Ai Key Takeaways

Σχετικά με αυτή την περίληψη

Η περίληψη δημιουργήθηκε αυτόματα με τη βοήθεια τεχνητής νοημοσύνης, ώστε να σας δώσει μια γρήγορη εικόνα των βασικών σημείων του άρθρου.

Οι περιλήψεις AI ενδέχεται να περιέχουν ανακρίβειες ή παραλείψεις. Για την πλήρη ενημέρωση, διαβάστε ολόκληρο το άρθρο.

  • Η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας απέρριψε οριστικά τις αξιώσεις δημοσίων υπαλλήλων για την αναδρομική καταβολή των δώρων Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας.
  • Το δικαστήριο έκρινε ότι η μη επαναφορά των επιδομάτων δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς ο καθορισμός των μισθών ανήκει στην αποκλειστική αρμοδιότητα του εθνικού νομοθέτη.
  • Οι δικαστές έκριναν ότι η χορήγηση των επιδομάτων θα επιβάρυνε υπέρμετρα τον κρατικό προϋπολογισμό, θέτοντας σε κίνδυνο τη δημοσιονομική σταθερότητα της χώρας.
  • Παράλληλα, απορρίφθηκε ο ισχυρισμός περί παραβίασης της αρχής της ισότητας, καθώς οι δημόσιοι υπάλληλοι διέπονται από διαφορετικό υπηρεσιακό καθεστώς σε σχέση με τους εργαζόμενους στον ιδιωτικό τομέα.
Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης Προσθήκη της huffingtonpost.gr στην Google

Χωρίς επιστροφή είναι πλέον η κατάργηση των δώρων Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας για τους εργαζομένους στον δημόσιο τομέα. Η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ) απέρριψε οριστικά τις αξιώσεις που είχαν φέρει στο δικαστήριο δημόσιοι υπάλληλοι –με τη στήριξη της ΑΔΕΔΥ– ζητώντας να τους καταβληθούν αναδρομικά δύο επιπλέον μισθοί για κάθε χρόνο.

Η υπόθεση εκδικάστηκε υπό τον πρόεδρο Μ. Πικραμένο και εισηγητή τον Ι. Μιχαλακόπουλο, στο πλαίσιο πρότυπης δίκης ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών για την περίοδο 2023-2024.

Advertisement
Advertisement

Ο ενάγων υποστήριζε ότι η κυβέρνηση παρανόμως δεν επανέφερε τα επιδόματα, επικαλούμενος μεταξύ άλλων ευρωπαϊκές οδηγίες για τους κατώτατους μισθούς. Το ΣτΕ, ωστόσο, εξέτασε συνολικά την κατάσταση και στάθηκε σε τρεις βασικούς πυλώνες για να απορρίψει την αγωγή, εξηγώντας την απόφασή του με απλά λόγια.

Πρώτον, το δικαστήριο στάθμισε την οικονομική πορεία της χώρας και τις δεσμεύσεις που έχει αναλάβει η Ελλάδα απέναντι στην Ευρώπη για τη δημοσιονομική της σταθερότητα. Όπως επισημάνθηκε στην επίσημη ανακοίνωση της Ολομέλειας, η χορήγηση δύο επιπλέον μισθών σε ολόκληρο το Δημόσιο θα δημιουργούσε ένα τεράστιο, μόνιμο βάρος στον κρατικό προϋπολογισμό. Οι δικαστές έκριναν ότι η άρνηση του κράτους να δώσει τα χρήματα αυτά υπηρετεί την ευρύτερη οικονομική ισορροπία και «δεν προέκυψε ότι τίθεται σε κίνδυνο η αξιοπρεπής διαβίωση των μισθοδοτούμενων από τη μη χορήγηση των επίμαχων επιδομάτων».

