Σε μία απολογία φορτισμένη, η Μαρία Μαραγγέλη, πρώην προστατευόμενη μάρτυρας στην υπόθεση Novartis με την κωδική ονομασία «Αικατερίνη Κελέση», προχώρησε για πρώτη φορά σε ρητή παραδοχή ότι έλαβε «βραβείο» από τις αμερικανικές αρχές για τη συμβολή της στην έρευνα που διεξήχθη στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Η κατηγορούμενη ανέφερε πως όταν εμφανίστηκε αρχικά ενώπιον της ελληνικής Δικαιοσύνης, δεν είχε γνώση ούτε της έρευνας που βρισκόταν σε εξέλιξη στις ΗΠΑ ούτε της εμπλοκής των αμερικανικών αρχών. Κατέθεσε, όπως είπε, στο πλαίσιο του προγράμματος προστασίας μαρτύρων, ενώ πολύ αργότερα πληροφορήθηκε ότι η τότε εισαγγελέας Διαφθοράς, Ελένη Τουλουπάκη, οδηγήθηκε σε εκείνη βάσει στοιχείων και εγγράφων που είχαν συγκεντρώσει οι αμερικανικές αρχές.
Περίπου οκτώ με δέκα μήνες μετά, δέχθηκε τηλεφώνημα από την αμερικανική πρεσβεία στην Ελλάδα με αίτημα συνάντησης για την υπόθεση Novartis. «Δεν αναφέρθηκε ποτέ ούτε δώρο ούτε βραβείο», τόνισε, προσθέτοντας ότι η σχετική ενημέρωση ήρθε πολλά χρόνια αργότερα, το 2023, όταν της ανακοινώθηκε ότι θα λάμβανε χρήματα ως ανταμοιβή για τη συμβολή της στην έρευνα.
Η Μαρία Μαραγγέλη εξέφρασε την έντονη δυσαρέσκειά της για την κρίση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, δηλώνοντας πως αισθάνεται αδικημένη. Υποστήριξε ότι κατέθεσε αποκλειστικά όσα βίωσε και αντιλήφθηκε η ίδια, χωρίς υπερβολές ή προσθήκες, ωστόσο κρίθηκε αναξιόπιστη. Αντίθετα, όπως είπε, οι αμερικανικές αρχές την έκριναν αξιόπιστη και την «βράβευσαν», ενώ παράλληλα η ελληνική Δικαιοσύνη εξακολουθεί να την καλεί ως μάρτυρα σε άλλες δίκες. «Είναι αντιφατικό να θεωρούμαι πότε αξιόπιστη και πότε αναξιόπιστη», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Στις ερωτήσεις του προέδρου του δικαστηρίου σχετικά με τη μη αναφορά πολιτικών προσώπων στο πρακτικό συμβιβασμού της Novartis με τις αμερικανικές αρχές, η κατηγορούμενη απάντησε ότι η αμερικανική και η ελληνική Δικαιοσύνη ερευνούσαν παράλληλα τα ίδια ζητήματα. Τόνισε ότι η ίδια δεν γνωρίζει τι αποφασίστηκε να περιληφθεί στο πρακτικό συμβιβασμού, ούτε την τελική κατάληξη της αμερικανικής έρευνας, επισημαίνοντας παράλληλα πως δεσμεύεται από συμφωνία εμπιστευτικότητας για όσα κατέθεσε.
Η κ. Μαραγγέλη επέμεινε με κατηγορηματικό τρόπο στις καταθέσεις της περί χρηματισμών, δηλώνοντας ότι ήταν παρούσα όταν ο Κωνσταντίνος Φρουζής παρέδιδε φακέλους με χρήματα. Περιέγραψε σκηνές κατά τις οποίες είδε χρήματα να τοποθετούνται σε φακέλους και να παραδίδονται, ενώ αναφέρθηκε και στο περιστατικό με τη βαλίτσα που, όπως υποστήριξε, μεταφέρθηκε στο Μέγαρο Μαξίμου κατόπιν επιστολής από το γραφείο του πρωθυπουργού και επέστρεψε άδεια, με τον Φρουζή να δηλώνει ότι «πέτυχαν αυτά που ήθελαν».
Απαντώντας σε ερωτήσεις για το αν γνώριζε τις ατασθαλίες του Φρουζή, παραδέχθηκε ότι τις γνώριζε, επιμένοντας ωστόσο πως η ίδια κατέθεσε αποκλειστικά όσα έβλεπε και άκουγε, χωρίς πρόθεση να στοχοποιήσει συγκεκριμένα πρόσωπα. Υπογράμμισε ότι δεν ένιωσε καμία πίεση από οποιονδήποτε και ότι οι καταθέσεις της βασίστηκαν αποκλειστικά στην προσωπική της εμπειρία από τη λειτουργία της Novartis.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στα όσα κατέθεσε για τον Άδωνι Γεωργιάδη, υποστηρίζοντας ότι ο Φρουζής είχε αναφέρει πως θα λάμβανε δύο εκατομμύρια ευρώ σε δόσεις. Περιέγραψε περιστατικά καταμέτρησης και παράδοσης χρημάτων παρουσία της, καθώς και συχνές συναντήσεις μεταξύ Φρουζή και Γεωργιάδη, στις οποίες ο πρώτος εμφανιζόταν, όπως είπε, «προετοιμασμένος».
Τέλος, η κατηγορούμενη αναφέρθηκε στο εργασιακό της παρελθόν στη Novartis, όπου εργάστηκε από το 2007 έως το 2018 ως γραμματέας διοίκησης, περιγράφοντας εκτεταμένες οικονομικές ατασθαλίες, εσωτερικούς ελέγχους και υπέρογκα, αδικαιολόγητα έξοδα. Δήλωσε ότι φοβόταν να καταθέσει και ότι είχε δεχθεί τηλεφωνικές προειδοποιήσεις από τον Φρουζή να μην απαντά σε ερωτήσεις, κάτι που η ίδια εξέλαβε ως απειλή. Ανέφερε επίσης περιστατικό απειλής από άγνωστη γυναίκα στον χώρο στάθμευσης της εταιρίας, το οποίο, παρά την καταγγελία της, αρχειοθετήθηκε.