Η υπόθεση του φαρμακοποιού στο Χαλάνδρι δεν μένει πλέον μόνο στο σκέλος της παράνομης παραγωγής και διακίνησης ουσιών ντόπινγκ. Μετά την εξάρθρωση του κυκλώματος, η Αρχή για το Ξέπλυμα προχώρησε στη δέσμευση περιουσιακών στοιχείων των εμπλεκομένων, ενώ οι Αρχές ερευνούν κέρδη που φέρονται να ξεπερνούν το 1 εκατομμύριο ευρώ. Και η υπόθεση αυτή έρχεται να προστεθεί σε μια μακρά σειρά συλλήψεων για αναβολικά στην Ελλάδα.
Η υπόθεση του Χαλανδρίου παίρνει πλέον νέα διάσταση. Δεν αφορά μόνο ένα παράνομο εργαστήριο που, σύμφωνα με τις Αρχές, λειτουργούσε σε υπόγειο φαρμακείου. Αφορά και τη διαδρομή του χρήματος.
Η τελευταία εξέλιξη είναι η προσωρινή δέσμευση περιουσιακών στοιχείων των εμπλεκομένων από την Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες. Στο μικροσκόπιο έχουν μπει τραπεζικοί λογαριασμοί, επενδυτικά προϊόντα, θυρίδες και κάθε μορφής περιουσιακά στοιχεία που συνδέονται με φυσικά πρόσωπα και εταιρικά σχήματα της υπόθεσης.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουν γίνει γνωστά, η δέσμευση αφορά 15 φυσικά πρόσωπα και τρία εταιρικά σχήματα. Ανάμεσά τους φέρονται να βρίσκονται και εταιρείες που συνδέονται με τον βασικό κατηγορούμενο φαρμακοποιό, ο οποίος φέρεται να είχε μετατρέψει το φαρμακείο, την κατοικία του και εταιρεία συμπληρωμάτων σε χώρους αποθήκευσης, επεξεργασίας και αποστολής παράνομων σκευασμάτων.
Η υπόθεση είχε αποκαλυφθεί μετά από πολύμηνη έρευνα της Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος και της Υποδιεύθυνσης Δίωξης Οικονομικών Εγκλημάτων, σε συνεργασία με τον ΕΟΦ. Η επιχείρηση έγινε στο Χαλάνδρι στις 9 Ιουνίου 2026 και οδήγησε σε 14 συλλήψεις.
Στο κέντρο της δικογραφίας βρίσκεται 51χρονος φαρμακοποιός, ο οποίος, σύμφωνα με την αστυνομική έρευνα, φέρεται να είχε εγκαταστήσει πλήρη εργαστηριακό εξοπλισμό στο υπόγειο του φαρμακείου του, χωρίς άδεια του ΕΟΦ και χωρίς να τηρούνται οι κανόνες καλής παραγωγής.
Οι Αρχές αναφέρουν ότι το κύκλωμα δρούσε τουλάχιστον από τον Ιανουάριο του 2024 και είχε οργανωμένη δομή. Η παραγωγή φέρεται να γινόταν από περίπου δέκα μέλη, μεταξύ των οποίων και επιστημονικό προσωπικό, ενώ η διάθεση γινόταν είτε μέσω του φαρμακείου είτε μέσω εταιρικών σχημάτων που λειτουργούσαν ως βιτρίνα.
Τα σκευάσματα προωθούνταν μέσω ιστοσελίδων και παραδίδονταν είτε δια ζώσης είτε με αποστολές δεμάτων. Στα στοιχεία αποστολής, σύμφωνα με την ΕΛ.ΑΣ., εμφανίζονταν ως συμπληρώματα διατροφής ή προϊόντα ευεξίας. Με αυτόν τον τρόπο το κύκλωμα φέρεται να είχε αναπτύξει πελατολόγιο σε περίπου 90 χώρες.
