Τι να διεκδικήσουμε από τις ΗΠΑ στα ελληνοτουρκικά

Να γίνει σαφές ότι το ρήγμα που φυσιολογικά θα επέλθει στη νοτιοανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ αν η Τουρκία αποτολμήσει το οτιδήποτε, βαραίνει αυτήν και μόνο αυτήν.
Φωτογραφία αρχείου Μάρτιος 2021 Θράκη
Φωτογραφία αρχείου Μάρτιος 2021 Θράκη
Eurokinissi

Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις δεν βρίσκονται σε κρίση. Στην πραγματικότητα, τα πράγματα είναι χειρότερα από ό,τι ήταν το 2020 και όποιος θέλει να πιθανολογεί με βάση τον ρεαλισμό, κάθε χρόνο εφεξής, οι σχέσεις μας με την Τουρκία θα είναι όλο και χειρότερες.

Ένας ελληνοτουρκικός πόλεμος δεν αποτελεί πλέον κάποιο «συναισθηματικό» και «ακραίο» σενάριο, αλλά μια πιθανότητα για την οποία οφείλουμε να είμαστε έτοιμοι. Εντός αυτής της συζήτησης για την ελληνική ετοιμότητα, οφείλουμε να εντάξουμε και αυτό που σκωπτικά αναφέρουμε ως «διεθνή παράγοντα».

Οι ΗΠΑ είναι συχνά η χώρα που υπονοείται πίσω από την έννοια «διεθνής παράγοντας». Τι πρέπει να περιμένει η Ελλάδα από τις ΗΠΑ στα ελληνοτουρκικά και πώς οφείλει να δράσει για να έχει την καλύτερη δυνατή αντιμετώπιση της (παραδοσιακά απρόθυμης να εμπλακεί στο Αιγαίο) Ουάσινγκτον;

Μια συζήτηση που δεν έγινε ποτέ και εντάχθηκε στα «ευκόλως εννοούμενα» που «παραλείπονται»

Αν η Ελλάδα επιθυμεί πράγματι να χτίσει μια υψηλή στρατηγική, τότε, τόσο σε επίπεδο πολιτών όσο και σε επίπεδο πολιτικού συστήματος, χρειάζεται να προβεί σε κάποιες παραδοχές. Αυτές, συνοψίζονται στις δηλώσεις στις οποίες προέβη πρόσφατα ο τέως πρέσβης του Ισραήλ στην Ελλάδα, ο οποίος δήλωσε «δεν αναθέτεις την ασφάλειά σου σε τρίτους».

Με άλλα λόγια, αυτό που αρκετούς πείραξε αποτελεί και το δια της ατόπου επαγωγής ορίζειν, του ποια είναι τα όρια των συμμαχιών και των συνεργασιών. Μια από τις πηγές της οργής που έχουμε εναντίον των πάντων κάποιες φορές, είναι ότι έχουμε παρακμάσει σε τέτοιο σημείο ώστε να θεωρούμε «αυτονόητο» ότι οφείλουν να μας σώζουν άλλοι.

Κατά παράδοξο τρόπο, αυτά τα «παράπονα» (για λόγους λαϊκισμού γίνονται συχνά και ιαχές) έρχονται από όλους εκείνους που βαφτίζονται «πατριώτες». Πίσω από την κριτική που (δικαίως) ασκείται στη σχολή του κατευνασμού η οποία όχι μόνο απέτυχε αλλά αποτελεί και συνδημιουργό των εύθραυστών μας σχέσεων με την Τουρκία, υπάρχουν φωνές που μηδενίζουν συμμαχίες επειδή αυτές δεν ξεκινούν από τη «βεβαιότητα» ότι συνάπτεις συμμαχίες για να κερδίσουν τους πολέμους σου άλλοι. Είναι η απόδειξη της βαθιά ευθυνόφοβης και φυγόπονης στάσης ζωής που ακολούθησε συνολικά αυτό που λέμε «γενιά της Μεταπολίτευσης».

“Ακόμη και αν υπήρχε περίπτωση μια χώρα να εγγυηθεί ότι θα δώσει τον δικό σου πόλεμο, αυτή η εγγύηση θα έπρεπε να απορριφθεί από οποιοδήποτε σοβαρό έθνος-κράτος στον κόσμο. Αν οι πόλεμοί σου είναι τελικά πόλεμοι άλλων, τότε και η ελευθερία σου, δεν είναι ακριβώς δική σου, αλλά εκείνου που πολεμάει τους πολέμους σου.”

