Τελικά, πού πάνε τα λεφτά μας;

Από τις φωτιές του 2007 μέχρι την «Ελπίδα του 2022»
.
.
Eurokinissi

Το ερώτημα του τίτλου πλανάται στον ουρανό της Αττικής μετά το πέρας της κακοκαιρίας «Ελπίδα». Οι εικόνες είναι πρόσφατες και η ταλαιπωρία που υπέστησαν οι παροικούντες την μεγαλύτερη περιφέρεια της χώρας, στην οποία βρίσκεται και το διοικητικό κέντρο του κράτους μας, ακόμα νωπή. H απόδοση ευθυνών στους αρμόδιους (ποιος θα διαπιστώσει ποιοι είναι, πότε και με τι τρόπο, αλήθεια; ) είναι, νομίζω, ένα ερώτημα που πλέον έχει ξεπεραστεί στη συλλογική σκέψη της κοινωνίας. Το ερώτημα που διατυπώνεται με οργή είναι άλλο: «τι κάνετε τα λεφτά που σας δίνουμε με τους φόρους μας;;!!».

Οι φόροι μας είναι τα κρατικά έσοδα. Προέρχονται από εμάς οι μισθοί των πάσης φύσεως αρμοδίων ή αναρμοδίων, ενώ και το κόστος των μηχανημάτων που αγοράζονται ή δεν αγοράζονται μέσω των προϋπολογισμών των πάσης φύσεως διοικητικών αρχών καλύπτεται επίσης από εμάς.

Η φορολογία επιβάλλεται για να μπορεί το κράτος να εξυπηρετήσει τους σκοπούς του, όπως αυτοί γενικώς περιγράφονται στο Σύνταγμα. Μέσω της αναδιανομής των εισοδημάτων επιτυγχάνεται η κοινωνική ισότητα, δηλαδή η υποχρέωση που έχει η Πολιτεία να εξασφαλίζει σε όλους τους πολίτες ένα ελάχιστο κοινό αφετηριακό σημείο. Ακόμη και στην ακραία νεοφιλελεύθερη εκδοχή όπου το κράτος περιορίζεται στο τρίπτυχο ασφάλεια – υγεία – παιδεία, υπάρχει ένα minimum κρατικών παροχών που πρέπει το κράτος να καλύπτει μέσω των πόρων που εξασφαλίζει δια της φορολόγησης.

Υπάρχει μία παρανόηση στους ασκούντες την κρατική εξουσία, είτε αυτοί βρίσκονται στην κυβέρνηση, είτε στην αντιπολίτευση. Νομίζουν ότι τους φόρους μας τους διαχειρίζονται εν λευκώ, χωρίς να έχουν κάποια υποχρέωση λογοδοσίας. Σφάλλουν. Και όχι μόνο σφάλλουν, δείχνουν ότι δεν έμαθαν τίποτα από την μνημονιακή περιπέτεια της χώρας. Τα μνημόνια επιβλήθηκαν και, αν όχι κυρίως, λόγω της κάκιστης δημοσιονομικής διαχείρισης (δηλαδή, της διασπάθισης, της κατασπατάλησης του δημόσιου χρήματος) εκ μέρους του μεταπολιτευτικού πολιτικού κατεστημένου.

Με αφορμή την κακοκαιρία, προφανώς τίθεται κατ’ αρχήν εν αμφιβόλω το ζήτημα της ασφάλειας. Πολίτες βρέθηκαν εγκλωβισμένοι στον πιο σύγχρονο δρόμο της περιφέρειας, ενώ έκλεισαν οι βασικές οδικές αρτηρίες και ως εκ τούτου αποκλείστηκε η πρόσβαση στα νοσοκομεία της χώρας. Κλειστήκαμε στο σπίτι μας γιατί οι κρατικές δομές δεν μπορούσαν επί τετραημέρου (στο κέντρο της Αθήνας) να καθαρίσουν τους δρόμους και τα πεζοδρόμια. Σε άλλες περιοχές, από τη Δευτέρα που ξέσπασε η κακοκαιρία (μέρα μεσημέρι;! Ντροπή της!) και μέχρι την Κυριακή δεν είχαν ηλεκτρικό ρεύμα. Κοινώς, διαπιστώθηκε ένα τεράστιο πρόβλημα στις (βασικές) υποδομές (ενέργεια και μεταφορές) της χώρας για τις οποίες διαχρονικώς και αδιαλείπτως οι πολίτες καταβάλλουμε (υψηλά) αντίτιμα.

Και ερωτούμε: ποιοι και πώς διαχειρίζονται αυτά τα λεφτά; τα κρατικά έσοδα ποιος αποφασίζει και με ποια διαδικασία για το πού θα κατευθυνθούν (ο κοινοβουλευτικός έλεγχος επί του κρατικού προϋπολογισμού είναι ένα σύντομο ανέκδοτο); Πόσα χρήματα διατίθενται για τη συντήρηση και ανανέωση του οδικού δικτύου και του δικτύου διανομής ρεύματος; Ποια είναι τα χρονοδιαγράμματα;

Και επειδή έχουμε και έναν μείζον εθνικό κίνδυνο εξ ανατολών, θέτουμε και το συμπληρωματικό ερώτημα: αν το δίκτυο ρεύματος -ενδεικτικά- είχε αδρανοποιηθεί δυνάμει μίας ηλεκτρονικής επίθεσης Τούρκων hacker, ποια θα ήταν η απάντηση; Ποια μέτρα έχουν ληφθεί και ποια σχέδια έχουν εκπονηθεί για ένα τέτοιο ενδεχόμενο; Ως εκ περισσού, σημειώνουμε ότι στις 20 Ιανουαρίου, ανακοινώθηκε επίθεση χάκερς με στόχο λογαριασμούς του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του Ελληνικού Κοινοβουλίου.