Στις έρευνες κατασχέθηκαν 40.856 τεμάχια παράνομων φαρμακευτικών σκευασμάτων και ουσιών ντόπινγκ, 13 κιλά πρώτης ύλης, έτοιμα προς αποστολή δέματα, 47.320 ευρώ, υλικά συσκευασίας, ιδιόχειρες σημειώσεις, κινητά τηλέφωνα και ηλεκτρονικός υπολογιστής.
Από τη μέχρι τώρα έρευνα προκύπτουν πάνω από 15.000 αποστολές στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Η αξία των κατασχεθέντων προϊόντων εκτιμάται ότι ξεπερνά τις 600.000 ευρώ, ενώ τα έσοδα από την παράνομη δραστηριότητα φέρονται να υπερβαίνουν το 1 εκατομμύριο ευρώ.
Την ίδια ώρα, σύμφωνα με νεότερες πληροφορίες που είδαν το φως της δημοσιότητας, η Αρχή για το Ξέπλυμα φέρεται να εντόπισε περιουσιακά στοιχεία αξίας περίπου 2,5 εκατομμυρίων ευρώ, τα οποία ερευνάται εάν δικαιολογούνται από τα δηλωμένα εισοδήματα των κατηγορουμένων.
Ο βασικός κατηγορούμενος αφέθηκε ελεύθερος μετά την απολογία του, με περιοριστικούς όρους και εγγύηση 50.000 ευρώ. Σύμφωνα με πληροφορίες, αρνήθηκε τις κατηγορίες και φέρεται να υποστήριξε ότι η παραγωγή ήταν νόμιμη και αφορούσε γαληνικά φάρμακα, τα οποία παρασκευάζονται κατόπιν ιατρικής συνταγής. Ελεύθεροι με όρους αφέθηκαν και άλλοι κατηγορούμενοι της υπόθεσης.
Άλλες υποθέσεις αναβολικών
Η υπόθεση, πάντως, δεν είναι κεραυνός εν αιθρία. Τα τελευταία χρόνια οι ελληνικές διωκτικές αρχές έχουν χειριστεί σειρά υποθέσεων με παράνομα αναβολικά, φαρμακευτικά σκευάσματα, ψευδεπίγραφα προϊόντα, διαδικτυακές πωλήσεις και διακίνηση σε αθλητές ή αθλούμενους.
Το 2017 είχε εξαρθρωθεί διεθνική εγκληματική οργάνωση που δραστηριοποιούνταν στην παρασκευή, διακίνηση και διάθεση αναβολικών ουσιών στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Τότε είχαν συλληφθεί 16 άτομα στην Αττική, ενώ η αξία των κατασχεθέντων αναβολικών είχε εκτιμηθεί ότι υπερέβαινε τα 10 εκατομμύρια ευρώ.
Το 2021, στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής επιχείρησης Shield II, η Ελλάδα χειρίστηκε έξι υποθέσεις, με 19 συλλήψεις και παράνομα κέρδη που εκτιμήθηκαν σε πάνω από 6 εκατομμύρια ευρώ. Κατασχέθηκαν, μεταξύ άλλων, περισσότερα από 140.000 σκευάσματα αναβολικών ουσιών.
Το 2022 στη Χαλκίδα εξαρθρώθηκε κύκλωμα που φέρεται να εισήγαγε αναβολικά, ναρκωτικά και κεταμίνη από χώρα των Βαλκανίων και να τα ταχυδρομούσε στο εξωτερικό. Ταυτοποιήθηκαν τρία άτομα και συνελήφθησαν δύο, ενώ είχαν εντοπιστεί δέματα με αναβολικές ουσίες σε μορφή δισκίων, υγρών και ενέσιμων.
Το 2023, στην Αθήνα, αστυνομικοί της Δίωξης Ναρκωτικών Καλαμάτας συνέλαβαν δύο άτομα σε υπόθεση όπου, εκτός από ποσότητες κάνναβης, κατασχέθηκαν 2.980 φιαλίδια αναβολικών ουσιών και προγεμισμένες σύριγγες. Τα προσδοκώμενα κέρδη είχαν εκτιμηθεί σε περίπου 200.000 ευρώ.
