Ένα δημόσιο προφίλ στο Facebook και η ψηφιακή παρουσία μιας οικογενειακής επιχείρησης στάθηκαν αφορμή για να κριθούν ανειλικρινείς οι δηλώσεις οφειλέτριας και να απορριφθεί οριστικά η αίτησή της για υπαγωγή στο νόμο για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά. Με μια απόφαση αυξημένου ενδιαφέροντος, το Τμήμα Εφέσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών έκρινε ότι το αποδεικτικό υλικό που συλλέγεται από δημόσιες σελίδες στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δεν παραβιάζει τα προσωπικά δεδομένα, αποτελώντας ένα απολύτως θεμιτό «όπλο» στα χέρια των πιστωτών για την εξακρίβωση της πραγματικής οικονομικής κατάστασης των δανειοληπτών.
Η υπόθεση αφορούσε ζευγάρι που προσέφυγε στη δικαιοσύνη ζητώντας τη ρύθμιση των οφειλών του από στεγαστικά και καταναλωτικά δάνεια, επικαλούμενο μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Η αιτούσα υποστήριζε ότι βρισκόταν σε καθεστώς παρατεταμένης ανεργίας χωρίς καθόλου εισοδήματα, γεγονός που την καθιστούσε αδύναμη να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της.
Ωστόσο, η πιστώτρια τράπεζα προσκόμισε στο δικαστήριο εκτυπώσεις από το Facebook και την ιστοσελίδα της επιχείρησης κοσμημάτων της αδελφής της, από τις οποίες προέκυπτε ότι η οφειλέτρια συμμετείχε ενεργά στην προώθηση και πώληση των προϊόντων.
Το Facebook ως αποδεικτικό μέσο στα δικαστήρια
Απέναντι στον ισχυρισμό της αιτούσας ότι το υλικό αυτό ελήφθη παράνομα και προσβάλλει την ιδιωτική της ζωή, το δικαστήριο ήταν κατηγορηματικό. Όπως υπογραμμίζεται στο σκεπτικό, «οι προσκομιζόμενες εκτυπώσεις αναρτήσεων στο μέσο κοινωνικής δικτύωσης “facebook” δεν παραβιάζουν τα προσωπικά δεδομένα και δεν συνιστούν απαράδεκτα αποδεικτικά μέσα, καθόσον από την επισκόπηση των εκτυπώσεων αυτών προκύπτει ότι πρόκειται για δημόσιες αναρτήσεις στη “σελίδα” της αιτούσας στο “facebook”, καθώς και για δημόσιες αναρτήσεις αναφορικά με την επιχείρηση της αδερφής της στο ίδιο μέσο κοινωνικής δικτύωσης, ελεύθερα προσβάσιμες σε όλους».
Το δικαστήριο εξήγησε ότι όταν οι πληροφορίες δημοσιοποιούνται από το ίδιο το υποκείμενο για επαγγελματικούς σκοπούς, παύουν να καλύπτονται από το απόρρητο. Μάλιστα, η απόφαση προχωρά ένα βήμα παραπέρα, σημειώνοντας ότι «και αληθής υποτιθέμενος να ήταν ο ισχυρισμός ότι οι αναρτήσεις αυτές ήταν ιδιωτικές, με βάση την αρχή της αναλογικότητας, τα ως άνω αποδεικτικά μέσα ακόμη κι αν είχαν κτηθεί παρανόμως, θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψη κατά τη στάθμιση των συγκρουόμενων δικαιωμάτων».
Αφού το δικαστήριο έκανε δεκτή τη νομιμότητα του υλικού από τα social media, προχώρησε στην ουσία της υπόθεσης, κρίνοντας ότι η οφειλέτρια παραβίασε το καθήκον ειλικρίνειας. Στην απόφαση επισημαίνεται ότι η αιτούσα «σε σχέση με τα όσα ανέφερε στο υπό κρίση δικόγραφο σχετικά με το εργασιακό της καθεστώς, τη συμμετοχή της στην προαναφερόμενη ομόρρυθμη εταιρεία, την εν τοις πράγμασι ανάμειξη της στην ατομική επιχείρηση της αδερφής της, τα έσοδα της και την εν γένει περιουσιακή της κατάσταση, κατέφυγε σε ανειλικρινείς δηλώσεις, οι οποίες δεν οφείλονταν σε ελαφρά αμέλεια από μέρους της».
Την ίδια τύχη είχε και η αίτηση του συζύγου καθώς εντοπίστηκε ότι τα ατομικά του εισοδήματα ως αξιωματικού έβαιναν αυξανόμενα, ενώ κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας προέβη στην αγορά νέου αυτοκινήτου, γεγονός που αναιρεί την επικαλούμενη οικονομική αδυναμία.
Κατόπιν τούτων, το Πρωτοδικείο απέρριψε τις εφέσεις του ζευγαριού.
(Πηγή: dikastiko.gr)