Φωτο αρχείου – Πηγή: EUROKINISSI

Δεύτερον, αναφορικά με τους ισχυρισμούς για παραβίαση ευρωπαϊκών οδηγιών, το ΣτΕ ξεκαθάρισε –βασιζόμενο και σε σχετική απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης– ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν έχει αρμοδιότητα να αποφασίζει για το πώς πληρώνονται οι δημόσιοι υπάλληλοι κάθε χώρας. Ο καθορισμός των μισθών και των επιδομάτων παραμένει αποκλειστική αρμοδιότητα του εθνικού νομοθέτη, οπότε καμία ευρωπαϊκή οδηγία δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να θεμελιώσει τέτοια αξίωση.

Τρίτον, απορρίφθηκε ως νομικά αβάσιμη και η κατηγορία ότι παραβιάζεται η αρχή της ισότητας επειδή στον ιδιωτικό τομέα τα δώρα εξακολουθούν να δίνονται. Το δικαστήριο εξήγησε ότι οι δημόσιοι υπάλληλοι δεν τελούν υπό τις ίδιες συνθήκες με τους εργαζομένους στις ιδιωτικές επιχειρήσεις, καθώς διέπονται από ιδιαίτερο συνταγματικό και υπηρεσιακό καθεστώς. Επιπλέον, τονίστηκε ότι η διάρθρωση των αποδοχών στο Δημόσιο έχει άμεσες και σημαντικές επιπτώσεις στη δημοσιονομική κατάσταση των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης, στοιχείο που δικαιολογεί τη διαφορετική μεταχείριση, παρά τη μειοψηφία έξι μελών επί του συγκεκριμένου σημείου.

Η ανακοίνωση της Ολομέλειας

Αναλυτικά σε σχετική ανακοίνωση που εξέδωσε η Ολομέλεια του ΣτΕ αναφέρει:

«Με την 1201/2026 απόφασή της η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας (Πρόεδρος: Μ. Πικραμένος, Εισηγητής: Ι. Μιχαλακόπουλος) έκρινε ότι ο νομοθέτης δεν παραβίασε ούτε το Σύνταγμα ούτε το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μη επαναφέροντας τα επιδόματα εορτών και αδείας των δημοσίων υπαλλήλων, τα οποία είχαν καταργηθεί ολοσχερώς με τον ν. 4093/2012.

Advertisement

Η απόφαση αυτή εκδόθηκε στο πλαίσιο «πρότυπης δίκης» του άρ. 1 παρ. 1 ν. 3900/2010. Το Συμβούλιο της Επικρατείας δίκασε αγωγή που είχε ασκήσει δημόσιος υπάλληλος στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών, ζητώντας δύο επί πλέον βασικούς μισθούς για κάθε έτος. Στο Διοικητικό Πρωτοδικείο είχε παρέμβει η ΑΔΕΔΥ υπέρ αυτού. Κατά τον ενάγοντα, η παράλειψη του νομοθέτη εντοπιζόταν στο διάστημα 1.1.2023 – 31.12.2024

Δεδομένου ότι ο ενάγων είχε επικαλεσθεί μη μεταφορά ή πλημμελή (με τον ν. 5163/2024) μεταφορά της Οδηγίας 2022/2041 «για επαρκείς κατώτατους μισθούς στην Ευρωπαϊκή Ένωση» (L 275), το Συμβούλιο της Επικρατείας αποσαφήνισε κατ’ αρχάς, στηριζόμενο σε πάγια νομολογία δική του και του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), ότι μόνο για το διάστημα μετά την εκπνοή της προθεσμίας μεταφοράς της Οδηγίας (15.11.2024) και εξής θα μπορούσε να γίνει επίκληση της Οδηγίας.

Το Συμβούλιο της Επικρατείας τοποθετήθηκε, όμως, και επί του βασίμου για το εφεξής διάστημα, λαμβάνοντας υπόψη του τα κριθέντα από το ΔΕΕ σε απόφασή του της 11.11.2025 (υπόθεση C-19/23). Το ΔΕΕ έκρινε ότι δεν αποτελεί ευρωπαϊκή έννοια η «επάρκεια του κατωτάτου μισθού» και ότι το ζήτημα της ρύθμισης των αποδοχών γενικά των μισθωτών -και του κατωτάτου μισθού ειδικά- ανήκει στην αποκλειστική αρμοδιότητα του εθνικού νομοθέτη.

