξει τον ρόλο του μικρού Γιούγκερμαν στα φλας μπακ.

Αυτή ήταν η πρώτη μου επαφή με το μυθιστόρημα, έστω και χωρίς να το έχω διαβάσει (προφανώς, στα δέκα μου δεν το είχα διαβάσει). Αλλά, ειλικρινά δεν μπορώ να θυμηθώ την πρώτη ανάγνωση, ούτε εάν αποκόμισα κάτι, ούτε τι ήταν αυτό.

Ο Δημήτρης Τάρλοου παίζει τον Γιούγκερμαν σε παιδική ηλικία. Από την τηλεοπτική μεταφορά του μυθιστορήματος, με τον Αλέκο Αλεξανδράκη στον ομώνυμο ρόλο. Σκηνοθεσία Βασίλης Γεωργιάδης

Οι επιστρωματώσεις σε αυτή την περίπτωση είναι πολύ ισχυρές και κάθε δεκαετία που διαβάζεις κάτι σου δημιουργεί και άλλα συναισθήματα, ανακαλύπτεις άλλα πράγματα -έτσι γίνεται στα κλασικά έργα εν γένει. Τα διαβάζεις και τα ξαναδιαβάζεις και κάθε φορά είναι κάτι άλλο.

Ο Δημήτρης Τάρλοου σε μικρή ηλικία ντυμένος Ρώσος. Από το προσωπικό αρχείο του

-Ο αλήτης αριστοκράτης, ο δαιμόνιος, αδίστακτος, τυχοδιώκτης Γιούγκερμαν είναι ένα εξόχως γοητευτικό πρόσωπο. Πέρα όμως από το πρώτο επίπεδο, η ιστορία αφορά τον ξένο: Τον άνθρωπο που πηγαίνει σε έναν τόπο και δεν μπορεί να προσαρμοστεί και ο τόπος τον αποβάλλει σταδιακά...

... Είναι και αυτό, οπωσδήποτε.

-Κυρίαρχη θεματική στην παράσταση σας είναι η Οδύσσεια του ξένου;

Η κυρίαρχη θεματική στην παράσταση μου είναι η ίδια η αποξένωση από τον εαυτό. Δεν είναι η Οδύσσεια του ξένου. Εάν για τη Μαρίνα Μπαρέ (την ηρωίδα της Μεγάλης Χίμαιρας) ήταν πράγματι το κέντρο της αφήγησης η επαφή της δυτικής Ευρώπης με την Ελλάδα -ή, τουλάχιστον, ένα από τα κέντρα της αφήγησης- εδώ το κέντρο της αφήγησης είναι η αποξένωση από τον ίδιο τον εαυτό.

Ο Γιούγκερμαν είναι ένας Ζορμπάς που ταυτόχρονα όμως έχει και πολλά στοιχεία Πέερ Γκυντ ή και Άμλετ, αλλά και πολλών ακόμα χαρακτήρων -θα μπορούσα να πω ότι έχει και χαρακτηριστικά Τζέιμς Μποντ.

Δηλαδή, ο Γιούγκερμαν ξεκινάει ως ένας αριστοκράτης από καταγωγή, μετατρέπεται σταδιακά σε έναν αλήτη, έναν τυχοδιώκτη, έναν περιπλανώμενο... φονιά, ας πούμε, και ξαναβρίσκει τον δρόμο της αριστοκρατικότητας με τελείως διαφορετικό τρόπο. Μέσα από την ίδια την τέχνη, τη λογοτεχνία, έναν δρόμο που του ανοίγει ο Καραμάνος -δηλαδή, ο ίδιος ο Καραγάτσης- και κυρίως, μέσα από τα μάτια της Βούλας, που είναι ένα κάτοπτρο, μία έκφραση της ελληνικότητας, μία έκφραση ακραίας ευαισθησίας, ακεραιότητας, άυλου ερωτισμού θα έλεγα. Mέσα από αυτό τα ταπεινό και σχεδόν «ασήμαντο» πλάσμα, ξανα-ανακαλύπτει την αριστοκρατικότητα με άλλους όρους.

