Με το πετρέλαιο Brent να κινείται γύρω στα 111 δολάρια το βαρέλι, το αμερικανικό WTI κοντά στα 102 δολάρια και το ευρωπαϊκό φυσικό αέριο να ξεπερνά τα 102 ευρώ ανά μεγαβατώρα, ξεκινά η πρώτη εβδομάδα του Νοεμβρίου. Η διεθνής ενεργειακή αγορά παραμένει σε κατάσταση έντονης αβεβαιότητας, καθώς ο πόλεμος στο Ιράν, οι επιθέσεις σε δεξαμενόπλοια, οι αμερικανικές διπλωματικές πρωτοβουλίες και οι αυξημένες ανάγκες του χειμώνα διαμορφώνουν ένα ιδιαίτερα επικίνδυνο οικονομικό περιβάλλον.
Στις πρωινές ενδείξεις της Δευτέρας 2 Νοεμβρίου, το Brent καταγραφόταν στα 111,00 δολάρια, με πτώση 2,14%, και το WTI στα 101,52 δολάρια, μειωμένο κατά 2,50%. Το ολλανδικό TTF, που αποτελεί σημείο αναφοράς για την ευρωπαϊκή αγορά αερίου, διαμορφωνόταν στα 102,12 ευρώ/MWh για το συμβόλαιο Δεκεμβρίου, σύμφωνα με τα στοιχεία της ICE. Οι τιμές είναι ενδεικτικές στιγμιαίες καταγραφές και μεταβάλλονται κατά τη συνεδρίαση.
Η σημερινή υποχώρηση των τιμών του πετρελαίου συνδέεται με τις προσδοκίες διπλωματικής αποκλιμάκωσης στη Μέση Ανατολή. Ωστόσο, σύμφωνα με το Reuters, οι αναλυτές προειδοποιούν ότι μια νέα στρατιωτική κλιμάκωση θα μπορούσε να επαναφέρει το Brent προς τα 120 δολάρια.
Νέο χτύπημα σε τάνκερ στον Περσικό Κόλπο
Η νέα επίθεση σε εμπορικό δεξαμενόπλοιο προσθέτει ακόμη έναν κρίσιμο παράγοντα ανησυχίας.
Σύμφωνα με τη βρετανική υπηρεσία ασφάλειας ναυσιπλοΐας UKMTO, πλοίο που βρισκόταν περίπου 72 ναυτικά μίλια ανατολικά των ακτών της Σαουδικής Αραβίας δέχθηκε δύο πλήγματα από βλήματα άγνωστου τύπου στην αριστερή πλευρά του.
Όλα τα μέλη του πληρώματος έχουν εντοπιστεί, ενώ δεν είχαν αναφερθεί περιβαλλοντικές επιπτώσεις κατά την αρχική ενημέρωση.
Το περιστατικό αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα επειδή σημειώθηκε σε περιοχή εξαιρετικά σημαντική για τη μεταφορά πετρελαίου και υγροποιημένου φυσικού αερίου.
Στενά του Ορμούζ: Ο μεγάλος εφιάλτης της παγκόσμιας αγοράς
Η σύγκρουση ΗΠΑ και Ισραήλ με το Ιράν έχει μετατρέψει τα Στενά του Ορμούζ σε ένα από τα σημαντικότερα σημεία γεωπολιτικού και οικονομικού κινδύνου στον κόσμο.
Πρόκειται για τη θαλάσσια δίοδο από την οποία, υπό κανονικές συνθήκες, διακινείται περίπου το ένα πέμπτο της παγκόσμιας κατανάλωσης πετρελαίου, καθώς και σημαντικό μέρος του διεθνούς εμπορίου LNG.
Οι επιθέσεις, οι απειλές κατά εμπορικών πλοίων και οι περιορισμοί στη ναυσιπλοΐα δεν επηρεάζουν μόνο τις φυσικές ποσότητες ενέργειας. Αυξάνουν επίσης το κόστος ασφάλισης, τις ναυλώσεις και την οικονομική αβεβαιότητα για εταιρείες και κυβερνήσεις.