Αυτές οι ερωτήσεις δεν πρέπει να γίνονται επ’ αφορμή μίας (ακόμα) αποτυχίας της κρατικής διοίκησης να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της. Είναι ζητήματα που θα έπρεπε να μας απασχολούν σαράντα χρόνια τώρα, όταν πληρώναμε την ΔΕΗ και δεν βλέπαμε την υπογειοποίηση των καλωδίων, τη διασύνδεση των νησιών με το κεντρικό δίκτυο ή την ενίσχυση των ΑΠΕ.

Η κλιματική αλλαγή απλά μας φέρνει πιο γρήγορα αντιμέτωπους με όσα τόσα χρόνια δεν κάναμε παρόλο που υπήρχαν τα χρήματα για να γίνουν. Η μη γραμμικότητα και η μη προβλεψιμότητα των ακραίων φαινομένων που συνδέονται με την κλιματική αλλαγή έχει διαφοροποιήσει τα προβλήματα για τα οποία πρέπει να είναι (ανά πάσα στιγμή) έτοιμο το κράτος να απαντήσει. Αν η απάντηση του κρατικού μηχανισμού στα ακραία καιρικά φαινόμενα είναι «μείνετε σπίτι μέχρι να περάσει», σκωπτικά μπορούμε να πούμε «την βάψαμε!».

Σε ένα άλλο επίμαχο σημείο της κυβερνητικής διαχείρισης ενόψει της κακοκαιρίας, ζητήθηκε η συνδρομή του στρατού. Μάλιστα. Φαινομενικά, ο λόγος είναι το (αδιαμφισβήτητο) γεγονός ότι ο στρατός είναι η καλύτερα οργανωμένη και η πλέον αποτελεσματική διοικητική δομή της χώρας. Ωστόσο, ο ρόλος του στρατού δεν είναι η δωρεάν παροχή εργασίας σε ιδιωτικές εταιρείες που δεν προνόησαν να έχουν τα μέσα για να αντιμετωπίσουν προβλήματα που προκύπτουν στο πλαίσιο της δράσης τους (ναι, το έκτακτο καιρικό φαινόμενο είναι ένα πρόβλημα για το οποίο η εταιρεία διαχείρισης πρέπει να έχει πρωτόκολλα και σχέδια αντιμετώπισης). Ούτε είναι ο ρόλος του στρατού να έρχεται και να μαζεύει τα σπασμένα της εκάστοτε ανίκανης και μικρόνου κυβέρνησης.

Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας επέδειξε ασέβεια στη στολή, στο εθνόσημο και στον εκ του Συντάγματος απονεμημένο ρόλο στο στράτευμα. Προκαλεί αλγεινή εντύπωση ότι η κεντρική κυβέρνηση ζητά από τον στρατό, ο οποίος δεν έχει πολιτικό ρόλο και περιορίζεται αυστηρά στην προάσπιση της εθνικής ασφάλειας, να παρέμβει για να καλύψει τις ανεπάρκειες και τις αποτυχίες της - σε μία άκομψη επανάληψη της κίνησης Καραμανλή στις φωτιές του 2007.

Με αφορμή τη συζήτηση γύρω από τις ευθύνες ή μη της παραχωρησιούχου εταιρείας, με δεδομένο ότι είναι (δημιουργικά) ασαφές το πλαίσιο της ευθύνης της, ας περιοριστούμε να σχολιάσουμε ότι πρόκειται για μία κλασική περίπτωση της αντίληψης που κυριαρχεί στον ιδιωτικό τομέα και συνοψίζεται στην φράση «στην υγειά του κορόιδου!».

Το εν Ελλάδι λειτουργόν οικονομικό σύστημα σε αγαστή συνεργασία με το πολιτικό σύστημα νέμεται το δημόσιο πλούτο και ανθεί εις βάρος όλων ημών των υπολοίπων. Πρόκειται για μία οικονομική ολιγαρχία που ουδέποτε κατονομάζεται και ουδέποτε απολογείται για τις (συν)ευθύνες της στην κατάντιά μας ως κράτος και ως λαός. Θα την βρείτε όμως να φωτογραφίζεται με τους πολιτικάντηδες μας σε επίσημες εκδηλώσεις.

Συνοψίζοντας, δεν έχουν περάσει παρά λίγες ημέρες από την κακοκαιρία, τα φώτα των καμερών έσβησαν, το δημοσιογραφικό ενδιαφέρον στρέφεται πλέον σε άλλα πιο επείγοντα ζητήματα. Η αποσιώπηση οδηγεί στη λήθη. Παρόμοια ξεχάσαμε τους πλημμυροπαθείς στην Καρδίτσα, τους πυρόπληκτους στην Εύβοια, τους σεισμόπληκτους στο Αρκαλοχώρι (Αλήθεια, εν τέλει, απέναντι σε ποιο κίνδυνο προστατεύει το κράτος τον πολίτη του; ). Όμως, επειδή η συγκυρία είναι κρίσιμη, ας έχουμε το νου μας γιατί ξημερώνουν κι άλλες μέρες με «κακό καιρό».