Δημοσιογραφική επιμέλεια Φωτεινή Τσαϊλάρη
Υπάρχουν εγκλήματα που συγκλονίζουν για τη βία τους. Υπάρχουν όμως και εγκλήματα που παγώνουν την κοινή γνώμη για κάτι ακόμη πιο σκοτεινό: για την παράσταση που ακολουθεί. Για το δάκρυ, την οδύνη, τις δηλώσεις, τις εκκλήσεις, το βλέμμα του «συντετριμμένου» συντρόφου. Μέχρι που η έρευνα, οι αντιφάσεις και η αλήθεια γκρεμίζουν το σκηνικό.
Η υπόθεση της Δήμητρας Βούλγαρη-Λάμπρου, που έμεινε γνωστή ως η «μαύρη χήρα» της Κοιλάδας Αργολίδας, είναι από εκείνες που επανέρχονται στη δημόσια μνήμη όχι μόνο για το ίδιο το έγκλημα, αλλά και για το μετά. Για την εικόνα μιας γυναίκας που εμφανιζόταν ως τεθλιμμένη χήρα, μέχρι να αποκαλυφθεί ότι η Δικαιοσύνη την έκρινε ένοχη για τη δολοφονία του συζύγου της, Θανάση Λάμπρου, τον Δεκέμβριο του 2014. Η ίδια είχε αρνηθεί την κατηγορία, ωστόσο καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη.
Δεν είναι, δυστυχώς, η μόνη περίπτωση όπου το πένθος έγινε σκηνικό. Τα τελευταία 20 και 30 χρόνια, η ελληνική κοινή γνώμη έχει παρακολουθήσει υποθέσεις στις οποίες ο δράστης ή η δράστρια δεν αρκέστηκε στο να αποκρύψει την αλήθεια. Έπαιξε και ρόλο. Τον ρόλο του χαμένου, του ανήξερου, του ανθρώπου που «ψάχνει», που «ελπίζει», που «δεν μπορεί να πιστέψει» αυτό που συνέβη.
Στην υπόθεση της Κικής Κούσογλου, το 2005, ο σύντροφός της δήλωνε ότι αγνοούσε πού βρίσκεται, συμμετείχε στις έρευνες και εμφανιζόταν συντετριμμένος. Αργότερα αποκαλύφθηκε ότι εκείνος τη είχε στραγγαλίσει. Η υπόθεση έμεινε ως ένα από τα χαρακτηριστικά παραδείγματα όπου ο δολοφόνος προσπάθησε να κρυφτεί πίσω από τη δημόσια εικόνα του ανθρώπου που αναζητά το θύμα του.
Το ίδιο μοτίβο, σε ακόμη πιο σύγχρονη και τηλεοπτικά εκτεθειμένη εκδοχή, είδαμε στα Γλυκά Νερά. Ο Μπάμπης Αναγνωστόπουλος εμφανίστηκε ως επιζών μιας δήθεν ληστείας, ως σύζυγος που έχασε βίαια την Καρολάιν Κράουτς, ως πατέρας που έμεινε πίσω με ένα μωρό. Για 37 ημέρες η χώρα παρακολουθούσε μια κατασκευασμένη ιστορία. Ύστερα, ο ίδιος ομολόγησε ότι τη σκότωσε.
Ανάλογη ήταν και η περίπτωση του Γιάννη Κατσιλάμπρου, που το 2008 σκότωσε τη σύζυγό του, Παναγιώτα Μαζαράκη. Σύμφωνα με δημοσιεύματα της εποχής και μεταγενέστερες αναδρομές, αρχικά εμφανιζόταν ως ο σύζυγος μιας γυναίκας που είχε εξαφανιστεί. Είχε απευθυνθεί στις Αρχές και, όπως έχει γραφτεί, προσποιούνταν τον δυστυχισμένο σύζυγο, μέχρι να ομολογήσει.
Αυτό το κοινό νήμα δεν είναι απλώς «υποκρισία». Είναι μέρος της απόπειρας ελέγχου της αφήγησης. Ο δράστης δεν θέλει μόνο να εξαφανίσει το θύμα. Θέλει να εξαφανίσει και την αλήθεια. Να προλάβει τις υποψίες. Να πάρει θέση μέσα στο κάδρο πριν στραφεί το κάδρο πάνω του. Να εμφανιστεί ως ο πιο απίθανος ύποπτος, επειδή δήθεν πονά περισσότερο από όλους.
