Γράφει ο Ιωάννης Πετρόπουλος, Centro de Estudos Clássicos, Παν/μιο Λισαβόνας, Επίτιμος Διευθυντής, Κέντρο Ελληνικών Σπουδών-Ελλάδος, Παν/μιο Harvard
*
Η «Οδύσσεια» του σερ Κρίστοφερ Νόλαν προσφέρει πολύτιμες υπηρεσίες στις ελληνικές σπουδές, καθώς έχει προκαλέσει σχεδόν παγκόσμιο ενδιαφέρον για ένα από τα δύο αρχαιότερα ποιήματα της ελληνικής – και δυτικής – λογοτεχνίας. Στο πρώτο τέταρτο του 21ου αιώνα, ο Όμηρος είναι ακόμη ζωντανός.
Η ταινία, η οποία έκανε πρεμιέρα στις 17 Ιουλίου, αξίζει επαίνους για την εξαιρετική τεχνική της αρτιότητα και την μουσική της επένδυση (η οποία περιλαμβάνει ανακατασκευασμένα αρχαία ελληνικά όργανα) και άλλα εφέ. Η γκρίζα‑μπλε παλέτα του Νόλαν θυμίζει τον «οἴνοπα πόντον» του Ομήρου· στις εικόνες κυριαρχούν, σε γενικές γραμμές, σκούρα χρώματα και σκιές – κάτι που ταιριάζει στην σπηλιά του Κύκλωπα και στον Άδη, αλλά δεν ανταποκρίνεται στον κατά βάση φωτεινό κόσμο του Ομήρου.
Ο μέσος θεατής είναι πιθανό να αποπροσανατολισθεί μέσα σε λίγα λεπτά από τις γρήγορες αναδρομές στο παρελθόν (αναλήψεις), όπως συμβαίνει κατά την αναπόληση του κυνηγιού του αγριόχοιρου από τον έφηβο Οδυσσέα. Ορισμένοι ίσως βρουν ότι οι διάλογοι, οι οποίοι συχνά δεν είναι ευκρινείς, υστερούν κάπως σε ζωντάνια και λεπτότητα. Ίσως να θυμίζουν σταθερά το ύφος της αμερικανικής καθομιλουμένης και να ηχούν παράφωνα σε ένα έπος, ακόμη και σε μια μεταμοντέρνα μεταφορά του Ομήρου.
Σχεδόν σαν ραψωδός, ο Νόλαν έχει αναδιατάξει τα επεισόδια του έπους και έχει τροποποιήσει ή παραλείψει άλλα. Ο Οδυσσέας (Mat Damon) ο οποίος απολαμβάνει τον «μελιηδέα» λωτόν υπό το βλέμμα της σαγηνευτικής Καλυψούς (Charlize Theron) απορρέει από τον απροσδόκητο συμφυρμό επεισοδίων των ραψωδιών ε και ι (ο ήρωας του Ομήρου ουδέποτε γεύεται το φυτό). Στην εκδοχή του Νόλαν, ο Οδυσσέας αφηγείται τις περιπέτειές του στην Καλυψώ: η νύμφη έχει αντικαταστήσει τον βασιλιά Αλκίνοο και την εξαιρετικά εκλεπτυσμένη αυλή του, μπροστά στους οποίους ο ομηρικός Οδυσσέας, ωσαν αοιδός, εκτελεί τον εκτενή εθνογραφικό Απόλογο των περιπλανήσεών του (ραψωδίες ι–μ). Η παράλειψη της χώρας (ή ίσως της νήσου) των Φαιάκων σημαίνει ότι η Ναυσικά απουσιάζει. Κρίμα. Στο ποίημα η συνάντηση του ήρωα με την παρθένα πριγκίπισσα στην ακροποταμιά προσθέτει μια απαλή, αρωματισμένη ατμόσφαιρα ανεκπλήρωτης θηλυκής σεξουαλικότητας, στιγμιαία αγωνία, λεπτό χιούμορ- και «ανφάς» ανδρική γυμνότητα.