Άρα είναι η επανεφεύρεση του εαυτού μέσα από έναν τόπο και μέσα από το ήθος ενός τόπου. Βέβαια, ταυτόχρονα, είναι και η καταβύθιση στον ψυχισμό μιας ολόκληρης χώρας. Ο Γιούγκερμαν είναι ένας ιδιότυπος χαρακτήρας μυθιστορηματικού τύπου, ένας Ζορμπάς που ταυτόχρονα όμως έχει και πολλά στοιχεία Πέερ Γκυντ ή και Άμλετ, αλλά και πολλών ακόμα χαρακτήρων -θα μπορούσα να πω ότι έχει και χαρακτηριστικά Τζέιμς Μποντ. Είναι ένας που μπορεί να κάνει τα πάντα.

Αλλά η πραγματικότητα, στη δική μου παράσταση τουλάχιστον, είναι ότι το βουνό ο Γιούγκερμαν το ανεβαίνει -το βουνό της επιτυχίας- μόνο και μόνο για να συναντηθεί ένα δευτερόλεπτο με τη ματιά της γυναίκας. Που έχει τη μορφή της Βούλας.

Φωτογραφίες Βάσια Αναγνωστοπούλου

-Να θυμηθούμε το ιστορικό πλαίσιο εντός του οποίου -ή στο φόντο του οποίου- εκτυλίσσεται η περιπέτεια του Γιούγκερμαν;

Στην παράσταση είναι κάπως διαφορετικό με την έννοια ότι όλο είναι ένα μακρύ φλας μπακ. Ο Γιούγκερμαν ξεκινάει περί τις αρχές του 20ού αιώνα από τη Φινλανδία, από το τότε Τάμμερφορς ή Τάμπερε. Τον βρίσκει ο πόλεμος, η επανάσταση του 1917 στη Ρωσία, στην Ουκρανία, όπου πολεμάει ως στρατιώτης του Λευκού Στρατού εναντίον των Κόκκινων, εναντίον των Κομμουνιστών και κατόπιν, μέσω Κωνσταντινούπολης, έρχεται στην Ελλάδα, η οποία τότε είναι ακριβώς πριν από τη Μικρασιατική Καταστροφή, σε δεινή θέση -ήδη ο ελληνικός στρατός πολεμάει-, υπάρχει λειψανδρία, φτώχεια, οι γυναίκες είναι μόνες και φτάνει στον Πειραιά, γύρω στα 1919 -20, ντυμένος με τη στολή του ιλάρχου του τσαρικού στρατού.

Και ουσιαστικά περνάει τη ζωή του στον Πειραιά και την Αθήνα. Εξελίσσεται, ανεβαίνει, στην αρχή είναι υπάλληλος και κατόπιν ανώτερο στέλεχος της Τραπέζης Εμπορικών Παροχών, γίνεται, ιδιοκτήτης στην πραγματικότητα, της μεγάλης κλωστοϋφαντουργίας Γόρτις, η οποία έχει ανοιχτεί οικονομικά και αναγκάζεται να δώσει την επιχείρηση στην Τράπεζα Εμπορικών Παροχών που της έδινε θαλασσοδάνεια. Το τέλος του Γιούγκερμαν είναι πάλι στη Φινλανδία όπου επιστρέφει για να πεθάνει, γύρω πια στα 1965. Άρα διανύουμε περίπου εξήμισι δεκαετίες.

-Εξαιρετικά κρίσιμες για όλη την Ευρώπη.

Ακριβώς. 

-Επανέρχεστε στον Καραγάτση σα να θέλετε να ολοκληρώσετε έναν κύκλο, να τακτοποιήσετε ενδεχομένως μία «οφειλή», μία σπουδαία κληρονομιά...

Όχι, δεν έχω καμία οφειλή. Πάντα κάνω αυτό το οποίο ονειρεύομαι. Οι αισθήσεις με πάνε στις αισθήσεις. Δεν σχεδιάζω, δεν έχω οφειλές, δεν οφείλω σε κανέναν τίποτα. Ούτε στον εαυτό μου, ούτε στον Καραγάτση, ούτε στο κοινό, κάνω μόνο αυτό το οποίο ονειρεύομαι.