Advertisement

Μάλιστα το ΔΕΕ ακύρωσε -πλην των άλλων- διάταξη της Οδηγίας 2022/2041, η οποία δέσμευε τα Κράτη – Μέλη να συμπεριλάβουν στα εθνικά κριτήρια καθορισμού κατωτάτων μισθών τα τέσσερα στοιχεία που απαριθμούνταν εκεί («αγοραστική δύναμη των νόμιμων κατώτατων μισθών, λαμβανομένου υπόψη του κόστους διαβίωσης», «γενικό επίπεδο των μισθών και την κατανομή τους», «ρυθμό αύξησης των μισθών» και «τα εθνικά επίπεδα και τις εξελίξεις, μακροπρόθεσμα, στην παραγωγικότητα»).

Έκρινε, επίσης, το ΔΕΕ ότι ούτε το άρθρο 31 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε. θα μπορούσε να διευρύνει το πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ε.Ε. πέραν των αρμοδιοτήτων της, όσον αφορά τις «αμοιβές» ή το δικαίωμα σε «επαρκείς» ή «δίκαιους» νόμιμους κατώτατους μισθούς.

Κατόπιν αυτών το Συμβούλιο της Επικρατείας έκρινε ότι ούτε η Οδηγία παρείχε (σε ιδιώτες) δικαίωμα με επαρκώς προσδιορισμένο περιεχόμενο [βλ. απόφαση Δ.Ε.Κ. της 19.11.1991 επί των υποθέσεων C – 6/90 και C – 9/90, Francovich και Bonifaci], το αξιούμενο δηλαδή από τον ενάγοντα, ούτε μπορούσε να τύχει επίκλησης ο Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων. Απέρριψε, έτσι την αγωγή ως προς αυτή της την βάση.

Advertisement
Συμβούλιο της Επικρατείας – Πηγή: EUROKINISSI

Στη συνέχεια, έχοντας υπόψη του στοιχεία για τη δημοσιονομική πορεία της Χώρας μετά το έτος 2018 και τις συναφείς υποχρεώσεις που ανέλαβε η Ελλάδα στο πλαίσιο του λεγόμενου «Αναθεωρημένου Ευρωπαϊκού Πλαισίου Οικονομικής Διακυβέρνησης», καθώς και σε στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής σχετικά με το «όριο φτώχειας», το Συμβούλιο της Επικρατείας προχώρησε σε επισκόπηση της πορείας των ρυθμίσεων του μισθολογικού καθεστώτος των δημοσίων υπαλλήλων μετά τον (ισχύοντα και σήμερα, σχετικό) ν. 4354/2015 και της εκτιμώμενης πρόσθετης, πάγιας, ετήσιας δημοσιονομικής επιβάρυνσης που προκαλούσαν όχι μόνον οι κατά καιρούς γενικές ρυθμίσεις, αλλά και παράπλευρες, μισθολογικού χαρακτήρα ρυθμίσεις για ειδικές κατηγορίες ή καταστάσεις καθ’ όλο αυτό το διάστημα.

Έλαβε υπόψη την τάξη μεγέθους των εθνικά χρηματοδοτουμένων, καθαρών πρωτογενών δαπανών (όπου υπάγεται η μισθοδοσία, αλλά και δημόσιες επενδύσεις, οι δαπάνες για συντάξεις κ. ά.). Έκρινε, περαιτέρω, ότι η ρύθμιση του γενικού μισθολογικού καθεστώτος των δημοσίων υπαλλήλων με τους νόμους 4354/2015, 5045/2023 και 5163/2024, καθώς και οι παράπλευρες, μισθολογικού χαρακτήρα ρυθμίσεις της πρόσφατης περιόδου αποτελούν μίαν επί μέρους πτυχή συνόλου πολιτικών οι οποίες ιεραρχούνται (με τρόπο ο οποίος υπόκειται σε οριακό δικαστικό έλεγχο) και αποτιμώνται στα κατά καιρούς ισχύσαντα Μεσοπρόθεσμα Πλαίσια, ενώ η προκαλούμενη από αυτές επιβάρυνση κινείται εντός των δημοσιονομικών πλαισίων.

