Ο Γεράσιμος Παπαδόπουλος επανέρχεται για τον Κορινθιακό, αυτή τη φορά όχι μόνο με την αγωνία του σεισμολόγου αλλά με ερωτήματα πολιτικής προστασίας. Και το πραγματικό ζήτημα ίσως δεν είναι αν «θα γίνει» ένας μεγάλος σεισμός. Είναι αν, όταν γίνει, θα βρει μια χώρα που έχει ελέγξει εγκαίρως τα κτίριά της ή μια χώρα που θα ψάχνει εκ των υστέρων ποιος είχε την ευθύνη.

Και όπως είπε στη HuffPost ο τιμηθής με το ανώτατο βραβείο πριν από λίγες μέρες σε παγκόσμιο συνέδριο σεισμολόγων, τα όσα είπε σε συζήτηση και για τον Κορινθιακό, είχαν ένα μόνο στόχο:

Advertisement
Advertisement

«Εκφράζω την αγωνία μου για την αντισεισμική ετοιμότητα και προστασία. Οφείλω να το κάνω. Τα υπόλοιπα και η απάντηση αφορούν το κράτος. Το κράτος οφείλει να εφαρμόζει και να διαχειρίζεται τους αντισεισμικούς κανόνες. Στους πολίτες λογοδοτεί και σε κανέναν Γεράσιμο Παπαδόπουλο, ο οποίος απλά αγωνιά για την ασφάλεια των πολιτών και θέτει ερωτήματα. Και το κυριότερο: Είναι επαρκής η αντισεισμική προστασία της χώρας;»

Ο Κορινθιακός δεν είναι μια τυχαία περιοχή στον σεισμικό χάρτη της Ελλάδας. Είναι μια ζώνη με βαριά ιστορία, πυκνό αστικό ιστό γύρω της, πόλεις με σχολεία, νοσοκομεία, δημόσιες υπηρεσίες, παλιές πολυκατοικίες, γέφυρες, λιμάνια, παραλιακούς οικισμούς και χιλιάδες κατοικίες που χτίστηκαν σε διαφορετικές εποχές, με διαφορετικούς κανόνες και, συχνά, με διαφορετικό επίπεδο συντήρησης.

Η ιστορία των Αλκυονίδων είναι εκεί για να θυμίζει ότι ο Κορινθιακός δεν αφορά μόνο τις πόλεις που βλέπουν απευθείας στον κόλπο. Τον Φεβρουάριο και τον Μάρτιο του 1981, η περιοχή έδωσε μια από τις πιο ισχυρές σεισμικές ακολουθίες της σύγχρονης Ελλάδας. Ο σεισμός της 24ης Φεβρουαρίου, μεγέθους 6,7 Ρίχτερ, είχε επίκεντρο τις Αλκυονίδες Νήσους στο ανατολικό τμήμα του Κορινθιακού και έγινε ιδιαίτερα αισθητός όχι μόνο στην Κορινθία και τη Βοιωτία, αλλά και στην Αθήνα.

Η πρωτεύουσα, αν και δεν βρισκόταν στο επίκεντρο, βίωσε τότε τον σεισμό ως σοβαρό γεγονός. Πολυκατοικίες εκκενώθηκαν, χιλιάδες κάτοικοι πέρασαν τη νύχτα σε αυτοκίνητα, πλατείες και ανοιχτούς χώρους, ενώ ο φόβος μεταφέρθηκε βαθιά μέσα στον αστικό ιστό της Αττικής. Οι Αλκυονίδες έγιναν έτσι μια ιστορική υπενθύμιση ότι ένας μεγάλος σεισμός στον Κορινθιακό μπορεί να έχει επιπτώσεις πολύ πέρα από τη στενή γεωγραφία του.