Πίνακας της Νίκης Καραγάτση, από τα γυρίσματα της τηλεοπτικής σειράς (1976)

Ο χώρος του θεάτρου είναι ένα κρίσιμο μεσοδιάστημα ανάμεσα στην πραγματικότητα και στο όνειρο. Αυτό το μεσοδιάστημα όμως, είναι μία μαγική στιγμή. Γιατί το θέατρο δεν είναι φαντασία. Ο φανταστικός χώρος είναι πολύ συγκεκριμένος. Όπως και ο πραγματικός, ο ρεαλιστικός χώρος. Το μεσοδιάστημα όμως ανάμεσα στα δύο λέγεται θέατρο. Και μπορεί ένα πρωί να ξυπνήσω και να έχω τη βαθιά επιθυμία ή την ενόρμηση ακόμα, να κάνω τον Γιούγκερμαν για λόγους που δεν ξέρω, θα ανακαλύψω αργότερα. Όταν λέω αργότερα εννοώ κατά τη διάρκεια. Των προβών, της διαδικασίας. Τώρα, κάνοντας τον Γιούγκερμαν καταλαβαίνω γιατί ήθελα να τον κάνω. Όταν αποφάσισα να τον κάνω δεν ήξερα στην πραγματικότητα γιατί. Τώρα όμως ξέρω. Αν θέλετε, μπορώ να σας πω...

-...

Γιατί υπάρχει μία βαθιά επιθυμία ή ελπίδα, η Ελλάδα του αύριο, να έχει κάτι από τον ψυχισμό της Βούλας. Η Βούλα κομίζει πάνω στη σκηνή, όχι ως χαρακτήρας μόνο, ως προσωπικότητα -η ίδια η ηθοποιός αυτό φέρνει, όπως και ο ίδιος ο Στάνκογλου φέρνει κάτι άλλο- φέρνει λοιπόν, κάτι το οποίο μου δημιουργεί μια ελπίδα. Όπως και όλο το καστ μου δημιουργεί μια ελπίδα, γιατί είναι μία εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και αγαπητική συνύπαρξη, αλλά ο χαρακτήρας της Βούλας νομίζω ότι όλους τους έχει αλλάξει ή τους έχει κάνει να βλέπουν λίγο διαφορετικά και την ίδια την παράσταση, αλλά και την Ελλάδα. Οπότε ο λόγος που το έκανα ήταν αυτός. Ήταν για να συναντηθώ κι εγώ με αυτή τη ματιά -εκτός από τον Στάνκογλου που συναντήθηκε.

-Οι μεγαλύτερης ηλικίας θεατές θα έχουν τη μακρινή ανάμνηση του Αλέκου Αλεξανδράκη από το 1976 και εάν ναι, πόσο θα εκπλαγούν από την παράσταση σας;

Ποτέ δεν μπορώ να καταλάβω πώς θα δει κάποιος κάτι. Μου είναι -και αυτό- ένα αίνιγμα. Σίγουρα ένα σίριαλ του 1976 δεν μπορεί να έχει και πολύ μεγάλη σχέση με μία θεατρική παράσταση του 2018. Ούτε ο τρόπος που αποδίδονται οι χαρακτήρες μπορεί να έχει πολύ μεγάλη σχέση. Για την εποχή που έγινε, για τα ήθη της εποχής, αλλά και για τα μέσα της εποχής, ο Γιούγκερμαν ήταν ένα πραγματικά πάρα πολύ καλά φτιαγμένο και καλοπαιγμένο σίριαλ, με μία σειρά πολύ ισχυρών πρωταγωνιστών και δεν σας κρύβω ότι πολλοί από αυτούς μου έδωσαν ιδέες. Εννοώ σαν κοστούμια και σαν ματιά, μου έδωσαν ιδέες για χαρακτήρες που εμφανίζονται και στη δική μας παράσταση. Άλλωστε, έπαιζα κι εγώ στο σίριαλ ως παιδάκι.

Η μητέρα μου έχει αποθησαυρίσει ένα υλικό -ευτυχώς- σε φωτογραφίες και κείμενα, διότι υλικό σε μπομπίνες δεν υπάρχει. Έχει καταστραφεί όλο, εκτός από ένα πολύ μικρό κομμάτι ενός επεισοδίου. Βλέποντας αυτές τις φωτογραφίες λοιπόν, είδα πολλά ενδιαφέροντα στοιχεία, αλλά οπωσδήποτε δεν έχει καμία σχέση αυτό που επιχειρούμε εδώ. Η παράσταση είναι μία πολύ πιο σύγχρονη ματιά πάνω στον Γιούγκερμαν -αν και το βλέμμα του Στάνκογλου κάποιες στιγμές κάτι μου θυμίζει από τον Αλεξανδράκη. Κάτι έχει.... Αλλά έχει κάτι και πολύ δικό του. Ιδίως, όταν άφησε το μουστάκι και απέκτησε το βλέμμα της οδύνης -αυτό που αποκτά ο Γιούγκερμαν αφού πεθαίνει η Βούλα. Είναι πολύ ενδιαφέρουσα η πορεία του Στάνκογλου μέσα στην παράσταση και νομίζω ότι ο κόσμος θα ταυτιστεί μαζί του.