Ακόμη και όταν η τιμή του αργού υποχωρεί προσωρινά, τα πρόσθετα έξοδα μεταφοράς και οι κίνδυνοι εφοδιασμού μπορούν να συνεχίσουν να επιβαρύνουν την πραγματική οικονομία.
Τραμπ προς Τεχεράνη: Συμφωνία ή συνέχιση των επιχειρήσεων
Την ίδια ώρα, ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ στέλνει νέο τελεσίγραφο στο Ιράν.
Μιλώντας στο Right Side Broadcasting Network, υποστήριξε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν ήδη πετύχει σημαντικούς στρατιωτικούς στόχους και ότι ο πόλεμος πλησιάζει στην ολοκλήρωσή του.
Το μήνυμά του ήταν σαφές: είτε θα υπάρξει συμφωνία με την Τεχεράνη είτε οι ΗΠΑ θα επιχειρήσουν να τερματίσουν τη σύγκρουση με δικές τους ενέργειες.
Οι δηλώσεις έγιναν ενώ συνεχίζονται οι διπλωματικές επαφές στην Ντόχα με τη μεσολάβηση του Κατάρ, χωρίς μέχρι στιγμής οριστική συμφωνία.
Η χρονική συγκυρία έχει τη δική της σημασία. Την Τρίτη 3 Νοεμβρίου πραγματοποιούνται οι ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ. Ο Τραμπ έχει αποκλείσει νέα αμερικανικά πλήγματα πριν από τις κάλπες, όχι όμως και μετά από αυτές.
Για τις ενεργειακές αγορές αυτό μεταφράζεται σε δύο αντίθετα σενάρια: μια συμφωνία θα μπορούσε να περιορίσει το γεωπολιτικό ασφάλιστρο κινδύνου στις τιμές, ενώ μια νέα στρατιωτική επιχείρηση θα μπορούσε να προκαλέσει νέο κύμα ανατιμήσεων.
Η έκπληξη από την Ουάσιγκτον: Ξανά ρωσικό αέριο στην Ευρώπη;
Μια ιδιαίτερα σημαντική εξέλιξη έρχεται από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού.
Σύμφωνα με αποκαλυπτικό δημοσίευμα της Wall Street Journal, η αμερικανική κυβέρνηση πιέζει από τον Σεπτέμβριο για την επανέναρξη των εξαγωγών ρωσικού φυσικού αερίου προς την Ευρώπη, μέσω αγωγών που διέρχονται από την Ουκρανία.
Η πρόταση φέρεται να προωθείται από τους Αμερικανούς απεσταλμένους Τζάρεντ Κούσνερ και Στιβ Γουίτκοφ, στο πλαίσιο των επαφών για κατάπαυση του πυρός μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας, τουλάχιστον όσον αφορά τις ενεργειακές εγκαταστάσεις.
Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι εξετάζεται η διαμεσολάβηση αμερικανικής εταιρείας στις πωλήσεις, με στόχο την υπέρβαση των κυρώσεων και τη δημιουργία επιχειρηματικών ευκαιριών για Αμερικανούς επενδυτές.
Πάντως, το Reuters διευκρινίζει ότι δεν έχει επιβεβαιώσει ανεξάρτητα τις πληροφορίες της αμερικανικής εφημερίδας.
Εάν επιβεβαιωθεί και προχωρήσει αυτή η πρωτοβουλία, θα πρόκειται για σημαντική μεταστροφή στην ευρωπαϊκή ενεργειακή πραγματικότητα.
Η Ευρώπη, που μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία επιχείρησε να περιορίσει την ενεργειακή της εξάρτηση από τη Μόσχα, ενδέχεται να βρεθεί μπροστά σε ένα νέο δίλημμα: φθηνότερη και μεγαλύτερη προσφορά φυσικού αερίου ή διατήρηση της στρατηγικής απεξάρτησης από τη Ρωσία.
