Εμπορική διαμάχη για τη φέτα ξέσπασε μετά από ανάρτηση στο X, του εμπορικού αντιπροσώπου των Ηνωμένων Πολιτειών, ο οποίος αμφισβήτησε το καθεστώς προστασίας της φέτας ως προϊόντος Προστατευόμενης Ονομασίας Προέλευσης (ΠΟΠ).

Ο πρόεδρος της Εθνικής Ένωσης Αγροτικών Συνεταιρισμών, Παύλος Σατολιάς, απαντώντας στην ανάρτηση αναφέρθηκε στις διεθνείς πιέσεις που δέχονται τα ευρωπαϊκά προϊόντα ΠΟΠ.

Advertisement
Advertisement

Όπως τόνισε, η διεθνής αγορά των τυροκομικών είναι μια αγορά πολλών δισεκατομμυρίων ευρώ, γεγονός που εξηγεί την έντονη αντιπαράθεση γύρω από τη χρήση ονομασιών όπως «φέτα», «παρμεζάνα», «γκοργκοντζόλα» και «ροκφόρ». «Οι Ηνωμένες Πολιτείες επιδιώκουν να αξιοποιήσουν την αναγνωρισιμότητα αυτών των ονομασιών, ώστε να διεκδικήσουν μεγαλύτερο μερίδιο στην παγκόσμια αγορά», σημείωσε.

Σύμφωνα με τον κ. Σατολιά, η φέτα δεν είναι απλώς ένα λευκό τυρί, αλλά ένα αυστηρά κατοχυρωμένο προϊόν ΠΟΠ, με συγκεκριμένες προδιαγραφές παραγωγής. Μεταξύ άλλων, παράγεται αποκλειστικά στην Ελλάδα, από πρόβειο γάλα σε ποσοστό τουλάχιστον 70%, με δυνατότητα συμμετοχής έως 30% κατσικίσιου γάλακτος. Παράλληλα, η παραγωγική διαδικασία διέπεται από αυστηρούς κανόνες, από τη συλλογή και μεταφορά του γάλακτος έως την ωρίμανση και τα ποιοτικά χαρακτηριστικά του τελικού προϊόντος.

«Η αξία της φέτας βρίσκεται ακριβώς σε αυτή τη μοναδικότητα, στην προέλευση, στην παράδοση και στις αυστηρές προδιαγραφές που τη συνοδεύουν», υπογράμμισε.

Ο πρόεδρος της ΕΘΕΑΣ αναφέρθηκε και στις διεθνείς εμπορικές πιέσεις που δέχεται η Ευρώπη, επισημαίνοντας ότι οι ΗΠΑ επιχειρούν συστηματικά, μέσω διμερών συμφωνιών με τρίτες χώρες, να επιτρέψουν τη χρήση ευρωπαϊκών ονομασιών από παραγωγούς εκτός Ευρώπης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, όπως είπε, αποτελεί η Ινδονησία, όπου, παρά τη συμφωνία με την Ευρωπαϊκή Ένωση για την προστασία 200 ευρωπαϊκών προϊόντων –μεταξύ αυτών και η φέτα–, αμερικανικές πιέσεις οδήγησαν στην αποδυνάμωση αυτής της προστασίας.

«Το αμερικανικό επιχείρημα είναι ότι η φέτα αποτελεί απλώς ένα είδος λευκού, θρυμματισμένου τυριού. Όμως η φέτα είναι κάτι πολύ περισσότερο: είναι ένα προϊόν με ταυτότητα, ιστορία και συγκεκριμένο τόπο προέλευσης», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Παράλληλα, ο κ. Σατολιάς στάθηκε στην ανάγκη καλύτερης αξιοποίησης της φέτας και των ελληνικών προϊόντων εντός της χώρας, ιδιαίτερα στον τουριστικό κλάδο. Όπως επισήμανε, σε πολλές περιπτώσεις ξενοδοχεία και επιχειρήσεις εστίασης δεν αξιοποιούν επαρκώς τα ελληνικά τοπικά προϊόντα, στερώντας από εκατομμύρια επισκέπτες την αυθεντική ελληνική γαστρονομική εμπειρία.

Πρότεινε, μάλιστα, τη δημιουργία ενός συστήματος πιστοποίησης για επιχειρήσεις φιλοξενίας και εστίασης που χρησιμοποιούν αυθεντικά ελληνικά και τοπικά προϊόντα, ενισχύοντας έτσι τόσο την εγχώρια παραγωγή όσο και την εξαγωγική δυναμική των ελληνικών προϊόντων.

«Αν η αυθεντική φέτα καταναλωνόταν συστηματικά στην ελληνική σαλάτα που δοκιμάζουν κάθε χρόνο δεκάδες εκατομμύρια τουρίστες στη χώρα μας, η εγχώρια κατανάλωση θα ήταν τόσο ισχυρή, που ίσως να μην είχαμε καν την ίδια ανάγκη για εξαγωγές», κατέληξε.