Το κόστος ενοικίασης κατοικίας στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες υπερβαίνει κατά μέσο όρο τον κατώτατο μισθό, με τη διαφορά να φτάνει τα 218 ευρώ μηνιαίως, σύμφωνα με ανάλυση του Ευρωπαϊκού Ινστιτούτου Συνδικάτων (European Trade Union Institute), βασισμένη σε στοιχεία της Eurostat και αφορά διαμερίσματα έως δύο υπνοδωματίων.
Σε πόλεις όπως η Πράγα, η Λισαβόνα και το Δουβλίνο, το ενοίκιο ξεπερνά τον κατώτατο μισθό κατά πάνω από 700 ευρώ, ενώ στην Αθήνα η διαφορά υπερβαίνει τα 400 ευρώ, με το συνολικό κόστος να αγγίζει επίπεδα άνω του 150% του κατώτατου μισθού.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, τα συνδικάτα ζητούν αυξήσεις μισθών και «πάγωμα» των ενοικίων, προειδοποιώντας ότι η απόσταση μεταξύ αποδοχών και κόστους στέγασης καθίσταται πλέον μη βιώσιμη για τους χαμηλόμισθους εργαζομένους.
Η ανάλυση δείχνει ότι το πρόβλημα είναι ευρύτερο και δεν περιορίζεται στις πρωτεύουσες. Σε επίπεδο χωρών, το μέσο ενοίκιο αντιστοιχεί στο 42% του κατώτατου μισθού, ενώ σε πέντε χώρες – Μάλτα, Ιρλανδία, Ολλανδία, Λουξεμβούργο και Εσθονία, οι εργαζόμενοι δαπανούν πάνω από το μισό εισόδημά τους για στέγαση. Στην Ελλάδα, το ποσοστό διαμορφώνεται στο 39,7%, γεγονός που υποδηλώνει σημαντική επιβάρυνση, αν και σαφώς χαμηλότερη από την ακραία κατάσταση που καταγράφεται στην Αθήνα.
Τα στοιχεία δημοσιοποιούνται ενόψει της παρουσίασης, στις 6 Μαΐου, σύστασης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την αντιμετώπιση του στεγαστικού αποκλεισμού, στο πλαίσιο του Σχεδίου για Προσιτή Στέγαση.
Η Ευρωπαϊκή Συνομοσπονδία Συνδικάτων (ETUC) καλεί τα κράτη μέλη να εφαρμόσουν πλήρως την οδηγία για τον κατώτατο μισθό, με ουσιαστικά σχέδια δράσης για την ενίσχυση των συλλογικών διαπραγματεύσεων ώστε περισσότεροι εργαζόμενοι να λαμβάνουν δίκαιες αποδοχές. Παράλληλα, ζητά από τις κυβερνήσεις να λαμβάνουν υπόψη το κόστος στέγασης κατά τον καθορισμό της επάρκειας των κατώτατων μισθών, την εισαγωγή ρυθμίσεων για «πάγωμα» των ενοικίων, την προστασία των ενοικιαστών από εκμετάλλευση και εξώσεις, καθώς και την αύξηση των δημόσιων επενδύσεων στην κοινωνική κατοικία, μεταξύ άλλων μέσω ευρωπαϊκών χρηματοδοτικών εργαλείων και αναθεώρησης των κανόνων κρατικών ενισχύσεων.
Από τη πλευρά της η γενική γραμματέας της ETUC, Esther Lynch, προειδοποιεί ότι «το υψηλό κόστος στέγασης και οι χαμηλοί μισθοί ωθούν τους ανθρώπους στη φτώχεια και την οικονομία προς ύφεση».
«Η αποσύνδεση μεταξύ ενοικίων και αποδοχών είναι εντελώς μη βιώσιμη. Όταν προστεθούν οι αυξανόμενες τιμές ενέργειας και τροφίμων, οι εργαζόμενοι αναγκάζονται να δανείζονται για βασικές ανάγκες και δεν διαθέτουν σχεδόν καθόλου διαθέσιμο εισόδημα, γεγονός που καθιστά αδύνατη ακόμη και την αποταμίευση για βασικές ανάγκες, όπως η αντικατάσταση οικιακών συσκευών ή μια επίσκεψη στον οδοντίατρο», σημειώνει.
Όπως τονίζει, «αυτό δεν είναι μόνο κακό για τα νοικοκυριά αλλά και για την ευρωπαϊκή οικονομία. Όταν οι εργαζόμενοι έχουν χρήματα στην τσέπη τους, τα δαπανούν στην πραγματική οικονομία. Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν μπορεί πλέον να επιτρέπει την απορρόφηση πόρων μέσω χρηματοοικονομικής κερδοσκοπίας στην κατοικία».
Και καταλήγει: «Χρειαζόμαστε επειγόντως τόνωση της ζήτησης με πάγωμα των ενοικίων, αυξήσεις μισθών και ενίσχυση των επενδύσεων σε κοινωνική στέγαση».