Οι καθυστερήσεις στις πτήσεις στα ελληνικά αεροδρόμια εξελίσσονται σε καθημερινό φαινόμενο, ακόμη και πριν από την κορύφωση της θερινής τουριστικής περιόδου, προκαλώντας ταλαιπωρία σε χιλιάδες επιβάτες και αλυσιδωτές επιπτώσεις στο πρόγραμμα των αεροπορικών εταιρειών.
Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Ασφάλειας της Αεροναυτιλίας (Eurocontrol), η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις ευρωπαϊκές χώρες με τις μεγαλύτερες καθυστερήσεις, καταγράφοντας αύξηση κατά 63% στις καθυστερήσεις εν πτήσει σε σχέση με την αντίστοιχη περσινή περίοδο.
Στους ελεγκτές εναέριας κυκλοφορίας κρατιέται ο ουρανός της Ελλάδας – Οι χρονοθυρίδες που ξεπερνιούνται, η επιβάρυνση λόγω Μέσης Ανατολής και το αίτημα να ανέβει το αεροδρόμιο σε Level 3
Οι καθυστερήσεις στις πτήσεις από και προς την Αθήνα δεν είναι πια περιστασιακό φαινόμενο. Έχουν γίνει καθημερινή δοκιμασία για επιβάτες, αεροπορικές εταιρείες και πληρώματα. Πίσω όμως από την ταλαιπωρία, υπάρχει ένα κρίσιμο ερώτημα: ποιος πραγματικά κρατά όρθιο το σύστημα όταν η ζήτηση ξεπερνά τη δυνατότητα διαχείρισης;
Η απάντηση, όσο κι αν κάποιοι προσπαθούν να μεταθέσουν ευθύνες, βρίσκεται στους ελεγκτές εναέριας κυκλοφορίας. Ευτυχώς που η Ελλάδα διαθέτει εξαιρετικούς ελεγκτές. Ανθρώπους υψηλής κατάρτισης, οι οποίοι κάθε μέρα καλούνται να διαχειριστούν έναν ολοένα βαρύτερο ουρανό, με απόλυτη προτεραιότητα την ασφάλεια. Και αυτό το κάνουν παρά τις ελλείψεις, τις πιέσεις και τα προβλήματα που ο συνδικαλιστικός τους φορέας έχει επανειλημμένα επισημάνει.
Η αντιπρόεδρος της Ένωσης Ελεγκτών Εναέριας Κυκλοφορίας, Όλγα Τόκη, περιγράφει το πρόβλημα με αριθμούς. Για τη Δευτέρα 6 Ιουλίου είχαν προγραμματιστεί 991 συνολικά πτήσεις, ενώ ήδη την Κυριακή οι κινήσεις ξεπέρασαν τις 1.000. Το ζήτημα, όπως επισημαίνει, είναι ότι η ζήτηση στο αεροδρόμιο είναι μεγαλύτερη από τα όρια που έχουν συμφωνηθεί και προβλέπονται ακόμη και στην ΚΥΑ.
Όπως επισημαίνουν στην HuffPost έμπειροι ελεγκτές, ενώ η συμφωνία προβλέπει συγκεκριμένο αριθμό αναχωρήσεων και αφίξεων ανά ώρα αιχμής, οι προβλέψεις σε αρκετές ζώνες της ημέρας εμφανίζονται πάνω από τα συμφωνηθέντα όρια. Έτσι, αν η μέρα ξεκινήσει με υπερφόρτωση, οι πρώτες καθυστερήσεις δεν μένουν μόνες τους. Σέρνουν πίσω τους τις επόμενες πτήσεις και δημιουργούν το γνωστό ντόμινο.
Γι’ αυτό οι ελεγκτές ζητούν να ανέβει το «Ελευθέριος Βενιζέλος» σε Level 3. Με απλά λόγια, να υπάρξει αυστηρότερος και δεσμευτικός συντονισμός χρονοθυρίδων, ώστε να μη δηλώνονται ή να μη φορτώνονται κινήσεις πέραν της πραγματικής επιχειρησιακής δυνατότητας.
Την ίδια ώρα, η κρίση στη Μέση Ανατολή έχει επιβαρύνει ακόμη περισσότερο τον ελληνικό εναέριο χώρο. Περισσότερες πτήσεις περνούν από την Ελλάδα, με αποτέλεσμα τα Κέντρα Ελέγχου Περιοχής Αθήνας και Μακεδονίας να δέχονται αυξημένη πίεση. Εκεί όπου πέρυσι το ανώτατο όριο ήταν περίπου 4.500 πτήσεις, φέτος το Σαββατοκύριακο ο αριθμός πλησίασε τις 5.000.
Προσλήψεις έχουν γίνει, αλλά οι νέοι άνθρωποι χρειάζονται χρόνο για να εκπαιδευτούν. Στην εναέρια κυκλοφορία δεν ανοίγεις περισσότερους τομείς με μία υπογραφή. Θέλει πιστοποιημένους, έμπειρους και απολύτως έτοιμους ελεγκτές. Διότι εδώ δεν μιλάμε για απλή διοικητική καθυστέρηση. Μιλάμε για ασφάλεια πτήσεων.
Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, η χώρα έζησε πρόσφατα και την εικόνα ενός βουλγαρικού Falcon να πραγματοποιεί ελέγχους ραδιοβοηθημάτων στο «Ελευθέριος Βενιζέλος», επειδή τα αντίστοιχα εξειδικευμένα αεροσκάφη της ΥΠΑ ήταν καθηλωμένα. Και μάλιστα, όπως καταγγέλθηκε, την ώρα που οι απαραίτητοι έλεγχοι θα μπορούσαν να είχαν προγραμματιστεί νωρίτερα και όχι μέσα στην τουριστική αιχμή.
Τι δείχνουν τα στοιχεία του Eurocontrol
Για την τελευταία εβδομάδα του Ιουνίου, το Eurocontrol αναφέρει ότι η Ελλάδα ευθύνεται για το 13% των συνολικών καθυστερήσεων στο ευρωπαϊκό δίκτυο. Από αυτές:
- το 9% αποδίδεται στο Κέντρο Ελέγχου Περιοχής Αθηνών,
- το 4% στο Κέντρο Ελέγχου Μακεδονίας.
Οι βασικές αιτίες είναι οι περιορισμοί στη χωρητικότητα και στη στελέχωση των υπηρεσιών ελέγχου εναέριας κυκλοφορίας, ενώ επιβαρυντικά λειτουργεί και η αυξημένη διέλευση αεροσκαφών από τον ελληνικό εναέριο χώρο λόγω των εξελίξεων στη Μέση Ανατολή.
Το «ντόμινο» των καθυστερήσεων
Στο αεροδρόμιο «Ελευθέριος Βενιζέλος» πραγματοποιούνται κατά τη θερινή περίοδο περίπου 900 εμπορικές πτήσεις ημερησίως, καθώς και ακόμη περίπου 100 πτήσεις άλλων κατηγοριών, όπως cargo και ιδιωτικές.
Πηγές της αγοράς αναφέρουν ότι σχεδόν το 80% των καθυστερήσεων, ιδιαίτερα στις ώρες αιχμής, οφείλεται σε περιορισμούς της εναέριας κυκλοφορίας. Οι καθυστερήσεις αυτές μεταφέρονται στις επόμενες πτήσεις, επηρεάζοντας τόσο τα δρομολόγια εσωτερικού και εξωτερικού όσο και τη διαθεσιμότητα αεροσκαφών και πληρωμάτων.
Το ζήτημα αναμένεται να τεθεί στο επίκεντρο ευρείας σύσκεψης που έχει προγραμματιστεί για σήμερα, με τη συμμετοχή της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας (ΥΠΑ), της Αρχής Πολιτικής Αεροπορίας (ΑΠΑ), του Διεθνούς Αερολιμένα Αθηνών, καθώς και των αεροπορικών εταιρειών AEGEAN και SKY express.
Τα νέα μέτρα διαχείρισης στο «Ελευθέριος Βενιζέλος»
Από το φετινό καλοκαίρι, ο Διεθνής Αερολιμένας Αθηνών λειτουργεί ως Schedule Facilitated Airport (IATA Level 2), γεγονός που προβλέπει στενότερο συντονισμό μεταξύ της Αρχής Συντονισμού Πτήσεων και των αεροπορικών εταιρειών, ώστε τα προγράμματα πτήσεων να προσαρμόζονται στη διαθέσιμη χωρητικότητα του αεροδρομίου.
Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, το 98% των πτήσεων για το καλοκαίρι του 2026 έχει προγραμματιστεί εντός των εγκεκριμένων ορίων χωρητικότητας.
Με βάση την Κοινή Υπουργική Απόφαση της 10ης Ιουνίου, η δυναμικότητα του αεροδρομίου ορίζεται σε:
- 35 αναχωρήσεις και 31 αφίξεις ανά ώρα στις ώρες αιχμής,
- 35 αναχωρήσεις και 28 αφίξεις εκτός αιχμής,
- 22 αναχωρήσεις και 22 αφίξεις κατά τις νυχτερινές ώρες.
Η εικόνα στην Ευρώπη
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η Γαλλία εξακολουθεί να εμφανίζει τις περισσότερες καθυστερήσεις, συγκεντρώνοντας το 29% του συνόλου, κυρίως λόγω προβλημάτων χωρητικότητας, στελέχωσης και μετάβασης σε νέα τεχνικά συστήματα. Ωστόσο, οι καθυστερήσεις εκεί είναι μειωμένες κατά 38% σε σχέση με πέρυσι.
Ακολουθεί η Ισπανία με ποσοστό 21% των συνολικών καθυστερήσεων και αύξηση κατά 26% σε ετήσια βάση.
Σε επίπεδο ευρωπαϊκού δικτύου, η συνέπεια στις αφίξεις διαμορφώνεται στο 71%, ενώ στις αναχωρήσεις στο 64%, ποσοστά που παραμένουν χαμηλότερα από τον επιθυμητό στόχο εν μέσω της αυξημένης θερινής αεροπορικής κίνησης.