Η λανθασμένη εκκίνηση συλλογισμού, οδηγεί μαθηματικά κάθε προκείμενη στο να μας δώσει λάθος συμπεράσματα. Έτσι, οι συμμαχίες κρίνονται τελικά με βάση κάτι που δεν θα γίνει κατά 90% ποτέ, εκτός και αν οι περιστάσεις καταστήσουν τον πόλεμό μας και πόλεμο άλλων (βλ. Πόλεμος Ουκρανίας). Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο παρανομαστής είναι πάντοτε ασύμφορος και επικρατούν «τσιτάτα» και «σλόγκαν» ερωτήματα τα οποία δεν στηρίζονται υπό το φως ορθολογισμού. Τέτοια ερωτήματα (ρητορικά) είναι: «Ποια ανταλλάγματα παίρνει η Ελλάδα από την Αμερική;».

Από την κάθε συμμαχία, αυτό που παίρνεις είναι δύο πράγματα: Πρώτον, νομιμιμοποίηση του ρόλου σου και δεύτερον, αύξηση της αντικειμενικής και εμπορικής αξίας του οικοπέδου σου (με όρους real estate).

“Το Ισραήλ δεν έχει ακόμη πολεμήσει μαζί μας εναντίον της Τουρκίας, όμως το αμερικανοισραηλινό λόμπι στις ΗΠΑ, έκλεισε πολλές πόρτες στην Τουρκία από το 2011 και μετά, ενώ ταυτόχρονα, άνοιξε πόρτες γεμάτες ευκαιρίες για την Ελλάδα.”

Όταν κάνεις εξωτερική εξισορρόπηση απειλών, αναζητάς πρωτίστως διπλωματική υποστήριξη η οποία έχει πολλές πτυχές. Για παράδειγμα, το Ισραήλ δεν έχει ακόμη πολεμήσει μαζί μας εναντίον της Τουρκίας, όμως το αμερικανοισραηλινό λόμπι στις ΗΠΑ, έκλεισε πολλές πόρτες στην Τουρκία από το 2011 και μετά, ενώ ταυτόχρονα, άνοιξε πόρτες γεμάτες ευκαιρίες για την Ελλάδα.

Με άλλα λόγια, οι οπαδικοί και ποδοσφαιρικοί όροι με τους οποίους συχνά διεξάγεται η συζήτηση για την άμυνα και την εξωτερική πολιτική της χώρας, κακοφορμίζει ακριβώς γιατί κρίνουμε μια συμμαχία με βάση κάτι που δεν το περιέχει (εν προκειμένω, από την Αμερική περιμένουν όλοι αυτοί, τουλάχιστον τον βομβαρδισμό των παραλίων της Τουρκίας για να ονομάσουν τη σχέση μας με τις ΗΠΑ «συμμαχική»).

Απεναντίας, ακόμη και αν υπήρχε περίπτωση μια χώρα να εγγυηθεί ότι θα δώσει τον δικό σου πόλεμο, αυτή η εγγύηση θα έπρεπε να απορριφθεί από οποιοδήποτε σοβαρό έθνος-κράτος στον κόσμο. Αν οι πόλεμοί σου είναι τελικά πόλεμοι άλλων, τότε και η ελευθερία σου, δεν είναι ακριβώς δική σου, αλλά εκείνου που πολεμάει τους πολέμους σου. Αυτό δε λέγεται έθνος-κράτος κυρίαρχο αλλά client state, puppet-state ή αλλιώς, προτεκτοράτο.

Η σχέση μας με την Αμερική δεν πρέπει να είναι η συνέχεια των ελληνοτουρκικών με άλλα μέσα

Η αναβάθμιση της Ελλάδας ήρθε μέσα από την αντίληψη των ΗΠΑ για τον ρόλο της Τουρκίας στην περιοχή. Οι ΗΠΑ δεν έχουν ως προτεραιότητά τους (πρωταρχικό τους κριτήριο) για τις αμερικανοτουρκικές σχέσεις τα ελληνοτουρκικά. Αντιθέτως, για μας (κακώς) έγινε προτεραιότητα.

