Η μείωση του κόστους για την προμήθεια των «έξυπνων καμερών» της Τροχαίας δεν ήταν, σύμφωνα με τον υπουργό Ψηφιακής Διακυβέρνησης Δημήτρη Παπαστεργίου, κάποιο μυστήριο. Ήταν μια επιλογή πρακτικής λογικής: να γίνει σήμερα η δουλειά που πρέπει να γίνει, χωρίς να δεσμευθεί το Δημόσιο σε υπερβολική αγορά τεχνολογικού εξοπλισμού που σε λίγα χρόνια μπορεί να θεωρείται ήδη ξεπερασμένος.
Η δημόσια συζήτηση για τις «έξυπνες κάμερες» άναψε μετά τη θεαματική μείωση του κόστους της σχετικής προμήθειας. Από τα 88 εκατομμύρια ευρώ, το ποσό εμφανίστηκε σχεδόν στο μισό, προκαλώντας ερωτήματα, πολιτικά σχόλια και δημοσιογραφικές απορίες.
Η HuffPost έθεσε το ερώτημα απευθείας στον υπουργό Ψηφιακής Διακυβέρνησης Δημήτρη Παπαστεργίου. Και η απάντησή του ήταν χαρακτηριστική μιας λογικής που ο ίδιος, όσοι τον παρακολουθούν από τα χρόνια της αυτοδιοίκησης το γνωρίζουν, είχε εφαρμόσει και ως δήμαρχος: έξυπνες λύσεις, όχι απαραίτητα ακριβές λύσεις.
Σύμφωνα με όσα είπε στον Τέρενς Κουίκ της HuffPost ο Δημήτρης Παπαστεργίου, η μείωση του κόστους προέκυψε από μια απλή σκέψη: δεν υπήρχε λόγος να γίνει εξαρχής παραγγελία 1.000 έξυπνων καμερών, όταν η δουλειά μπορεί να γίνει με τις 500 που κρίνονται αναγκαίες για την πρώτη φάση λειτουργίας του συστήματος.
Η τεχνολογία, όπως εξήγησε ο υπουργός, τρέχει με τέτοια ταχύτητα, ώστε σε πέντε χρόνια οι κάμερες που σήμερα θεωρούνται σύγχρονες μπορεί να έχουν ήδη ξεπεραστεί από νέα μοντέλα, με καλύτερες δυνατότητες, ακριβέστερους αλγορίθμους, πιο εξελιγμένη επεξεργασία εικόνας και μεγαλύτερη αξιοπιστία.
Με άλλα λόγια: γιατί να πληρώσει σήμερα το Δημόσιο για εξοπλισμό που ενδέχεται να γεράσει τεχνολογικά πριν αποσβεστεί επιχειρησιακά;
Η επιλογή, όπως την περιέγραψε ο Δημήτρης Παπαστεργίου, είναι να γίνει τώρα η αναγκαία εγκατάσταση, να λειτουργήσει το σύστημα, να αποκτήσει η Τροχαία ένα ουσιαστικό εργαλείο επιτήρησης και βεβαίωσης παραβάσεων και, σε πέντε χρόνια, να προκηρυχθεί νέος διαγωνισμός για τις ακόμα πιο προηγμένες κάμερες που θα υπάρχουν τότε στην αγορά.
Πρόκειται, αν μη τι άλλο, για μια έξυπνη κίνηση για τις έξυπνες κάμερες.
Και εδώ η λέξη «έξυπνη» δεν αφορά μόνο την τεχνολογία. Αφορά και τη διαχείριση του δημόσιου χρήματος. Διότι άλλο είναι να επενδύεις σε ένα αναγκαίο σύστημα οδικής ασφάλειας και άλλο να αγοράζεις μαζικά τεχνολογικό εξοπλισμό σαν να μην πρόκειται ποτέ να εξελιχθεί.
Ο Παπαστεργίου έχει δείξει από την εποχή που ήταν δήμαρχος Τρικκαίων ότι προτιμά τις πρακτικές λύσεις από τις βαριές εξαγγελίες. Στην πόλη του είχε συνδέσει την καθημερινότητα με την τεχνολογία, όχι ως εντυπωσιασμό, αλλά ως εργαλείο λειτουργίας. Το ίδιο επιχείρημα προβάλλει και τώρα: το κράτος δεν χρειάζεται να αγοράζει «ό,τι περισσότερο μπορεί», αλλά «ό,τι πραγματικά χρειάζεται» τη στιγμή που το χρειάζεται.
Πώς λειτουργούν οι έξυπνες κάμερες
Οι έξυπνες κάμερες δεν είναι απλές κάμερες που απλώς τραβούν φωτογραφίες ή βίντεο. Είναι συστήματα που συνδυάζουν οπτική καταγραφή, ειδικό λογισμικό και τεχνητή νοημοσύνη, ώστε να εντοπίζουν πιθανές παραβάσεις του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας.