Οι Λαιστρυγόνες του Νόλαν, οι οποίοι είναι συνεργατικοί ανθρωποφάγοι γίγαντες στον Όμηρο, έχουν αντικατασταθεί από υπερμεγέθεις μεσαιωνικούς (ή ίσως επιστημονικής φαντασίας) ιππότες με αστραφτερή πανοπλία. Η σκηνή του Κύκλωπα (Bennie Safdie) γυρίστηκε στην σπηλιά του Νέστορα έξω από την Πύλο. Πρόκειται για συγκλονιστικό Grand Guignol· αλλά το τέρας δεν είναι μόνο φρικωδώς μονόφθαλμο· είναι και εντελώς βουβό, εκτός όταν ξεστομίζει μια σύντομη, υπόκωφη προσευχή προς τον πατέρα του Ποσειδώνα, αφού τυφλωθεί. Το πανύψηλο πλάσμα του Ομήρου – υβρίδιο ήρωα και θεού – έχει μια βροντερή φωνή εξίσου ανατριχιαστική με την όψη του, ενώ η στιχομυθία του με τον παγιδευμένο Οδυσσέα προσθέτει ειρωνεία, πνεύμα και μακάβριο χιούμορ, τα οποία λείπουν από την ταινία. Ο Κύκλωπας του Νόλαν είναι ξεμέθυστος. Χωρίς όμως το θρακιώτικο κρασί που θα θολώσει το τέρας, ο Οδυσσέας δεν έχει ποτέ την ευκαιρία να επιδείξει την χαρακτηριστική πρακτική ευφυΐα του — την μῆτιν του — μέσα από το τέχνασμα-λογοπαίγνιο «Κανένας» (Οὖτις).
Το κινηματογραφικό επεισόδιο της Κίρκης προβάλλει το εξωτικό θηριοτροφείο της με πουλιά και παραδόξως ήρεμα ζώα. Είναι από τις πιο πλούσιες οπτικά και υποβλητικές σκηνές της ταινίας. Η Κίρκη (Samantha Morton) είναι τόσο κακόβουλη όσο και το ποιητικό της πρότυπο. Η πολυφάρμακος κακιά μάγισσα του Ομήρου δίνει στους συντρόφους του Οδυσσέα ένα μίγμα από κριθάλευρο, τυρί, μέλι, κρασί και κάποια μαγική ουσία˙ συγχρόνως τους χτυπά με το ραβδί της (η πρώτη μαρτυρία αυτού του μαγικού εξαρτήματος στην δυτική λογοτεχνία) και, ω του θαύματος, μεταμορφώνονται αμέσως σε γουρούνια που ρουθουνίζουν (ραψωδία κ). Στην ταινία, αντίθετα, η μάγισσα δεν κρατά ραβδί· προσφέρει στους καλεσμένους της μια αποκρουστική, πηχτή κρεατόσουπα μαγεμένη με το φάρμακό της και, σε μια παρατεταμένη σκηνή τρόμου, σαν διεστραμμένος αγγειοπλάστης που δουλεύει ζωντανό πηλό, συστρέφει σαδιστικά τα κεφάλια τους ώσπου να σχηματίσουν γουρουνίσια πρόσωπα.
Στην ραψωδία λ της Οδύσσειας, την λεγομένη Νέκυια, το πρώτο φάντασμα (ψυχή, εἴδωλον) που συναντά ο Οδυσσέας στον Κάτω Κόσμο είναι ο Ελπήνωρ, ο νεότερος και πιο αφελής από τους ναύτες του, ο οποίος πέθανε άδοξα όταν έπεσε μεθυσμένος από την στέγη του σπιτιού της Κίρκης. Στην ταινία, τον δύσμοιρο αυτόν αντιήρωα αντικαθιστά ο Σίνων, ο οποίος παρουσιάζεται ως μικρόσωμος παιδοστρατιώτης, τον οποίο υποδύεται ο Elliot Page. Ο Σίνων μαρτυρείται κυρίως—και εν εκτάσει— σε ένα άλλο έπος, την Αινειάδα του Βιργιλίου, η οποία χρονολογείται περίπου επτά αιώνες μετά τον Όμηρο. Αν και ο ίδιος ο Σίνων είναι επείσακτο πρόσωπο, ο διάλογός του με τον Οδυσσέα συγχωνεύει στοιχεία από τις κανονικές ομηρικές συνομιλίες Οδυσσέα–Ελπήνορα και Οδυσσέα–Αχιλλέα στον Άδη. Ο Αχιλλέας δεν εμφανίζεται καθόλου στην ταινία, ούτε καν ως σκιά. ‘Ετσι χάνουμε την ευκαιρία να ακούσουμε το οικτρό παράπονό του για τον δικό του θάνατο — ένα σχόλιο που οι ειδικοί έχουν ερμηνεύσει με ποικίλους τρόπους.