Γι’ αυτό και η νέα παρέμβαση Παπαδόπουλου δεν μπορεί να διαβαστεί μόνο ως προειδοποίηση για το Αίγιο, την Κόρινθο, το Λουτράκι, τη Ναύπακτο, το Κιάτο ή το Ξυλόκαστρο. Ανοίγει, αναπόφευκτα, ένα ευρύτερο ερώτημα: αν ένας ισχυρός σεισμός στον Κορινθιακό, όποτε και αν συμβεί, επηρεάσει ξανά την Αττική, πόσο έτοιμα είναι τα σχολεία, τα νοσοκομεία, οι δημόσιες υπηρεσίες, οι παλιές πολυκατοικίες και οι νεότερες οικοδομές της Αθήνας;

Το κρίσιμο, όμως, είναι ότι αυτή δεν είναι η πρώτη φορά μέσα σε λίγες ημέρες που ο Παπαδόπουλος χτυπά καμπανάκι. Είχαν προηγηθεί δηλώσεις του για πιθανότητα ισχυρού σεισμού στον Κορινθιακό, με την επισήμανση ότι δεν πρόκειται για πρόβλεψη συγκεκριμένης ημέρας και ώρας, αλλά για εκτίμηση με βάση σεισμολογικά δεδομένα και ιστορική συμπεριφορά της περιοχής.

Advertisement

Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η ουσία. Η Ελλάδα δεν μπορεί να συζητά για τους σεισμούς μόνο όταν ένας σεισμολόγος χρησιμοποιήσει μια φράση για ενδεχόμενους σεισμούς ή όταν η δημόσια συζήτηση ανάψει από τον φόβο. Η αντισεισμική προστασία δεν είναι επικοινωνιακή διαχείριση. Είναι μητρώα κτιρίων, έλεγχοι, προτεραιοποίηση, ενισχύσεις, ασκήσεις ετοιμότητας, σχέδια εκκένωσης, ενημερωμένοι πολίτες και, κυρίως, πολιτική βούληση πριν από το κακό.

Το 1981 δεν είναι μια παλιά ιστορία για επετειακές αναφορές. Είναι υπενθύμιση ότι ο σεισμός δεν χρειάζεται να «προειδοποιήσει» για να αποκαλύψει τις αδυναμίες. Τις αποκαλύπτει τη στιγμή που συμβαίνει. Και τότε είναι αργά για να αναζητηθούν φάκελοι, μελέτες, πιστοποιητικά και αρμοδιότητες.

Πολεοδομικοί κανονισμοί και σεισμοί

Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι μόνο αν ο Κορινθιακός είναι έτοιμος. Είναι αν οι απορίες του Παπαδόπουλου αφορούν τελικά όλη την Ελλάδα. Γιατί η χώρα έχει περιοχές υψηλής σεισμικότητας, έχει μεγάλο αριθμό κτιρίων που χτίστηκαν πριν από νεότερους αντισεισμικούς κανονισμούς, έχει δημόσια κτίρια με μεγάλη καθημερινή χρήση και έχει μια κοινωνία που συχνά θυμάται την πρόληψη μόνο μετά την καταστροφή.

Advertisement

Στα νέα κτίρια, η απάντηση είναι θεωρητικά σαφής: κάθε νέα οικοδομή οφείλει να αδειοδοτείται και να μελετάται με τους ισχύοντες πολεοδομικούς, κτιριοδομικούς και αντισεισμικούς κανόνες. Ο ισχύων Κτιριοδομικός Κανονισμός εγκρίθηκε το 2023 και τροποποιήθηκε το 2025, ενώ ο αντισεισμικός σχεδιασμός των κατασκευών συνδέεται με τον Ευρωκώδικα 8 και τα εθνικά προσαρτήματα.

Με απλά λόγια, μια καινούργια πολυκατοικία δεν πρέπει απλώς να «φαίνεται γερή». Πρέπει να έχει μελέτη από αρμόδιους μηχανικούς, σωστή θεμελίωση, ορθή κατηγοριοποίηση εδάφους, φέροντα οργανισμό σχεδιασμένο για σεισμικές δράσεις, ποιοτική κατασκευή, επίβλεψη και τήρηση των εγκεκριμένων μελετών. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η θεωρία του φακέλου συναντά την πραγματικότητα της κατασκευής, της επίβλεψης και της συντήρησης.