-Ισχύει ότι έχετε μία πολύ καλή προπώληση;

Ναι, έχουμε μία πολύ καλή προπώληση κι αυτό είναι για πολλούς λόγους. Στα Θεατρικά Βραβεία Κοινού του Αθηνοράματος με χτύπησε στην πλάτη ένας κύριος και μου είπε, πάτε καλά, ε, Γιούγκερμαν είναι αυτός. Αυτό ήταν μία ιδιότυπη κακία για να μου υπογραμμίσει ότι δεν θα πουλούσαμε τόσα πολλά εισιτήρια αν δεν ήταν ο Καραγάτσης και ο «Γιούγκερμαν», λες και δεν ξέραμε ότι ο «Γιούγκερμαν» και ο Καραγάτσης είναι ευπώλητος εδώ και εβδομήντα χρόνια. Ή, λες και δεν ξέραμε επίσης ότι «Οι Τρεις Αδελφές» ξεκίνησαν επίσης, με μία πάρα πολύ μεγάλη προπώληση.

Το θέμα της προπώλησης ή, αν θέλετε, της επιτυχίας ενός θεατρικού οργανισμού, είναι ένα σύνθετο και πολύπλοκο ζήτημα, το οποίο έχει και πολλές παραμέτρους και χρειάζεται καθημερινή δουλειά. Θέλω να πω ότι μπορεί το κοινό να έχει αγαπήσει το «Πορεία» -και ένα σταθερό κοινό- αλλά υπάρχει μία ολόκληρη ομάδα ανθρώπων επίσης, η οποία τρέχει τη δημοσιότητα, το publicity κάθε παραγωγής, έτσι ώστε να γίνει όσο πιο γνωστό γίνεται από νωρίς. Στην προκειμένη περίπτωση αυτό είναι πιο εύκολο, αν θέλετε, λόγω του πολύ αναγνωρίσιμου τίτλου, όπως και στη Χίμαιρα, αλλά αυτό δεν σημαίνει και τα πάντα. Είναι πολύ καλό να ξεκινάς με μια καλή προπώληση, αλλά πρέπει να έχεις και μία καλή παράσταση.

-Σαφώς, αλλά είναι ελπιδοφόρο ένα καλό σημείο εκκίνησης. Ξέρεις ότι υπάρχει ανταπόκριση. 

Όχι μόνο ελπιδοφόρο, θα έλεγα, σωτήριο. Για τα μέτρα και τα μεγέθη ενός ιδιωτικού, ελληνικού θεατρικού οργανισμού ο «Γιούγκερμαν» είναι μία τεράστια παραγωγή, η οποία θα προσεγγίσει σχεδόν το μισό εκατομμύριο και για να κάνει break even σε ένα θέατρο 250 θέσεων, καταλαβαίνει κανείς πόσες παραστάσεις χρειάζονται σε απολύτως γεμάτο θέατρο.

Με είκοσι ηθοποιούς επί σκηνής και ζωντανή μουσική είναι ένα τεράστιο ρίσκο για το «Πορεία», το οποίο όμως παίρνω γιατί δεν μπορώ να κάνω κι αλλιώς. Θέλω να πω, δεν έχω μάθει να κάνω παραγωγές με τρία κιβώτια και ένα χαλί. Αυτό μπορεί να το κάνει καλά ο Πίτερ Μπρουκ. Αλλά στην προκειμένη περίπτωση, ούτε εγώ είμαι Πίτερ Μπρουκ κι επίσης ο «Γιούγκερμαν» είναι ένα μυθιστόρημα εποχής, χρειάζεται καλά κοστούμια, ο σκηνικός χώρος από την Έλλη Παπαγεωργακοπούλου και τον Δημήτρη Αγγέλη είναι μινιμαλιστικός και ψυχρός, έτσι ακριβώς όπως θα τον ήθελα, αλλά κρύβει πάρα πολλές εκπλήξεις για τους θεατές και μας βοηθά πολύ, έτσι όπως είναι διαμορφωμένος να μεταφέρουμε τη δράση από ένα σημείο της σκηνής σε άλλο δημιουργώντας χώρους και χρόνους με μία κίνηση. Αυτό ήταν πάρα πολύ δύσκολο στη σύλληψη και στην εκτέλεση, αλλά απολύτως αναγκαίο, έτσι ώστε να ξεπηδήσουν σε αυτό το περιβάλλον οι εβδομήντα χαρακτήρες του έργου με τα κοστούμια του Άγγελου Μέντη -που δώσαμε ιδιαίτερη σημασία και στην ποιότητα των υφασμάτων και στην ακρίβεια της δεκαετίας, χωρίς ωστόσο να γινόμαστε περιγραφικοί, γιατί κι αυτό είναι ένα θέμα. Επίσης, για τον Γιούγκερμαν, ο οποίος διατρέχει όλες αυτές τις δεκαετίες, επιλέγω μια όψη που είναι του θανάτου. Δηλαδή, της τελευταίας σκηνής του. Και όχι μία φροντισμένη εικόνα της δεκαετίας του 1920 ή του ’30.