Η Αντίκλεια, η μητέρα του Οδυσσέα, η οποία έχει πεθάνει αρκετά χρόνια προτού φθάσει ο ήρωας στον Κάτω Κόσμο, δεν περιλαμβάνεται στην κινηματογραφική Νέκυια, όπως και τα φαντάσματα των θρυλικών ηρωίδων που παρελαύνουν μπροστά του. Στο σπαρακτικό επεισόδιο με την θρηνωδούσα μητέρα του, ο ομηρικός Οδυσσέας μάταια προσπαθεί τρεις φορές να αγκαλιάσει την σκιά της.
Πράγματι, ο Νόλαν έχει παραλείψει έναν εντυπωσιακά μεγάλο αριθμό γυναικείων μορφών, θνητών και θεϊκών. Η Πηνελόπη (Ann Hathaway) αποτελεί ευπρόσδεκτη εξαίρεση: η ταινία αναγνωρίζει, όπως άλλωστε και το ποίημα, ότι η φήμη και o κεντρικός της ρόλος συναγωνίζονται εκείνες του συζύγου της. Σε ένα εντελώς επινοημένο flashback, η ηρωίδα του Νόλαν φτάνει μάλιστα στο σημείο να δώσει ένα χαϊδευτικό χαστούκι στον άντρα της.
Εκτός από την Πηνελόπη, ωστόσο, η ταινία δείχνει ελάχιστο ενδιαφέρον για τον οικιακό χώρο, την γυναικεία ένδυση, την διαχείριση του νοικοκυριού, τις προοπτικές των κοριτσιών για γάμο, την ιδιαιτερότητα του γυναικείου λόγου και το τραγούδι, ή οτιδήποτε θα μπορούσε να ονομαστεί γυναικεία λεπταισθησία. (Ήταν ακριβώς αυτή η ευαισθησία που οδήγησε τον βικτωριανό Άγγλο κριτικό Σάμιουελ Μπάτλερ να προτείνει ότι η «συγγραφέας» της Οδύσσειας ήταν γυναίκα, ιδέα που ο Ρόμπερτ Γκρέιβς ανέπτυξε στο μυθιστόρημα Η θυγατέρα του Ομήρου.) Ίσως ήρθε η ώρα να καταπιαστεί με τον Oδύσσεια μια σκηνοθέτις.
Ο Νόλαν αφιερώνει πολύ περισσότερο χρόνο στον Δούρειο Ίππο- ο οποίος παίζει από μόνος του ρόλο σχεδόν συμπρωταγωνιστή -καθώς και σε σκηνές φονικών μαχών που θυμίζουν βιντεοπαιχνίδι. Η «Οδύσσειά» του μοιάζει να στοχεύει πρωτίστως σε γενιές νέων οι οποίοι έχουν μεγαλώσει με βιντεοπαιχνίδια και άλλα ψηφιακά παράγωγα (όχι τυχαία, εφόσον τα παιχνίδια συχνά είναι πιο προσοδοφόρα από τις ίδιες τις ταινίες που τα έχουν εμπνεύσει).