Δικαιολογείται, συνεπώς, κατά το Δικαστήριο η διαχρονική στάση του νομοθέτη στο επίμαχο ζήτημα και από λόγους δημοσίου συμφέροντος, αναγόμενους στη δημοσιονομική ευστάθεια της Χώρας, αν ληφθεί υπόψη -στο πλαίσιο του οριακού δικαστικού ελέγχου- η τάξη μεγέθους της πάγιας, επί πλέον επιβάρυνσης από την χορήγηση αδιαφοροποίητα στο σύνολο των δημοσίων υπαλλήλων μιας παροχής τέτοιου ύψους (δύο επί πλέον βασικών μισθών ετησίως).

Advertisement

Εξ άλλου, δεν προέκυψε, ότι τίθεται σε κίνδυνο η αξιοπρεπής διαβίωση τω μισθοδοτούμενων από τη μη χορήγηση των επίμαχων επιδομάτων. Έτσι, με επίκληση και της πάγιας νομολογίας του για τα περιθώρια εκτίμησης του εθνικού νομοθέτη σε ζητήματα δημοσιονομικής πολιτικής, το Συμβούλιο της Επικρατείας έκρινε ότι ουδεμία αντισυνταγματική παράλειψη συνέτρεξε.

Advertisement

Τέλος, το Συμβούλιο της Επικρατείας απέρριψε ως νομικά αβάσιμη την αγωγή και σε ότι αφορά την παράβαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας και της απαγόρευσης διακρίσεων του άρ. 6 παρ. 1 της Οδηγίας 2022/2041 έναντι των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα. Επικαλέσθηκε το Δικαστήριο τη μεταχείριση που επιφυλάσσει στους δημοσίους υπαλλήλους το Σύνταγμα και ο Υπαλληλικός Κώδικας και θεώρησε κατόπιν αυτού προφανές ότι οι δημόσιοι υπάλληλοι δεν τελούν υπό τις ίδιες ή, έστω, παρόμοιες συνθήκες παροχής των υπηρεσιών τους με τους εργαζομένους στον ιδιωτικό τομέα.

Τούτο έχει ως συνέπεια να μην παραβιάζει την αρχή της ισότητας η μη πρόβλεψη των επιμάχων επιδομάτων για τους δημοσίους υπαλλήλους. Αποτελεί δε επαρκές διαφοροποιητικό στοιχείο μεταξύ των δύο κατηγοριών, σύμφωνα και με το άρ. 6 παρ. 1 της Οδηγίας 2022/2041, το γεγονός ότι το ζήτημα της διάρθρωσης των αποδοχών των δημοσίων υπαλλήλων και του καθορισμού του ύψους τους (και για τον κατώτατο μισθό), έχει άμεσες και δυνητικά σημαντικές επιπτώσεις στη δημοσιονομική κατάσταση των Φορέων Γενικής Κυβέρνησης και κατ’ επέκταση στη δημοσιονομική ευστάθεια του Κράτους. Στο τελευταίο αυτό ζήτημα, όμως, της παράβασης της αρχής της ισότητας, διατυπώθηκε μειοψηφία έξι μελών του Δικαστηρίου.

Το Συμβούλιο Επικρατείας, αφού επέλυσε τα ζητήματα κατ’ άρ. 1 παρ. 1 ν. 3900/2010, κράτησε, εκδίκασε και απέρριψε την αγωγή».

Advertisement

(Πηγή: dikastiko.gr)