Και εδώ βρίσκεται η ανατριχιαστική διάσταση αυτών των υποθέσεων: το πένθος, που κανονικά είναι η πιο ανθρώπινη έκφραση απώλειας, μετατρέπεται σε εργαλείο παραπλάνησης. Το δάκρυ γίνεται άλλοθι. Η δημόσια οδύνη γίνεται σκηνοθεσία. Η «εκπομπή», η κηδεία, η κάμερα, η γειτονιά, η τοπική κοινωνία, όλα γίνονται μέρος ενός θεάτρου όπου ο θύτης προσπαθεί να εμφανιστεί ως θύμα.
Δεν σημαίνει, βεβαίως, ότι κάθε άνθρωπος που κλαίει δημόσια πρέπει να αντιμετωπίζεται με καχυποψία. Το πραγματικό πένθος υπάρχει, είναι βαθύ και δεν έχει εγχειρίδιο συμπεριφοράς. Όμως οι υποθέσεις αυτές δείχνουν κάτι που οι αστυνομικές αρχές γνωρίζουν καλά: στις ανθρωποκτονίες μέσα σε στενές σχέσεις, η εικόνα του «συντετριμμένου» συντρόφου δεν αρκεί για να αποκλείσει κανέναν από την έρευνα.
Η κοινωνία, από την άλλη, δυσκολεύεται να το δεχτεί. Θέλει να πιστεύει στο προφανές. Στο πρόσωπο που κλαίει. Στον άνθρωπο που δίνει συνεντεύξεις. Στον σύζυγο, στη σύντροφο, στον πατέρα, στη μητέρα, σε εκείνον ή εκείνη που «δεν μπορεί να το έχει κάνει». Κι όμως, η ιστορία των εγκλημάτων έχει δείξει πολλές φορές ότι η εγγύτητα δεν είναι εγγύηση αθωότητας. Μερικές φορές είναι ακριβώς το αντίθετο: το σημείο από όπου ξεκινά η βία.
Ιδίως στις γυναικοκτονίες, το αφήγημα του «έγκληματος πάθους» έχει χρησιμοποιηθεί για χρόνια ως τρόπος να μαλακώσει η πραγματικότητα. Να μπει στο επίκεντρο η ζήλια, η απιστία, ο χωρισμός, η «κακιά στιγμή». Όμως πίσω από αυτές τις λέξεις συχνά κρύβεται κάτι πολύ πιο καθαρό και πολύ πιο βαρύ: η ιδιοκτησιακή αντίληψη για τον άλλον άνθρωπο. Η πεποίθηση ότι «αν δεν είσαι δικός μου/δική μου, δεν θα είσαι κανενός». Η βία ως τελική πράξη ελέγχου.
Η «μαύρη χήρα» της Αργολίδας, τα Γλυκά Νερά, η Κική Κούσογλου, η Παναγιώτα Μαζαράκη και τόσες άλλες υποθέσεις δεν είναι ίδιες μεταξύ τους. Κάθε έγκλημα έχει το δικό του πλαίσιο, τα δικά του στοιχεία, τα δικά του θύματα, τη δική του δικαστική διαδρομή. Όμως όλες φωτίζουν μια κοινή και σκοτεινή αλήθεια: πολλές φορές, το πιο δυνατό ψέμα δεν λέγεται με λόγια. Λέγεται με λυγμούς.
Και ίσως αυτό είναι που τρομάζει περισσότερο. Όχι μόνο ότι ένας άνθρωπος μπορεί να σκοτώσει εκείνον με τον οποίο μοιράστηκε ζωή, σπίτι, παιδιά, μνήμες. Αλλά ότι μπορεί μετά να σταθεί μπροστά στους άλλους και να υποδυθεί τον άνθρωπο που πενθεί.
Μέχρι να σπάσει το σκηνικό.
Μέχρι να μιλήσουν τα στοιχεία.
Μέχρι η αλήθεια να αποκαλύψει πως, σε ορισμένες υποθέσεις, ο πιο πειστικός θρήνος ήταν απλώς η τελευταία πράξη του εγκλήματος.