Το θεϊκό σύστημα που απαρτίζουν ο Ζευς, ο Ποσειδώνας, ο Ερμής και οι άλλοι θεοί απουσιάζει. Οι άφθονες αναφορές στην «ενοχή» είναι αναχρονιστικές και, τουλάχιστον σε μία περίπτωση, διορθώνονται με τη χρήση του όρου «ὕβρις». Το ολύμπιο δωδεκάθεο ουσιαστικά περιορίζεται σε επικλήσεις, από διάφορα πρόσωπα, του «νόμου του Δία»: να φέρεσαι στους άλλους όπως θα ήθελες να σου φέρονται. Η αρχαϊκή ομηρική αρχή της ξενίας, την οποία ο Νόλαν αναδιατυπώνει ως κοινό κανόνα του Χριστιανισμού (Ματθαίος 7:12) και άλλων θρησκειών, γίνεται το κυρίαρχο μοτίβο της ταινίας. Ο «βοὴν ἀγαθός» Μενέλαος μιλάει με την προφορά Νεοϋορκέζου μαφιόζου.
Την θρυλική Ωραία Ελένη, την αιτία του Πολέμου, υποδύεται η Lupita Nyong’o , Κενυάτισσα‑Μεξικανή (η οποία ενσαρκώνει επίσης την Κλυταιμνήστρα, αδελφή της Ελένης). Οι αρχαίοι ουδέποτε χαρακτήρισαν ρητώς την Ελένη ως Αφρικανή. Ο Όμηρος, πάντως, δεν την περιγράφει με λεπτομέρειες· σημειώνει μόνο ότι είναι «λευκώλενος» («με λευκά χέρια», «με χέρια που δεν έχουν εκτεθεί στον ήλιο», Ιλιάς Γ.121, Οδύσσεια χ.226–27) – επίθετο το οποίο αναφέρεται σε θεές και γυναίκες υψηλής καταγωγής, ακόμη και σε δούλες. Ο ποιητής, εξάλλου, αποδίδει την όψη της έμμεσα, παραθέτοντας τις αντιδράσεις (ένα παρατεταμένο «Wow») των άλλων απέναντι στην θεοειδή ομορφιά της (ιδίως στην Ιλιάδα Γ).
Η femme fatale του Νόλαν φέρει μια ουλή στο δεξί της μάγουλο, γεγονός το οποίο, κατ’ εμέ, υποδηλώνει την καταγωγή της από την φυλή των Γιόρουμπα στη Νιγηρία, το Μπενίν ή το Τόγκο, όπου οι γυναίκες έως πολύ πρόσφατα έφεραν συχνά χαρακτηριστικές ουλές στο πρόσωπο. Οι ουλές λειτουργούσαν ως ενδείξεις γενεαλογίας, σημάδια ομορφιάς και προστατευτικά μέσα. Η Γιόρουμπα Ελένη του Νόλαν—κατά την λογική αυτή— «ξαναγράφει» τον Όμηρο και αντιπαραβάλλεται στα πάλλευκα μαρμάρινα γυναικεία γλυπτά που φιλοτεχνήθηκαν στις δουλοκτητικές κοινωνίες της αρχαίας Ελλάδας και Ρώμης. Τις τελευταίες δεκαετίες, πολλοί εικαστικοί, ποιητές και μελετητές, ιδίως από τη Δυτική Αφρική και την διασπορά της, έχουν υποστηρίξει ότι τα σύγχρονα νεοκλασικά ιδεώδη γυναικείας ομορφιάς στηρίζονται σε αποικιοκρατικές και ρατσιστικές ιεραρχίες. Η ποιητική συλλογή της αφροαμερικανίδας Robin Coste Lewis, «Voyage of the Sable Venus» (Νέα Υόρκη, 2015), περιλαμβάνει έναν οιονεί επικό κατάλογο επιγραφών από μουσειακές αναπαραστάσεις Μαύρων γυναικών. Σε αυτό το πλαίσιο ανάκτησης του Μαύρου γυναικείου σώματος, φαίνεται ότι ο Νόλαν επιχειρεί να αποδομήσει τα κλισέ που οδηγούν πολλούς θεατές να εξιδανικεύουν το κάλλος της Ελένης σύμφωνα με τα οικεία δυτικά αισθητικά ιδεώδη του λείου δέρματος, των ίσιων μαλλιών και μύτης, και της «λευκότητας».