-Η εταιρεία θεάτρου «Δόλιχος» κλείνει εφέτος είκοσι χρόνια. Κοιτάζοντας πίσω, ποιά είναι η πιο σωστή, η πιο δύσκολη, αλλά και η πιο λανθασμένη απόφαση που έχετε πάρει;

Νομίζω ότι η πιο σωστή απόφαση ήταν να δημιουργήσω τον «Δόλιχο», το 1999, που εκείνη τη στιγμή ήταν μία σχεδόν απονενοημένη κίνηση γιατί δεν είχα υπόψιν μου τους κινδύνους -η νεότητα δημιουργεί έχοντας άγνοια κινδύνου- κι αυτό ήταν πάρα πολύ καλό. Επίσης, πολύ σωστή απόφαση ήταν, με την παρότρυνση δικών μου ανθρώπων, να σκηνοθετήσω -πράγμα το οποίο φοβόμουν μέχρι μία στιγμή της ζωής μου. Ήταν η πιο σωστή απόφαση γιατί έκανα αυτό που πραγματικά είμαι ικανός να κάνω, όχι ότι δεν είμαι καλός ηθοποιός, δεν εννοώ αυτό, εννοώ ότι η σκηνοθεσία και η συνολική ευθύνη, η οπτική, το βλέμμα πάνω σε μία παράσταση νομίζω ότι είναι η καλύτερη από τις ικανότητες μου (δεν αναιρώ ούτε την υποκριτική, ούτε τη μετάφραση που θεωρώ προσόν μου, νομίζω ότι μεταφράζω καλά).

Μία λανθασμένη απόφαση που έλαβα είναι ότι δεν διέκοψα κάποιες φορές κάτι, ενώ ήξερα πολύ καλά ότι έπρεπε να το διακόψω. Ενώ μέσα μου ήξερα ότι έπρεπε να διακοπεί μία συνεργασία, μία παράσταση -δεν θέλω να αναφέρω ούτε ποιάν, ούτε ποιον αφορά- δεν τη διέκοψα. Έπρεπε να είμαι πολύ πιο κάθετος, πολύ πιο απόλυτος και να ακολουθήσω το ένστικτο μου χωρίς να βάζω μπροστά την κοινωνική αβρότητα ή, αν θέλετε και τη λύπηση για κάποιον. Έπρεπε να ακολουθήσω αυτό που ήθελα εκείνη τη στιγμή, να τελειώνω με κάτι. Δεν το έκανα και το πλήρωσα. Αλλά κι απ′ αυτό μαθαίνεις κάτι. 

-Συμφωνείτε με τον Καραγάτση ότι «δεν υπάρχει παρά μόνο ένα κορίτσι σ′ ολόκληρο τον κόσμο»; 

Μα φυσικά. Η παράσταση όλη είναι αυτό.... Εννοείται ότι δεν υπάρχει πάρα μόνο ένα για τον καθένα. Το θέμα είναι να το καταλάβει ο καθένας. Γι αυτό ακριβώς τον λόγο γίνεται. Για να καταλάβουν όλοι όσοι θα δουν την παράσταση ότι είναι αυταπόδεικτο. 

