Δημοσιογραφική επιμέλεια Στέφανος Νικήτας
Το πρόβλημα δεν είναι πλέον μόνο η άνοδος της τιμής του πετρελαίου. Είναι η διάρκεια. Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο βλέπει το ενδεχόμενο ενός πολέμου στη Μέση Ανατολή που δεν τελειώνει γρήγορα, αλλά παρατείνεται έως το 2027, σπρώχνοντας το πετρέλαιο προς τα 125 δολάρια το βαρέλι και ανοίγοντας ξανά τον φαύλο κύκλο πληθωρισμού, ακριβότερων τροφίμων, επιβράδυνσης της ανάπτυξης και νέας πίεσης στα νοικοκυριά.
Το πετρέλαιο επιστρέφει στο κέντρο της παγκόσμιας ανησυχίας. Όχι ως μια συνηθισμένη διακύμανση των αγορών, ούτε ως ένα πρόσκαιρο ράλι που θα σβήσει μόλις εκτονωθεί η γεωπολιτική ένταση. Αυτή τη φορά, το μήνυμα που έρχεται από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο είναι πολύ πιο βαρύ: αν ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή συνεχιστεί έως το 2027 και οι τιμές του πετρελαίου φτάσουν περίπου τα 125 δολάρια το βαρέλι, η παγκόσμια οικονομία θα βρεθεί μπροστά σε ένα «πολύ χειρότερο αποτέλεσμα».
Η προειδοποίηση της Κρισταλίνα Γκεοργκίεβα δεν είναι τεχνική λεπτομέρεια. Είναι πολιτικό και οικονομικό καμπανάκι. Η επικεφαλής του ΔΝΤ ουσιαστικά λέει ότι το αρχικό σενάριο μιας σύντομης πολεμικής κρίσης, με περιορισμένες επιπτώσεις στην ανάπτυξη και στον πληθωρισμό, απομακρύνεται κάθε μέρα που περνά. Το «κακό σενάριο» δεν βρίσκεται πια κάπου μακριά. Αρχίζει να μοιάζει με το σενάριο που ήδη ξεδιπλώνεται.
Σύμφωνα με όσα ανέφερε, το βασικό σενάριο του Ταμείου προέβλεπε παγκόσμια ανάπτυξη 3,1% και πληθωρισμό 4,4%, υπό την προϋπόθεση ότι η σύγκρουση θα ήταν βραχύβια. Όμως η παράταση του πολέμου αλλάζει τα πάντα. Στο δυσμενές σενάριο, η ανάπτυξη πέφτει στο 2,5% το 2026 και ο πληθωρισμός ανεβαίνει στο 5,4%. Στο ακόμη βαρύτερο σενάριο, η ανάπτυξη περιορίζεται στο 2% και ο πληθωρισμός φτάνει στο 5,8%.
Αυτό που φοβάται το ΔΝΤ δεν είναι μόνο ένα ακριβότερο βαρέλι. Είναι η αλυσιδωτή αντίδραση. Το ακριβό πετρέλαιο περνά στις μεταφορές, στην παραγωγή, στα λιπάσματα, στα τρόφιμα, στους λογαριασμούς, στις επιχειρήσεις και τελικά στο εισόδημα των πολιτών. Η Γκεοργκίεβα προειδοποίησε ότι τα λιπάσματα είναι ήδη 30% έως 40% ακριβότερα, κάτι που μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση των τιμών των τροφίμων κατά 3% έως 6%.
Με άλλα λόγια, η κρίση στο πετρέλαιο δεν μένει στα διυλιστήρια και στα χρηματιστήρια εμπορευμάτων. Φτάνει στο ράφι του σούπερ μάρκετ.
Και εκεί ακριβώς βρίσκεται ο μεγάλος φόβος: να ξαναζήσει η παγκόσμια οικονομία έναν νέο κύκλο πληθωριστικής πίεσης τη στιγμή που κυβερνήσεις, κεντρικές τράπεζες και νοικοκυριά πίστευαν ότι είχαν αρχίσει, έστω και αργά, να βγαίνουν από το προηγούμενο σοκ τιμών.