Φυσικό αέριο: Επιστροφή στα επίπεδα της ενεργειακής κρίσης
Το μεγαλύτερο πρόβλημα για την ευρωπαϊκή οικονομία αυτή τη στιγμή δεν εντοπίζεται μόνο στο πετρέλαιο αλλά και στο φυσικό αέριο.
Το TTF ξεπέρασε την προηγούμενη εβδομάδα τα 100 ευρώ ανά μεγαβατώρα, επίπεδο που είχε να εμφανιστεί από την ενεργειακή κρίση του 2022.
Σύμφωνα με το Reuters, οι ευρωπαϊκές τιμές αερίου είναι περίπου τριπλάσιες από εκείνες που ίσχυαν πριν από την έναρξη του πολέμου με το Ιράν.
Ταυτόχρονα, τα ευρωπαϊκά αποθέματα φυσικού αερίου βρίσκονται περίπου στο 75% της χωρητικότητάς τους, με σημαντικές διαφοροποιήσεις μεταξύ των κρατών. Η Γερμανία εμφανίζεται ιδιαίτερα ευάλωτη, με αποθήκες που βρίσκονται κοντά στο 60%.
Πρόσθετη πίεση προκαλούν οι διαταραχές στις παραδόσεις LNG από τη Μέση Ανατολή και ειδικότερα από το Κατάρ.
Ένας βαρύς ευρωπαϊκός χειμώνας θα μπορούσε να οδηγήσει σε ταχύτερη κατανάλωση των αποθεμάτων και ακόμη υψηλότερες τιμές.
Ελλάδα: Αυξήσεις έως 43,5% στα τιμολόγια ηλεκτρικού ρεύματος
Οι επιπτώσεις της διεθνούς κρίσης γίνονται ήδη αισθητές και στην Ελλάδα.
Οι τιμοκατάλογοι ηλεκτρικής ενέργειας του Νοεμβρίου εμφανίζουν αυξήσεις που σε ορισμένα προγράμματα φτάνουν έως το 43,5%.
Σύμφωνα με το οικονομικό ρεπορτάζ του Πρώτου Θέματος, η μέση τιμή στη χονδρεμπορική αγορά ηλεκτρισμού διαμορφώθηκε τον Οκτώβριο περίπου στα 197 ευρώ ανά μεγαβατώρα, καταγράφοντας μηνιαία αύξηση 26%.
Η ΔΕΗ ανακοίνωσε για το πράσινο οικιακό τιμολόγιό της χρέωση 16,9 λεπτών ανά κιλοβατώρα, έναντι 15,913 λεπτών τον Οκτώβριο, δηλαδή αύξηση 6,2%.
Στο σταθερό μπλε πρόγραμμα myHome Online η τιμή αυξάνεται από 11,5 σε 13 λεπτά ανά κιλοβατώρα, προσφέροντας ωστόσο σταθερή χρέωση ενέργειας για 12 μήνες, υπό τους όρους του προγράμματος.
Σχεδόν τέσσερα εκατομμύρια καταναλωτές που χρησιμοποιούν κυμαινόμενα τιμολόγια βρίσκονται αντιμέτωποι με τις μεταβολές της αγοράς.
Αυτό σημαίνει ότι οι διεθνείς εξελίξεις περνούν πλέον απευθείας στον οικογενειακό προϋπολογισμό.
Και δεν πρόκειται μόνο για το κόστος ηλεκτρισμού. Οι ανατιμήσεις σε φυσικό αέριο, πετρέλαιο και μεταφορές επηρεάζουν την παραγωγή, τη βιομηχανία, τις υπηρεσίες και τελικά τις τιμές των προϊόντων στα ράφια.
Πετρέλαιο θέρμανσης και καύσιμα: Ο κίνδυνος νέων επιβαρύνσεων
Με τον Νοέμβριο να σηματοδοτεί την ουσιαστική έναρξη της χειμερινής περιόδου, ιδιαίτερη σημασία αποκτά η πορεία του πετρελαίου θέρμανσης.
Οι διεθνείς τιμές του αργού, οι τιμές των διυλισμένων προϊόντων, η ισοτιμία ευρώ-δολαρίου και τα περιθώρια εμπορίας καθορίζουν τελικά το κόστος που αντιμετωπίζει ο Έλληνας καταναλωτής.