Info

Θέατρο «Πορεία»: Τρικόρφων 3-5 & 3ης Σεπτεμβρίου 69, Πλατεία Βικτωρίας, τηλ. ταμείου 210 8210991, 210 8210082

www.poreiatheatre.com

Πρώτη παράσταση: Τετάρτη 28 Νοεμβρίου 2018

Ημέρες & ώρες παραστάσεων:

Τετάρτη & Κυριακή 19:00, Πέμπτη, Παρασκευή 20:00, Σάββατο 16:00 & 20:30

Διάρκεια: 180 λεπτά, με διάλειμμα

Τιμές Εισιτηρίων:

Τετάρτη (λαϊκή) VIP ζώνη: 20 ευρώ, Α’, Β’ ζώνη: 15 ευρώ, Γ’ ζώνη: 14 ευρώ

Πέμπτη έως Κυριακή: VIP ζώνη: 25 ευρώ, A’ ζώνη: 20 ευρώ, Β’ ζώνη: 17 ευρώ, Γ’ ζώνη: 14 ευρώ, senior (άνω των 65): 17 ευρώ, φοιτητικό, νεανικό (κάτω των 22), ανέργων, ΑμεΑ: 15 ευρώ (σε συγκεκριμένες θέσεις της Α’ & Β’ ζώνης)

Συντελεστές 

Διασκευή: Στρατής Πασχάλης

Σκηνοθεσία: Δημήτρης Τάρλοου

Σκηνικά: Έλλη Παπαγεωργακοπούλου

Κοστούμια: Άγγελος Μέντης

Μουσική: Κατερίνα Πολέμη

Φωτισμοί: Αλέκος Αναστασίου

Χορογραφία - Επιμέλεια κίνησης: Κορίνα Κόκκαλη

Σχεδιασμός μακιγιάζ: Εύη Ζαφειροπούλου

Σχεδιασμός κομμώσεων: Χρόνης Τζήμος

Βοηθοί σκηνοθέτη: Δήμητρα Κουτσοκώστα,  Θωμαΐς Γκερλεγκτσή, Ελένη Χαλαστάνη

Βοηθοί σκηνογράφου – ενδυματολόγου: Δημήτρης Αγγέλης, Αλέξανδρος Γαρνάβος, Λίνα Σταυροπούλου

Βοηθός χορογράφου: Χριστιάνα Κοσιάρη

Φωτογραφίες-trailer: Βάσια Αναγνωστοπούλου

Διανομή   

Γιούγκερμαν: Γιάννης Στάνκογλου

Μιχάλης Καραμάνος / Σύλβεστρος: Χρήστος Μαλάκης

Ντάινα / Λίλη: Ζέτα Μακρυπούλια

Βούλα: Θάλεια Σταματέλου

Γιώργος Μάζης / Αστυφύλακας: Γιάννης Καπελέρης

Κλεό / Μάγκας 2: Πολύδωρος Βογιατζής

Σκλαβογιάννης / Διευθυντής Τραπέζης / Διοικητής / Ντε Κρεσύ: Δημήτρης Πετρόπουλος

Θωμάς Παπαδέλης / Σύμβουλος οικονομικών / Κάρλ: Γιάννης Νταλιάνης

Αλκμήνη / Σάσα: Δανάη Σαριδάκη

Ασπασία / μητέρα Καραμάνου: Καίτη Μανωλιδάκη

Λιάπκιν / Μόγιας / Πρίγκηψ Αρκάνωφ: Δημήτρης Μπίτος

Γερο-Στρατής / Υπηρέτης: Νίκος Καλαμό

Νίτσα / γυναίκα που τραγουδά / Αντιόπη: Λήδα Μανιατάκου

Μάγκας 1 / Παύλος / Νεαρός: Αλκιβιάδης Μαγγόνας

Κοσμική καλλονή / Πόρνη 2 / Συνοδός Γιώργου: Μπίλιω Μαρνέλη

Τσιγγάνα / Πόρνη 1 / Συνοδός Κλεό / Ελίζ: Κορίνα Κόκκαλη

Νάσος / Υπάλληλος / Τραπεζικός: Ανδρέας Νάτσιος

Γυναίκα συνοδός: Ελένη Χαλαστάνη

Μικρός Γιούγκερμαν: Άγγελος Πιλιτσίδης, Μάριος Σουμάτης, Αντώνης Στάμου, Φίλιππος Τάρλοου

Σύλβι: Θοδωρής Πιλιτσίδης, Δημήτρης Ντιμπιτζίδης, Δημήτρης Τατάκης

Ζωντανά παίζει μουσική η Λένα Χατζηγρηγορίου