Τον Μάρτιο του 2024 εξαρθρώθηκε διεθνική εγκληματική οργάνωση, τα μέλη της οποίας φέρονταν να διακινούσαν παράνομα αναβολικά, φαρμακευτικά σκευάσματα και κάνναβη στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Συνελήφθησαν πέντε άτομα και κατασχέθηκαν πάνω από 22.000 δισκία αναβολικών ουσιών.
Τον Μάιο του 2024, η Οικονομική Αστυνομία εξάρθρωσε ακόμα μία οργάνωση που φέρεται να παρήγαγε και να διακινούσε αναβολικά και άλλα φαρμακευτικά σκευάσματα. Κατασχέθηκαν περισσότερα από 380.000 δισκία και αμπούλες, πάνω από 104 κιλά πρώτης ύλης και εξοπλισμός παραγωγής και συσκευασίας. Το εκτιμώμενο παράνομο όφελος ξεπερνούσε τα 2,5 εκατομμύρια ευρώ.
Τον Δεκέμβριο του 2024 στη Θεσσαλονίκη, σε υπόθεση διακίνησης αναβολικών και συμπληρωμάτων διατροφής με απαγορευμένες ουσίες, κατασχέθηκαν δεκάδες χιλιάδες κάψουλες, πάνω από 130 κιλά παράνομων σκευασμάτων, φιαλίδια και ταμπλέτες αναβολικών.
Τον Μάρτιο του 2026, πάλι στη Θεσσαλονίκη, εξαρθρώθηκε ομάδα που φέρεται να δραστηριοποιούνταν μέσω γυμναστηρίου, καταστήματος και ιστοσελίδας. Συνελήφθησαν τρία άτομα με οικογενειακούς δεσμούς, ενώ κατασχέθηκαν κάψουλες, δισκία, ενέσιμα φιαλίδια και σχεδόν 16 κιλά σκόνης αναβολικών, φαρμακευτικών σκευασμάτων και συμπληρωμάτων διατροφής.
Λίγο νωρίτερα, τον Φεβρουάριο του 2026, η ΕΛ.ΑΣ. είχε ανακοινώσει τα ελληνικά αποτελέσματα της διεθνούς επιχείρησης Shield VI της Europol: πέντε εγκληματικά δίκτυα αποδομήθηκαν στη χώρα μας, 18 άτομα συνελήφθησαν, κατασχέθηκαν πάνω από 1.430.000 τεμάχια παράνομων φαρμακευτικών σκευασμάτων και 37 κιλά πρώτης ύλης αναβολικών, ενώ το παράνομο οικονομικό όφελος εκτιμήθηκε ότι ξεπερνούσε τα 2 εκατομμύρια ευρώ.
Το κοινό μοτίβο στις περισσότερες από αυτές τις υποθέσεις είναι πια εμφανές: γυμναστήρια, καταστήματα συμπληρωμάτων, ιστοσελίδες, ψευδείς δηλώσεις αποστολής, πλαστά προϊόντα, πρώτες ύλες αμφίβολης προέλευσης και διεθνής διακίνηση.
Η υπόθεση του Χαλανδρίου, όμως, προσθέτει ακόμη ένα στοιχείο: το φερόμενο πέρασμα από την παράνομη παραγωγή στο οργανωμένο οικονομικό κύκλωμα. Δεν είναι μόνο η υγεία των χρηστών που τίθεται σε κίνδυνο. Είναι και το μαύρο χρήμα, οι βιτρίνες, οι εταιρείες, οι αποστολές σε δεκάδες χώρες και η προσπάθεια νομιμοποίησης εσόδων από μια αγορά που κινείται ανάμεσα στο σώμα, την ψευδαίσθηση της γρήγορης απόδοσης και το εύκολο κέρδος.
Η συνέχεια θα δοθεί στη Δικαιοσύνη. Μέχρι τότε, για όλους τους κατηγορούμενους ισχύει το τεκμήριο της αθωότητας