Στα υφιστάμενα κτίρια, ιδίως στις παλαιές πολυκατοικίες, η απάντηση δεν μπορεί να είναι γενική. Δεν υπάρχει σοβαρή λύση χωρίς αυτοψία μηχανικού. Υπάρχει, όμως, θεσμικό πλαίσιο για αποτίμηση και επεμβάσεις: ο Κανονισμός Επεμβάσεων, γνωστός ως ΚΑΝ.ΕΠΕ., θεσπίζει κριτήρια για την αποτίμηση της φέρουσας ικανότητας υφιστάμενων κτιρίων από οπλισμένο σκυρόδεμα και κανόνες για αντισεισμικό ανασχεδιασμό, επισκευές και ενισχύσεις.

Advertisement

Αυτό σημαίνει ότι μια παλιά πολυκατοικία δεν «θωρακίζεται» με αυθαίρετες εργασίες, ούτε με παρεμβάσεις που γίνονται επειδή «κάτι ράγισε». Χρειάζεται τεχνική αξιολόγηση: ηλικία κτιρίου, κανονισμός με τον οποίο χτίστηκε, κατάσταση οπλισμού, φθορές από υγρασία, ρωγμές, επεμβάσεις που έγιναν στο παρελθόν, αλλαγές χρήσης, πιθανά κομμένα υποστυλώματα, αυθαίρετες μετατροπές, προσθήκες φορτίων, πιλοτές, ισόγεια καταστήματα, μαλακοί όροφοι. Σε πολλές περιπτώσεις, η σοβαρή κουβέντα δεν είναι «να κάνουμε ένα μερεμέτι», αλλά να γίνει αποτίμηση και, όπου απαιτείται, μελέτη ενίσχυσης.

Ακόμη πιο επιτακτικό είναι το ζήτημα για τα σχολικά κτίρια και τις δημόσιες υπηρεσίες. Εκεί δεν μιλάμε για ατομικό ρίσκο, αλλά για συλλογική ευθύνη. Ο ΟΑΣΠ περιγράφει τον προσεισμικό έλεγχο υφιστάμενων κτιρίων σε τρία στάδια: πρωτοβάθμιο, δευτεροβάθμιο και τριτοβάθμιο έλεγχο. Ο πρωτοβάθμιος είναι ταχύς οπτικός και μακροσκοπικός, ο δευτεροβάθμιος αφορά πιο αναλυτική αποτίμηση με απλοποιημένους υπολογισμούς και μη καταστροφικούς ελέγχους, ενώ ο τριτοβάθμιος οδηγεί σε αναλυτική αποτίμηση και ενδεχόμενη μελέτη επεμβάσεων.

Από το 2001 υποτίθεται ότι υλοποιείται πρόγραμμα προσεισμικού ελέγχου κτιρίων δημόσιας και κοινωφελούς χρήσης υπό την εποπτεία του ΟΑΣΠ, ενώ το πρόγραμμα πρωτοβάθμιου προσεισμικού ελέγχου δημόσιων κτιρίων έχει ενταχθεί τα τελευταία χρόνια σε πιο οργανωμένη διαδικασία, με στόχο τον εντοπισμό κτιρίων με δομικά προβλήματα και την καταγραφή κρίσιμων υποδομών. Αλλά με άγνωστους ρυθμούς και αποτελέσματα. ΜΗΔΕΝ οι ανακοινώσεις.

Advertisement

Δηλαδή το ερώτημα είναι πόσο γρήγορα προχωρά η διαδικασία, ποια κτίρια έχουν ήδη ελεγχθεί, ποια έχουν χαρακτηριστεί υψηλής προτεραιότητας, ποια έχουν περάσει σε δευτεροβάθμιο έλεγχο και —το κυριότερο — σε πόσα έγιναν πράγματι παρεμβάσεις. Γιατί ο προσεισμικός έλεγχος δεν μπορεί να είναι απλώς μια πλατφόρμα, ένα δελτίο ή μια υπηρεσιακή εκκρεμότητα. Πρέπει να καταλήγει σε αποφάσεις: ποιο σχολείο χρειάζεται άμεση ενίσχυση, ποια υπηρεσία πρέπει να μεταστεγαστεί, ποιο δημόσιο κτίριο δεν μπορεί να περιμένει.