Μια παρατεταμένη παραμονή του Brent πάνω από τα 100 δολάρια αυξάνει τον κίνδυνο διατήρησης υψηλών τιμών στην αντλία, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι κάθε ημερήσια μεταβολή μεταφέρεται αυτομάτως στη λιανική.
Ιδιαίτερα ευάλωτες είναι οι επιχειρήσεις μεταφορών, οι αγρότες, οι ενεργοβόρες βιομηχανίες και τα νοικοκυριά που εξακολουθούν να χρησιμοποιούν πετρέλαιο για τη θέρμανσή τους.
Αντίστοιχη πίεση μπορεί να δεχθεί και το κόστος μεταφοράς των προϊόντων, με συνέπειες στον πληθωρισμό.
Το μεγάλο δίλημμα της Ευρώπης και της Ελλάδας
Η νέα ενεργειακή κρίση βρίσκει την Ευρώπη μπροστά σε τρεις διαφορετικές προκλήσεις.
Η πρώτη είναι η ασφάλεια του ενεργειακού εφοδιασμού, ιδιαίτερα όσο συνεχίζεται η σύγκρουση στον Περσικό Κόλπο.
Η δεύτερη αφορά το κόστος της ενέργειας για νοικοκυριά και επιχειρήσεις, καθώς οι παρατεταμένες ανατιμήσεις μπορούν να περιορίσουν την κατανάλωση και να υπονομεύσουν την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής παραγωγής.
Η τρίτη είναι καθαρά γεωπολιτική: εάν η Ουάσιγκτον πράγματι επιδιώκει να επαναφέρει το ρωσικό φυσικό αέριο στην ευρωπαϊκή αγορά, η Ευρωπαϊκή Ένωση θα κληθεί να επανεξετάσει κρίσιμες πτυχές της ενεργειακής πολιτικής της.
Για την Ελλάδα, η κρίση αναδεικνύει τόσο τη σημασία της διαφοροποίησης των πηγών προμήθειας όσο και τον ρόλο των υποδομών LNG, της Ρεβυθούσας, της Αλεξανδρούπολης και των διεθνών διασυνδέσεων.
Οι υποδομές αυτές μπορούν να ενισχύσουν την ασφάλεια εφοδιασμού, αλλά δεν εξασφαλίζουν από μόνες τους χαμηλές τιμές όταν η διεθνής αγορά αντιμετωπίζει σοβαρή έλλειψη διαθέσιμων φορτίων.
Το κρίσιμο ερώτημα: Αποκλιμάκωση ή νέος ενεργειακός συναγερμός;
Οι επόμενες ημέρες μπορεί να αποδειχθούν καθοριστικές.
Εάν οι συνομιλίες για το Ιράν οδηγήσουν σε ουσιαστική συμφωνία και περιοριστούν οι επιθέσεις στη ναυσιπλοΐα, οι αγορές θα μπορούσαν να ανακτήσουν μέρος της χαμένης εμπιστοσύνης τους.
Αντίθετα, μια νέα στρατιωτική κλιμάκωση μετά τις αμερικανικές εκλογές, με επιθέσεις σε δεξαμενόπλοια ή ενεργειακές εγκαταστάσεις, θα μπορούσε να οδηγήσει τις τιμές σε νέα υψηλά επίπεδα.
Και ενώ οι ηγέτες διαπραγματεύονται πολέμους, εκεχειρίες, κυρώσεις και ενεργειακές συμφωνίες, εκατομμύρια Ευρωπαίοι πολίτες αντιμετωπίζουν ήδη τις οικονομικές συνέπειες.
Το βέβαιο είναι ότι ο χειμώνας του 2026-2027 αρχίζει με την ενέργεια να βρίσκεται και πάλι στο επίκεντρο της γεωπολιτικής αντιπαράθεσης. Και τον τελικό λογαριασμό κινδυνεύουν να πληρώσουν, για ακόμη μία φορά, τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις.