Η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου έκρινε ότι το επιτόκιο στα «κόκκινα δάνεια» που εντάσσεται στις διατάξεις του νόμου Κατσέλη θα πρέπει να υπολογίζεται πλέον επί της μηνιαίας δόσης και όχι επί του συνόλου του δανείου, σε μία απόφαση που φέρνει δικαίωση σε χιλιάδες δανειολήπτες.
Η συγκεκριμένη απόφαση δίνει τη δυνατότητα προσφυγής των αμέσως ή και εμμέσως ενδιαφερομένων (δανειολήπτες, Σύλλογοι κλπ) να διεκδικήσουν ως αχρεωστήτως καταβληθέντες τους τόκους που κατέβαλαν προ της απόφασης.
Σύμφωνα με το dikastiko.gr, η Ολομέλεια επέλυσε οριστικά το νομικό ζήτημα σχετικά με τις δικαστικές ρυθμίσεις του Νόμου 3869/2010 για τη διάσωση της κύριας κατοικίας, κρίνοντας κατά πλειοψηφία ότι το επιτόκιο του νόμου πρέπει να υπολογίζεται επί της μηνιαίας δόσης και όχι επί του συνολικού κεφαλαίου της οφειλής.
Ωστόσο, η απόφαση δεν περιέλαβε οριζόντια και αυτόματη διάταξη επιστροφής ή συμψηφισμού των ποσών για το σύνολο των δανειοληπτών της χώρας, δημιουργώντας ένα κρίσιμο κενό αυτόματης αναδρομικότητας.
Η συγκεκριμένη εξέλιξη σημαίνει πρακτικά ότι η επιστροφή των χρημάτων ή ο συμψηφισμός των επιπλέον τόκων που εισέπραξαν οι τράπεζες και τα funds τα προηγούμενα χρόνια δεν γίνεται αυτοδίκαια για την ευρύτερη μάζα των δανειοληπτών.
Οι ενδιαφερόμενοι πολίτες, προκειμένου να επωφεληθούν αναδρομικά από τη δικαστική αυτή εξέλιξη, υποχρεούνται πλέον να ξεκινήσουν έναν νέο γύρο δικαστικών αγώνων. Συγκεκριμένα, θα πρέπει να καταθέσουν ξεχωριστές αιτήσεις ερμηνείας των δικών τους αποφάσεων στα κατά τόπους δικαστήρια, σύμφωνα με τις προβλέψεις του άρθρου 316 ΚΠολΔ, ώστε να επιβάλουν την ερμηνευτική γραμμή της απόφασης 6/2026 του Αρείου Πάγου στην ατομική τους περίπτωση και να διεκδικήσουν δικαστικά την επιστροφή ή τον λογιστικό συμψηφισμό των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών.
Το σκεπτικό πίσω από την απόφαση
Το νομικό σκεπτικό της πλειοψηφίας βασίστηκε στην κοινωνική διάσταση του νόμου Κατσέλη, καθώς όπως υπογραμμίζεται στην απόφαση:
«Η υπερχρέωση αναδεικνύεται σε ένα από τα κρίσιμα κοινωνικά προβλήματα, δεδομένου ότι ένα σημαντικό μέρος των πολιτών έχει οδηγηθεί στην περιθωριοποίηση, καθώς, μη διαθέτοντας σοβαρή αγοραστική δύναμη και δυνατότητα απεγκλωβισμού από την υπερχρέωση δεν είναι σε θέση να σχεδιάσει τη συμμετοχή του στην οικονομική και κοινωνική ζωή.
Με τον ν. 3869/2010 δόθηκε ακριβώς η δυνατότητα σε υπερχρεωμένους πολίτες που έχουν αποδεδειγμένη και μόνιμη αδυναμία να εξυπηρετήσουν τα χρέη τους ώστε να ρυθμίσουν την εξόφλησή τους με ευνοϊκότερους όρους και να απαλλαγούν από αυτά, εφόσον εξυπηρετήσουν για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, με βάση το εισόδημά τους, ένα μέρος των χρεών τους και ρευστοποιηθεί η περιουσία τους, πλην της κύριας κατοικίας τους, για τη διάσωση της οποίας επίσης πρέπει να καταβληθεί σημαντικό τίμημα, που προσεγγίζει την πραγματική της αξία».
Προχωρώντας στην ουσία της υπόθεσης, η απόφαση σημειώνει ότι οι αποφάσεις του νόμου 3869/2010 αποτελούν αναγκαστικό δίκαιο δημόσιας τάξης που υποκαθιστά την ιδιωτική βούληση και δεν ταυτίζονται με τις συνήθεις εμπορικές πρακτικές των τραπεζών, αναφέροντας: «Υπό το πρίσμα αυτό, οι διατάξεις του συνιστούν ειδικό δίκαιο της εκκαθάρισης των οφειλών του ιδιώτη, το οποίο συντελεί από οικονομική άποψη στην (οιονεί κοινωνική) “ασφάλιση” των φυσικών προσώπων που έχουν περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους και, ως εκ τούτου, συνιστούν αναγκαστικό δίκαιο, αφού η φύση διατάξεων ως δημόσιας τάξης ή αναγκαστικού δικαίου (άρθρο 3 του ΑΚ) συνάγεται εκτός άλλων και από το γενικότερο σκοπό ή συμφέρον το οποίο υπηρετεί».
Στο ίδιο πλαίσιο, συμπληρώνεται αναφορικά με τη δικαστική κρίση: «Το δικαστήριο, δηλαδή, καθορίζει το σύνολο των όρων αποπληρωμής, συμπεριλαμβανομένης της μηνιαίας δόσης, η οποία αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε, την οροφή και όχι τη βάση υπολογισμού. Η ρητή αναφορά του ύψους της μηνιαίας δόσης στη δικαστική απόφαση, όπως ρητά ορίστηκε με την τροποποίηση του άρθρ. 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010 από τον ν. 4549/2018, κατά παρέκκλιση από τους τραπεζικούς κανόνες, υποδηλώνει την πρόθεση του νομοθέτη να αποστεί από τη συμβατική ρύθμιση της έννομης σχέσης βάσει των γενικών κανόνων της τραπεζικής πρακτικής».
Η πλειοψηφία του Αρείου Πάγου άσκησε αυστηρή κριτική στην ερμηνεία που εφάρμοζαν οι τράπεζες και τα funds, σημειώνοντας στο σκεπτικό τους:
«Η αντίθετη ερμηνεία, δηλαδή ο υπολογισμός του επιτοκίου επί του συνολικού κεφαλαίου οφειλής, που ορίστηκε στο πλαίσιο του άρθρου 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010, εν είδει νέου προϊόντος δανείου με πιστούχο τον οφειλέτη, ενδεχομένως αναμενόμενος με βάση την τραπεζική πρακτική, δεδομένου ότι επιτρέπει μέσω αυτού του υπολογισμού την αποκόμιση κέρδους για τον πιστωτή, θα οδηγούσε εν προκειμένω στον εκ νέου εγκλωβισμό του δανειολήπτη σε υπέρογκες δόσεις, υπερβαίνουσες τις οικονομικές του δυνατότητες, καταστρατηγώντας έτσι το πνεύμα και το σκοπό του νόμου. Διαφορετική δηλαδή αντιμετώπιση θα προέτασσε την ικανοποίηση των πιστωτών σε βάρος της ανθρώπινης αξιοπρέπειας του οφειλέτη, ακόμη και της επιβίωσής του, κατάσταση που δεν γίνεται αποδεκτή από το γράμμα και το σκοπό του ν. 3869/2010».
Ολόκληρη η απόφαση εδώ:
Πηγή: Dikastiko.gr