Παρά τις γεωπολιτικές εντάσεις από τον πόλεμο στο Ιράν, οι τιμές του χρυσού καταγράφουν πτώση περίπου 25%, με τους επενδυτές να εγκαταλείπουν το παραδοσιακό «ασφαλές καταφύγιο».
Η υποχώρηση αποδίδεται στο γεγονός ότι, παρότι οι μακροπρόθεσμοι κίνδυνοι για την παγκόσμια σταθερότητα παραμένουν, οι άμεσες πιέσεις –όπως η άνοδος του πετρελαίου και οι φόβοι για πληθωρισμό– ωθούν την αγορά προς τη ρευστότητα και πιο αποδοτικά επενδυτικά προϊόντα.
Ο χρυσός έφτασε σε ιστορικό υψηλό 4.873 ευρώ στα τέλη Ιανουαρίου, με προοπτική περαιτέρω ανόδου στις αρχές Μαρτίου. Ωστόσο, έκτοτε υποχώρησε σχεδόν 25%, φτάνοντας τα 3.567 ευρώ. Η πτώση αυτή σηματοδοτεί μια δραματική υποχώρηση από την εξαιρετική απόδοση του χρυσού πέρυσι.
Το 2025, ο χρυσός κατέγραψε μια από τις καλύτερες ετήσιες αποδόσεις των τελευταίων δεκαετιών, ανεβαίνοντας πάνω από 60%, καθώς οι κεντρικές τράπεζες αυξάνανε τα αποθέματά τους και οι επενδυτές αναζητούσαν προστασία εν μέσω οικονομικής αβεβαιότητας.
Η πτώση το 2026 πυροδότησε μια ταχεία μείωση των μοχλευμένων θέσεων στα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης και σε διαπραγματεύσιμα αμοιβαία κεφάλαια (ETFs) που είχαν επωφεληθεί από την εντυπωσιακή άνοδο του προηγούμενου έτους. Αυτή η απότομη αναστροφή αντιβαίνει στον παραδοσιακό ρόλο του χρυσού ως «ασφαλές καταφύγιο» σε περιόδους γεωπολιτικών αναταραχών, με την ισχυροποίηση του δολαρίου ΗΠΑ και την άνοδο των αποδόσεων των ομολόγων να αποδεικνύονται πιο καθοριστικοί παράγοντες.
Το ασήμι κατέγραψε ακόμη μεγαλύτερη πτώση από τον χρυσό, χάνοντας περίπου 50% από το ιστορικό υψηλό των 121 δολαρίων, μετά από έντονη άνοδο το 2025. Παρά τη σημαντική βιομηχανική ζήτηση και τα ισχυρά θεμελιώδη, το 2026 επηρεάζεται από το ισχυρό δολάριο και τις υψηλότερες αποδόσεις.
Το μακροοικονομικό περιβάλλον καθορίζει τις αγορές
Η αύξηση των αποδόσεων των αμερικανικών κρατικών ομολόγων και η ενίσχυση του δολαρίου αποτελούν τους κυριότερους παράγοντες πίεσης για τα πολύτιμα μέταλλα. Οι υψηλότερες τιμές πετρελαίου λόγω του πολέμου στο Ιράν έχουν ενισχύσει τις προβλέψεις για πληθωρισμό, ωθώντας τις αγορές να προεξοφλήσουν λιγότερες μειώσεις επιτοκίων από την Ομοσπονδιακή Τράπεζα ή ακόμη και την πιθανότητα πιο αυστηρής νομισματικής πολιτικής, συμπεριλαμβανομένων πιθανών αυξήσεων που προηγουμένως δεν αναμενόταν.
Αυτό έχει αυξήσει το κόστος ευκαιρίας της διακράτησης χρυσού που δεν αποδίδει τόκο, ενώ η ισχύς του δολαρίου τον έχει καταστήσει πιο ακριβό για τους διεθνείς αγοραστές. Το αποτέλεσμα ήταν μια κλασική «φυγή προς τη ρευστότητα» αντί για την αναμενόμενη φυγή προς ποιοτικότερες επενδύσεις, καθώς οι επενδυτές με μοχλευμένες θέσεις που αντιμετώπιζαν κλήσεις περιθωρίου (margin calls) επιτάχυναν τις ρευστοποιήσεις.