Στην πράξη, μια τέτοια κάμερα «βλέπει» τον δρόμο, καταγράφει την κυκλοφορία και αναλύει την εικόνα με αλγορίθμους. Το σύστημα μπορεί να αναγνωρίσει πιθανά περιστατικά όπως υπέρβαση ταχύτητας, παραβίαση ερυθρού σηματοδότη, χρήση κινητού τηλεφώνου από τον οδηγό, μη χρήση ζώνης ασφαλείας ή άλλες παραβάσεις, ανάλογα με τις τεχνικές δυνατότητες και τις προδιαγραφές κάθε εγκατάστασης.
Η βασική διαφορά από τις παλαιότερες κάμερες είναι ότι η «έξυπνη» κάμερα δεν καταγράφει απλώς ένα συμβάν. Το επισημαίνει. Το ταξινομεί. Το στέλνει για έλεγχο. Και στη συνέχεια, εφόσον επιβεβαιωθεί η παράβαση, μπορεί να ξεκινήσει η διαδικασία για την έκδοση της κλήσης.
Αυτό έχει σημασία: η κάμερα δεν πρέπει να λειτουργεί ως ανεξέλεγκτος «τροχονόμος χωρίς άνθρωπο». Το λογισμικό μπορεί να εντοπίζει μια πιθανή παράβαση, αλλά η τελική βεβαίωση χρειάζεται διαδικασίες ελέγχου, ώστε να περιορίζονται τα λάθη. Διότι η τεχνητή νοημοσύνη δεν είναι αλάνθαστη. Μπορεί να μπερδέψει εικόνες, αντανακλάσεις, γωνίες λήψης ή κινήσεις μέσα στο αυτοκίνητο. Γι’ αυτό και ο ανθρώπινος έλεγχος παραμένει κρίσιμος.
Με απλά λόγια, το σύστημα λειτουργεί σε στάδια.
Πρώτα γίνεται η καταγραφή της εικόνας ή του βίντεο.
Μετά το λογισμικό αναλύει το υλικό και εντοπίζει την πιθανή παράβαση.
Στη συνέχεια γίνεται διασταύρωση στοιχείων, όπως η πινακίδα του οχήματος.
Ακολουθεί έλεγχος του υλικού.
Και μόνο μετά μπορεί να προχωρήσει η διαδικασία βεβαίωσης και αποστολής της κλήσης.
Το πλεονέκτημα είναι ότι η Τροχαία αποκτά ένα εργαλείο συνεχούς επιτήρησης σε σημεία υψηλής επικινδυνότητας, χωρίς να απαιτείται διαρκής φυσική παρουσία αστυνομικού. Το δεύτερο πλεονέκτημα είναι ότι οι οδηγοί γνωρίζουν πως ο έλεγχος δεν είναι περιστασιακός, αλλά μόνιμος. Και αυτό, σε χώρες όπου τέτοια συστήματα έχουν εφαρμοστεί με σοβαρότητα, λειτουργεί αποτρεπτικά.
Το μεγάλο στοίχημα, όμως, δεν είναι μόνο η τεχνολογία. Είναι η αξιοπιστία. Να ξέρει ο πολίτης ότι αν λάβει κλήση, αυτή έχει ελεγχθεί σωστά. Να ξέρει επίσης ότι αν έγινε λάθος, υπάρχει γρήγορη και καθαρή διαδικασία ένστασης. Διότι η οδική ασφάλεια δεν χτίζεται με τεχνολογικό αυταρχισμό, αλλά με εμπιστοσύνη.
Η συζήτηση για τις έξυπνες κάμερες, επομένως, δεν αφορά μόνο το πόσες θα αγοραστούν ή πόσο θα κοστίσουν. Αφορά το πώς θα λειτουργήσουν. Πού θα τοποθετηθούν. Ποιος θα ελέγχει τα δεδομένα. Πώς θα προστατεύονται τα προσωπικά στοιχεία. Ποια θα είναι η διαδικασία διόρθωσης λαθών. Και κυρίως, αν το σύστημα θα υπηρετήσει τον πραγματικό στόχο: λιγότερα τροχαία, λιγότερα θύματα, περισσότερη ασφάλεια στους δρόμους.
Από αυτή την άποψη, η απόφαση να μην εξαντληθεί από τώρα η προμήθεια σε έναν μεγάλο αριθμό καμερών, αλλά να γίνει μια πιο συγκρατημένη και λειτουργική επιλογή, έχει λογική. Ειδικά σε έναν τομέα όπου η τεχνολογία αλλάζει διαρκώς.
Η Ελλάδα χρειάζεται σύγχρονα εργαλεία οδικής ασφάλειας. Χρειάζεται όμως και σύγχρονη σκέψη στη διαχείριση των δημόσιων προμηθειών. Να αγοράζει αυτό που χρειάζεται, όταν το χρειάζεται, και να μη φορτώνεται σήμερα την τεχνολογική παλαιότητα του αύριο.
Και σε αυτή την περίπτωση, όπως λέει και ο ίδιος ο τίτλος της υπόθεσης, ίσως η πραγματικά «έξυπνη» κίνηση να μην ήταν μόνο οι κάμερες. Ήταν και η απόφαση να μην αγοραστούν περισσότερες από όσες χρειάζονται τώρα.