Σαν μέλος του ΝΑΤΟ, η Ελλάδα ακολουθεί τη εξέλιξη του δόγματος αυτού και προσαρμόζεται με βάση τις απειλές που ορίζει ο οργανισμός στον οποίον επέλεξε να είναι. Παρόλα αυτά, η Ελλάδα ευνοείται από το γεγονός ότι για έξι συναπτά χρόνια, οι αμερικανοτουρκικές σχέσεις βρίσκονται σε ιστορικό χαμηλό. Με αυτόν τον τρόπο, οι ΗΠΑ βλέπουν την σταδιακή τους απεξάρτηση από τον πάλαι ποτέ «γεωστρατηγικό μονόδρομο» της Τουρκίας.

“Η Ελλάδα, θα φτάσει να αποκτά συγκριτικά οφέλη έναντι της Τουρκίας, μόνο αν αποδεχτεί ότι η μοναξιά σε περίπτωση πολέμου είναι κανονικότητα και όχι αιτία για παράπονα.”

Η Αλεξανδρούπολη και η πολλαπλή χρησιμότητά της, αποδεικνύει τα όσα συμβαίνουν. Αυτό επομένως που πρέπει να κάνει η Ελλάδα, είναι να φροντίσει να κερδίσει από τις ΗΠΑ σε απόλυτα μεγέθη, πριν αυτά γίνουν σχετικά. Αυτό σημαίνει πως οι ελληνοαμερικανικές σχέσεις μόνο τα τελευταία χρόνια απέκτησαν ισχυρό οικονομικό και τεχνολογικό αποτύπωμα.

Η Ελλάδα έχει να κερδίσει από επενδύσεις που σχετίζονται με το τρίπτυχο γνώση-έρευνα-παραγωγή και πώς αυτό συνδέεται με την 4η Βιομηχανική Επανάσταση.

Το ίδιο αφορά και τις πολλές θετικές διαστάσεις που έχουν οι σχέσεις Ελλάδας-Ισραήλ (στον τομέα της αμυντικής βιομηχανίας) και αυτές μεταξύ της Ελλάδας και των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων όπου πέραν του αμυντικού τομέα, υπάρχουν επενδυτικά σχέδια. Αυτά όλα στην οικονομία ονομάζονται «θετικές εξωτερικότητες».

Η γνώση, η έρευνα και η απόκτηση τεχνογνωσίας, επιδέχεται διάχυσης σε άλλα πεδία. Ένα από αυτά, είναι και το πεδίο της άμυνας. Οι κατά τ’ άλλα «λάτρεις» του Ισραήλ, μπορούν να μελετήσουν το πώς το Ισραήλ επωφελήθηκε από τις ΗΠΑ από αυτόν τον μηχανισμό, σε βαθμό που πολλές του καινοτομίες αγοράζονται πλέον από τις ίδιες τις ΗΠΑ. Η Ελλάδα, θα φτάσει να αποκτά συγκριτικά οφέλη έναντι της Τουρκίας, μόνο αν αποδεχτεί ότι η μοναξιά σε περίπτωση πολέμου είναι κανονικότητα και όχι αιτία για παράπονα.

Η Ελλάδα πρέπει να πιέσει την Ουάσινγκτον να δράσει προληπτικά

Ο βασικός μας στόχος οφείλει να είναι ο εξής: Προκαθορισμός της υπαιτιότητας για ό,τι γίνει και αν γίνει. Το λεγόμενο blame game πρέπει να το πάρει όλο πάνω της η Τουρκία. Με άλλα λόγια, η Ελλάδα οφείλει να καταστήσει σαφή την εικόνα της ελληνοτουρκικής διένεξης.

Δεν μπορεί η Ελλάδα να ασπαστεί δόγματα σαν αυτά που συχνά περιγράφει ο Γ.Γ. του ΝΑΤΟ ο οποίος όσο περνά ο καιρός βάζει ολοένα και περισσότερους να σκέφτονται άλλους λόγους για τους οποίους θρέφει τέτοια κατανόηση για μια χώρα που είναι αποδεδειγμένα διεθνής ταραξίας. Το ρήγμα που φυσιολογικά θα επέλθει στη νοτιοανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ αν η Τουρκία αποτολμήσει το οτιδήποτε, βαραίνει αυτήν και μόνο αυτήν.

