Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα ανακοίνωσαν την Τρίτη ότι αποχωρούν από τον ΟΠΕΚ και τον ΟΠΕΚ+, προκαλώντας σοβαρό πλήγμα στις ομάδες εξαγωγέων πετρελαίου και στον de facto ηγέτη τους, τη Σαουδική Αραβία, σε μια περίοδο που ο πόλεμος στο Ιράν έχει προκαλέσει ιστορικό ενεργειακό σοκ και έχει ταράξει την παγκόσμια οικονομία.
Το Reuters συγκεντρώνει τις πρώτες αντιδράσεις των αναλυτών για την αποχώρηση των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων από ΟΠΕΚ και ΟΠΕΚ+
Ο επικεφαλής αναλυτής αγορών της Nordea, Jan von Gerich, εκτίμησε ότι τα ΗΑΕ επιδιώκουν να αυξήσουν σημαντικά την παραγωγή πετρελαίου, γεγονός που μακροπρόθεσμα μπορεί να ασκήσει πιέσεις στις τιμές. Όπως σημείωσε, μετά το τέλος της σύγκρουσης με το Ιράν, ο OPEC ενδέχεται να μην είναι πλέον σε θέση να επηρεάζει τις τιμές του πετρελαίου με την ίδια αποτελεσματικότητα που είχε στο παρελθόν.
Η επικεφαλής οικονομολόγος της ADCB, Monica Malik, υποστήριξε ότι η αποχώρηση των ΗΑΕ ανοίγει τον δρόμο, ώστε η χώρα να αυξήσει το μερίδιό της στην παγκόσμια αγορά πετρελαίου, όταν σταθεροποιηθεί η γεωπολιτική κατάσταση. Σύμφωνα με την ίδια, η εξέλιξη αυτή θα μπορούσε να αποδειχθεί θετική τόσο για τους καταναλωτές όσο και για τη διεθνή οικονομία, εφόσον οδηγήσει σε μεγαλύτερη προσφορά πετρελαίου.
Ο αναλυτής της Rystad Energy, Jorge Leon, χαρακτήρισε την αποχώρηση των ΗΑΕ «σημαντική καμπή» για τον OPEC. Όπως ανέφερε, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα ήταν — μαζί με τη Σαουδική Αραβία — μία από τις λίγες χώρες του οργανισμού που διέθεταν ουσιαστική πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα, στοιχείο που επέτρεπε στον OPEC να επηρεάζει την αγορά και να εξισορροπεί τις διακυμάνσεις στην προσφορά. Ο ίδιος προειδοποίησε ότι, παρότι οι άμεσες επιπτώσεις μπορεί να περιοριστούν προσωρινά λόγω των προβλημάτων στις εξαγωγές μέσω των Στενών του Ορμούζ, μακροπρόθεσμα ο οργανισμός κινδυνεύει να αποδυναμωθεί δομικά.
Εκτός OPEC+, τα ΗΑΕ θα έχουν τόσο το κίνητρο όσο και τη δυνατότητα να αυξήσουν σημαντικά την παραγωγή τους, γεγονός που δημιουργεί ερωτήματα για το κατά πόσο η Σαουδική Αραβία θα μπορέσει να διατηρήσει τον ρόλο του βασικού σταθεροποιητή της αγοράς πετρελαίου.
Ο διευθυντής ενέργειας και διύλισης της ICIS, Ajay Parmar, σημείωσε ότι τα ΗΑΕ διαφωνούσαν εδώ και καιρό με τη γενικότερη πολιτική του OPEC, υπογραμμίζοντας ότι η αποχώρηση δεν αποτελεί έκπληξη, αλλά θα έχει σημαντικές συνέπειες σε βάθος χρόνου. Παράλληλα, εκτίμησε ότι η εξέλιξη αυτή αντανακλά και τη σταδιακή αποδυνάμωση της παραδοσιακά ισχυρής συμμαχίας ανάμεσα στα ΗΑΕ και τη Σαουδική Αραβία.
Ο Sergey Vakulenko από το Carnegie Russia Eurasia Center και πρώην στέλεχος της Gazprom Neft υποστήριξε ότι τα ΗΑΕ σχεδίαζαν εδώ και καιρό να αυξήσουν την παραγωγή πετρελαίου έως και κατά 30%, κάτι που θα ήταν δύσκολο να επιτευχθεί όσο παρέμεναν δεσμευμένα από τους περιορισμούς παραγωγής του OPEC+. Κατά την εκτίμησή του, η τρέχουσα συγκυρία είναι ίσως η λιγότερο επιζήμια για μια τέτοια ανακοίνωση, καθώς οι τιμές πετρελαίου παραμένουν υψηλές και η αγορά αντιμετωπίζει πραγματικές ελλείψεις εξαιτίας του αποκλεισμού στα Στενά του Ορμούζ.
Ο ίδιος πρόσθεσε ότι ακόμη και μετά την επαναλειτουργία των Στενών, η ζήτηση αναμένεται να παραμείνει αυξημένη, καθώς πολλές χώρες θα επιχειρήσουν να αναπληρώσουν τα ενεργειακά αποθέματα που έχουν μειωθεί από τον Φεβρουάριο. Σύμφωνα με τον Βακουλένκο, χωρίς τα ΗΑΕ ο OPEC θα είναι σημαντικά πιο αδύναμος, καθώς ούτε το Ιράν ούτε το Ιράκ διαθέτουν ουσιαστική πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα. Όπως υπογράμμισε, το μεγαλύτερο μέρος αυτής της δυνατότητας βρισκόταν μέχρι σήμερα στα χέρια των ΗΑΕ και της Σαουδικής Αραβίας.