Το πετρέλαιο δεν είναι ένα ακόμη προϊόν. Είναι το νεύρο πάνω στο οποίο κινείται μεγάλο μέρος της παγκόσμιας οικονομίας. Όταν η τιμή του ανεβαίνει απότομα και παραμένει ψηλά, δεν πιέζει μόνο τους οδηγούς στα πρατήρια. Πιέζει την αεροπορία, τη ναυτιλία, τη βιομηχανία, τη γεωργία, τις μεταφορικές εταιρείες, τα δημόσια οικονομικά και τελικά τις ίδιες τις αποφάσεις των κεντρικών τραπεζών.
Αν οι τιμές της ενέργειας μείνουν υψηλές για μήνες ή χρόνια, οι προσδοκίες για τον πληθωρισμό μπορούν να αποσταθεροποιηθούν. Αυτό είναι ίσως το πιο επικίνδυνο σημείο της προειδοποίησης του ΔΝΤ. Διότι άλλο είναι μια παροδική αύξηση τιμών και άλλο μια κατάσταση στην οποία επιχειρήσεις και καταναλωτές αρχίζουν να θεωρούν δεδομένο ότι όλα θα ακριβαίνουν για μεγάλο διάστημα.
Σε αυτή την περίπτωση, οι μισθολογικές απαιτήσεις αυξάνονται, οι επιχειρήσεις μετακυλίουν κόστος, οι κυβερνήσεις πιέζονται να δώσουν επιδοτήσεις και οι κεντρικές τράπεζες βρίσκονται ξανά μπροστά στο δίλημμα: να κρατήσουν υψηλά τα επιτόκια για να περιορίσουν τον πληθωρισμό ή να τα μειώσουν για να στηρίξουν την ανάπτυξη.
Η Μέση Ανατολή, άλλωστε, δεν είναι απλώς μια περιοχή υψηλής γεωπολιτικής έντασης. Είναι κεντρικός κόμβος της παγκόσμιας ενεργειακής τροφοδοσίας. Η ανησυχία γίνεται ακόμη μεγαλύτερη λόγω των Στενών του Ορμούζ, από όπου, πριν από την κρίση, περνούσε περίπου το 20% της παγκόσμιας προσφοράς αργού πετρελαίου, σύμφωνα με όσα μεταφέρθηκαν από το ίδιο πάνελ στο οποίο συμμετείχε η Γκεοργκίεβα.
Η Chevron, μέσω του επικεφαλής της Mike Wirth, προειδοποίησε ότι οι ελλείψεις στην προσφορά πετρελαίου θα αρχίσουν να εμφανίζονται διεθνώς όσο παραμένει κλειστή ή περιορισμένη η διέλευση από τα Στενά. Η πρώτη περιοχή που κινδυνεύει να αισθανθεί εντονότερα την πίεση είναι η Ασία, καθώς η ζήτηση θα πρέπει αναγκαστικά να προσαρμοστεί σε χαμηλότερη διαθέσιμη προσφορά.
Η αγορά ήδη αντιδρά νευρικά. Το Brent εκτοξεύτηκε σχεδόν 6% τη Δευτέρα, για να υποχωρήσει στη συνέχεια οριακά, παραμένοντας όμως πάνω από τα 113 δολάρια το βαρέλι. Η μικρή διόρθωση δεν αναιρεί το βασικό μήνυμα: οι τιμές κινούνται σε επίπεδα που δείχνουν φόβο, όχι ηρεμία.
Η εικόνα θυμίζει ότι οι αγορές πετρελαίου δεν χρειάζονται πάντα πραγματική πλήρη διακοπή της προσφοράς για να εκτιναχθούν. Αρκεί ο φόβος ότι η προσφορά μπορεί να διαταραχθεί σοβαρά. Αρκεί η αβεβαιότητα για τα πλοία, τα λιμάνια, τις ασφαλίσεις φορτίων, τις εναλλακτικές διαδρομές, τα αποθέματα και τη δυνατότητα των μεγάλων παραγωγών να καλύψουν το κενό.