Με αυτόν τον τρόπο, οι ΗΠΑ θα χρειαστεί να επαναλάβουν σε ακόμη πιο σκληρούς τόνους όσα λέει ο Robert Menendez, αυτή τη φορά από το ίδιο το State Department. Τα επιχειρήματά μας, έχουν ήδη εκφραστεί από τον Πρόεδρο της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων του Κογκρέσου, επομένως υπάρχουν ήδη εντός του αμερικανικού πολιτικού συστήματος. Πρέπει να το εκμεταλλευτούμε.

Οι ΗΠΑ οφείλουν να πειστούν ότι αυτά που ζητάει η Τουρκία, δεν συζητούνται ούτε σε διερευνητικές, ούτε σε υψηλού επιπέδου συνομιλίες και ο μόνος τρόπος να σταματήσει να υπάρχει αυτό το κλίμα είναι να ακυρώσει η Τουρκία τα όποια σχέδια έχει.

“Αυτό που χρειάζεται οπωσδήποτε να έχουμε στην επιχειρηματολογία μας είναι πως ό,τι γίνει μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, δεν μπορεί να καταλήξει όπως κατέληξε η κρίση των Ιμίων.”

Η δέσμευση των ΗΠΑ με επιβολή σοβαρών κυρώσεων εναντίον της Τουρκίας σε περίπτωση που η Τουρκία αποτολμήσει την έξοδο πλωτού γεωτρύπανου με σκοπό να προκαλέσει επίθεση της Ελλάδας, οφείλει επίσης να εξεταστεί, όπως και το ενδεχόμενο να υπάρχουν κοινές αμυντικές ασκήσεις με τις ΗΠΑ, δίνοντας ένα σήμα αποτροπής προς την Τουρκία τους επόμενους μήνες που είναι κρίσιμοι τόσο για πιθανή προκήρυξη ελληνικών ή/και τουρκικών πρόωρων εκλογών.

Το θέμα της εξωτερικής εξισορρόπησης με άμεση συνδρομή, πρέπει όμως κυρίως να συζητηθεί με τη Γαλλία με την οποία τον περασμένο Σεπτέμβριο υπογράψαμε μια ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής. Κλείνοντας, αυτό που χρειάζεται οπωσδήποτε να έχουμε στην επιχειρηματολογία μας είναι πως ό,τι γίνει μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, δεν μπορεί να καταλήξει όπως κατέληξε η κρίση των Ιμίων.

Οι ΗΠΑ είναι η πιο ισχυρή δύναμη στο ΝΑΤΟ και έχουν την ευθύνη για τη συνοχή του. Πιθανό «σπάσιμο» της νοτιοανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ δε θα οφείλεται σε κάποια «ελληνοτουρκική διένεξη» αλλά στην ίδια την Τουρκία η οποία άλλωστε, και με το να κρατά αιχμάλωτες την Σουηδία και τη Φινλανδία, δείχνει ποιος εξυπηρετείται από έναν αποσυντονισμό του ΝΑΤΟ. Ο Βλαδίμηρος Πούτιν.

Επομένως, αυτό που πρέπει να διεκδικήσουμε από τις ΗΠΑ είναι η πλήρης αποδοχή εκ μέρους τους, των δικών μας θέσεων, έχοντας πλέον υπέρ μας και μια απερίφραστη καταδίκη της Τουρκίας από την Ε.Ε.

Πάντα να έχουμε στο νου ότι οι ΗΠΑ πάντα παίζουν συμπληρωματικό ρόλο, αποφεύγοντας ενεργό εμπλοκή στα ελληνοτουρκικά και γι’ αυτό είναι καλή συνθήκη ότι οι καλές ελληνοαμερικανικές σχέσεις, πλαισιώνονται και από ισχυρές αμυντικές σχέσεις με τη Γαλλία με την οποία υπογράψαμε ρήτρα αμυντικής συνδρομής. Και αυτή η ρήτρα, θα αξιολογηθεί, ωστόσο το πολιτικό σύστημα στη Γαλλία δεν περνά και τις καλύτερες των ημερών του. Επομένως αν χρειαστεί, όσα πρέπει θα τα κάνουμε μόνοι μας και πρέπει να τα κάνουμε μόνοι μας.