Advertisement

Η ανάρτηση Παπαδόπουλου για τον Κορινθιακό θέτει, στην πραγματικότητα, εννέα ερωτήματα για μια χώρα ολόκληρη. Πότε επικαιροποιήθηκαν τα τοπικά σχέδια έκτακτης ανάγκης; Έχουν γίνει ασκήσεις εκκένωσης σε σχολεία και δημόσιες υπηρεσίες; Υπάρχουν χώροι καταφυγής γνωστοί στους πολίτες; Έχουν ελεγχθεί τα παλιά κτίρια; Υπάρχει ιεράρχηση κινδύνου; Γνωρίζουν οι δήμοι ποια κτίρια είναι ευάλωτα; Έχουν ενημερωθεί οι κάτοικοι; Υπάρχει σχέδιο για άτομα με αναπηρία, ηλικιωμένους, νοσοκομεία, μαθητές; Και τελικά: ποιος απαντά υπεύθυνα πριν από τον σεισμό;

Η αντίδραση του Ευθύμη Λέκκα

Από την άλλη πλευρά, ο Ευθύμης Λέκκας, πρόεδρος του ΟΑΣΠ, αντέδρασε άμεσα στις προειδοποιήσεις Παπαδόπουλου, καλώντας τον να καταθέσει τα επιστημονικά δεδομένα που διαθέτει στην αρμόδια Επιστημονική Επιτροπή Εκτίμησης Σεισμικού Κινδύνου και Μείωσης της Σεισμικής Διακινδύνευσης. Με δήλωσή του ο κ. Λέκκας επιχείρησε να καταστήσει σαφές ότι δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας.

Η διαφωνία των δύο επιστημόνων, όμως, δεν ακυρώνει το βασικό ερώτημα. Ακόμη κι αν δεν υπάρχει άμεσος λόγος πανικού, υπάρχει πάντα λόγος πρόληψης. Και σε μια χώρα όπως η Ελλάδα, η πρόληψη απέναντι στον σεισμό δεν μπορεί να εξαρτάται από το αν μια συγκεκριμένη πρόβλεψη θα επιβεβαιωθεί ή όχι. Πρέπει να είναι μόνιμη δημόσια πολιτική.

Advertisement

Η διεθνής βράβευση

Με μια ιδιαίτερα σημαντική διεθνή διάκριση τιμήθηκε ο καθηγητής Σεισμολογίας Γεράσιμος Παπαδόπουλος. Βραβεύτηκε με το μετάλλιο Sergey Soloviev από την European Geosciences Union (EGU), στο ετήσιο συνέδριο της. Ένα από τα μεγαλύτερα επιστημονικά γεγονότα παγκοσμίως στον τομέα των γεωεπιστημών, που συγκέντρωσε φέρος περισσότερους από 20.000 επιστήμονες από όλο τον κόσμο. Η βράβευση του Γεράσιμου Παπαδόπουλου αποτελεί κορυφαία τιμή και για την Ελλάδα και αναγνώριση της πολυετούς επιστημονικής του προσφοράς.

Το μετάλλιο Sergey Soloviev απονέμεται σε προσωπικότητες που έχουν συμβάλει καθοριστικά στη μελέτη των σεισμών και συναφών φυσικών κινδύνων. Ο Γεράσιμος Παπαδόπουλος τιμήθηκε για «τη σημαντική συμβολή του τόσο στην κατανόηση των σεισμικών φαινομένων όσο και στην ανάπτυξη μεθόδων πρόληψης και διαχείρισης φυσικών καταστροφών».