Το ΔΝΤ φοβάται ακριβώς αυτή τη μετάβαση: από το σοκ στην αγορά ενέργειας σε μια γενικευμένη οικονομική πίεση. Όσο περισσότερο διαρκεί ο πόλεμος, τόσο μικρότερη γίνεται η πιθανότητα να αντιμετωπιστεί ως προσωρινό επεισόδιο. Και όσο περισσότερο οι κυβερνήσεις λειτουργούν με την παραδοχή ότι «σε λίγους μήνες θα τελειώσει», τόσο μεγαλύτερος είναι ο κίνδυνος να σχεδιάζουν πολιτικές για μια κρίση μικρής διάρκειας ενώ η πραγματικότητα μετατρέπεται σε κρίση μακράς αντοχής.
Η φράση της Γκεοργκίεβα «μη ρίχνετε βενζίνη στη φωτιά» αποτυπώνει αυτόν τον φόβο. Το μήνυμα προς τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής είναι σαφές: αν η προσφορά συρρικνώνεται, η ζήτηση δεν μπορεί να συνεχίσει σαν να μη συμβαίνει τίποτα.
Για την Ευρώπη, και κατ’ επέκταση για την Ελλάδα, το πρόβλημα είναι εξαιρετικά ευαίσθητο. Οι οικονομίες που εισάγουν ενέργεια είναι πιο εκτεθειμένες σε ένα παρατεταμένο ράλι του πετρελαίου. Η Ελλάδα έχει ζήσει πολύ πρόσφατα τι σημαίνει ενεργειακή κρίση: ακριβότερα καύσιμα, υψηλότερο κόστος μεταφορών, αυξήσεις σε βασικά αγαθά, πίεση στον οικογενειακό προϋπολογισμό και πολιτική ανάγκη για μέτρα στήριξης.
Το ελληνικό νοικοκυριό μπορεί να μη διαβάζει καθημερινά τις εκθέσεις του ΔΝΤ, αλλά καταλαβαίνει αμέσως την κρίση όταν γεμίζει το ρεζερβουάρ, όταν ανεβαίνουν τα ακτοπλοϊκά, όταν ακριβαίνουν τα τρόφιμα, όταν οι επιχειρήσεις μεταφέρουν το ενεργειακό κόστος στις τιμές. Και αυτή είναι η πιο επικίνδυνη διάσταση: το πετρέλαιο λειτουργεί σαν πολλαπλασιαστής ακρίβειας.
Το μεγάλο ερώτημα πλέον δεν είναι αν οι αγορές θα έχουν μια ακόμη εβδομάδα μεταβλητότητας. Είναι αν η παγκόσμια οικονομία μπαίνει σε μια περίοδο όπου η γεωπολιτική ένταση θα κρατά μόνιμα ψηλά το ενεργειακό κόστος. Αν συμβεί αυτό, τότε η ανάκαμψη γίνεται πιο αδύναμη, ο πληθωρισμός πιο επίμονος και οι επιλογές των κυβερνήσεων πιο δύσκολες.
Το ΔΝΤ δεν προειδοποιεί απλώς για μια τιμή: τα 125 δολάρια το βαρέλι. Προειδοποιεί για έναν χρόνο: το 2027. Δηλαδή για το ενδεχόμενο η κρίση να μην είναι σύντομη παρένθεση, αλλά μια παρατεταμένη δοκιμασία που θα επηρεάσει τον παγκόσμιο οικονομικό σχεδιασμό για τα επόμενα δύο χρόνια.
Και αυτό είναι το πραγματικά μεγάλο πρόβλημα. Όχι μόνο ότι το πετρέλαιο ακριβαίνει. Αλλά ότι ο κόσμος μπορεί να χρειαστεί να μάθει να λειτουργεί με ακριβό πετρέλαιο, αβέβαιες εφοδιαστικές αλυσίδες, πιο ακριβά τρόφιμα και έναν πόλεμο που δεν τελειώνει εκεί όπου οι οικονομολόγοι είχαν υπολογίσει.
Σε μια τέτοια συνθήκη, το πετρέλαιο παύει να είναι απλώς δείκτης αγοράς. Γίνεται δείκτης φόβου. Και το μήνυμα του ΔΝΤ είναι πως ο φόβος αυτός δεν είναι πια θεωρητικός. Είναι ήδη μπροστά στις πύλες.