Το τέλος της ταινίας, το οποίο δεν θα αποκαλύψω, δεν συμφωνεί με το έπος. Όσοι κρίνουν το έργο με «καθαρολογικά» κριτήρια ίσως απογοητευθούν από τα πολλά κενά και τις αποκλίσεις από το κανονικό «πρωτότυπο». Αλλά γιατί να περιμένουμε απαρέγκλιτη πιστότητα σε μια κινηματογραφική μεταφορά; Ίσως μόλις το 1% του μέσου κοινού στις Ηνωμένες Πολιτείες ή στη Μεγάλη Βρετανία —λίγο παραπάνω, ενδεχομένως, στην Ελλάδα— να έχει διαβάσει την Οδύσσεια έστω και σε μετάφραση, και επομένως να μην ενοχληθεί από την απόσταση της ταινίας από τον «δεξιοτέχνη αφηγητή», όπως αποκαλεί τον Όμηρο ο καθηγητής Gregory Nagy. Ορισμένες από τις αποκλίσεις της ταινίας υπαγορεύτηκαν ασφαλώς από πρακτικούς περιορισμούς· άλλες φαίνεται να αποτελούν εσκεμμένη «επικαιροποίηση» του έπους από τον σκηνοθέτη, σύμφωνα με τα γούστα και τις ανησυχίες του Χολιγούντ και ορισμένων ισχυρών τάσεων της αγγλο‑αμερικανικής κλασικής φιλολογίας, παρά με το ίδιο το αξιακό σύστημα του ποιήματος.
Η τροποποίηση συμβατικών μύθων δεν είναι, βέβαια, κάτι καινούργιο, αν σκεφθεί κανείς ότι τα ομηρικά έπη, τα οποία πιθανότατα απέκτησαν μια σχετικά σταθερή μορφή προς τα τέλη του 8ου αιώνα π.Χ., αλλά ανάγονται τελικά σε αρχαιότερες προφορικές παραδόσεις, ανέκαθεν διαβάζονταν και ξαναγράφονταν σύμφωνα με το εκάστοτε επικρατούν «πνεύμα των ημερών». Για παράδειγμα, μολονότι ο Όμηρος δεν ασχολείται ρητώς με την ομοφυλοφιλία, αιώνες αργότερα ο Αισχύλος, ο Πλάτων και άλλοι συγγραφείς αναπροσδιόρισαν τον Αχιλλέα και τον Πάτροκλο ως εραστές. Ήδη από τις αρχές του 5ου αιώνα π.Χ., το εμβληματικό ηρωικό δίδυμο του Ομήρου επηρεάστηκε από την αθηναϊκή κοινωνική και σεξουαλική ιδεολογία.
Ποτέ άλλοτε δεν έχουν υπάρξει τόσες, και τόσο διαφορετικές, λογοτεχνικές μεταφράσεις ελλήνων και λατίνων συγγραφέων στα αγγλικά και σε άλλες γλώσσες. Πολλοί, ιδίως οι νέοι, θα συναντήσουν τον Όμηρο τώρα για πρώτη φορά μέσα από την «Οδύσσεια» του Κρίστοφερ Νόλαν, η οποία είναι ένα είδος κινηματογραφικής «μετάφρασης». Υπάρχει όμως ένας κίνδυνος: ένα υπερθέαμα τέτοιας κλίμακας είναι πιθανό να εδραιωθεί στη μνήμη πολλών ως η οριστική εκδοχή του έπους – κάτι που δεν είναι καθόλου. Παρά τον τίτλο της, η ταινία είναι μια προσαρμογή του Ομήρου για τον 21ο αιώνα. Θα ήταν πραγματικά κρίμα αν οι θεατές άφηναν την ταινία να υποκαταστήσει το ποίημα και δεν στρέφονταν ποτέ στην ίδια την Οδύσσεια. Είναι ένα αριστούργημα εσωτερικότητας όσο και εξωτερικής δράσης. Δείτε, λοιπόν, την ταινία, αλλά επίσης, και πάνω από όλα, διαβάστε (ή ξαναδιαβάστε) τον Όμηρο.