Ένα εξαιρετικά κρίσιμο νομικό ζήτημα που αγγίζει τα όρια της κρατικής παρέμβασης στην ιδιωτική ζωή των πολιτών στην ψηφιακή εποχή ξεκαθάρισε η Ολομέλεια του Άρειου Πάγου με την υπ’ αριθμ. 1/2026 απόφασή της.
Όπως αναφέρεται σε ρεπορτάζ της Γιώτας Τέσση στο dikastiko.gr, το ανώτατο δικαστήριο της χώρας κλήθηκε να προσδιορίσει το καθεστώς προστασίας που απολαμβάνουν τα αποθηκευμένα ψηφιακά δεδομένα, όπως τα μηνύματα και το ιστορικό συνομιλιών σε δημοφιλείς εφαρμογές (Viber, Skype, Signal), βάζοντας οριστικό φρένο στην πρακτική των διωκτικών αρχών να ερευνούν απεριόριστα το παρελθόν των χρηστών.
Η υπόθεση έφτασε στο ανώτατο δικαστικό επίπεδο μετά από αίτημα δικαστικής συνδρομής των αρχών της Ιταλίας. Η Εισαγγελία της Νάπολης διερευνούσε τη δράση μιας διεθνούς εγκληματικής οργάνωσης που δραστηριοποιούνταν στην παράνομη αναμετάδοση συνδρομητικής τηλεόρασης και είχε αποκομίσει κέρδη εκατομμυρίων ευρώ. Στο πλαίσιο αυτό, ζητήθηκε από τις ελληνικές αρχές να διενεργήσουν έρευνα στην κατοικία Έλληνα υπόπτου, ο οποίος φερόταν ως νόμιμος εκπρόσωπος εταιρείας που σχετιζόταν με την υποδομή του δικτύου.
Κατά την έρευνα που πραγματοποιήθηκε από τη Διεύθυνση Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος, κατασχέθηκε πλήθος ψηφιακών συσκευών, μεταξύ των οποίων σκληροί δίσκοι, υπολογιστές και φορητά συστήματα. Στη συνέχεια, με βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, διατάχθηκε η άρση του απορρήτου των επικοινωνιών και το «άνοιγμα» του περιεχομένου των κατασχεθέντων αντικειμένων. Η Διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών (ΔΕΕ) προχώρησε σε εργαστηριακή εξέταση των πειστηρίων και συνέταξε σχετική έκθεση πραγματογνωμοσύνης το 2023, απομονώνοντας ιστορικό συνομιλιών και γραπτών μηνυμάτων.
Ο κατηγορούμενος προσέφυγε δικαστικά ζητώντας τον διαχωρισμό της συγκεκριμένης έκθεσης από τη δικογραφία. Υποστήριξε ότι η αστυνομία προχώρησε σε πράξεις άρσης απορρήτου μετά την παρέλευση της δίμηνης διάρκειας ισχύος που ορίζει ο νόμος, καθιστώντας τα αποδεικτικά μέσα παράνομα. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών απέρριψε την αίτησή του, κρίνοντας ότι το άνοιγμα των συσκευών αφορούσε ήδη καταγραφείσες εγγραφές του παρελθόντος, διενεργήθηκε άπαξ και στιγμιαία και επομένως δεν χρειαζόταν να τεθεί ο δίμηνος χρονικός περιορισμός που αφορά τις μελλοντικές παρακολουθήσεις.
Η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, ωστόσο, ανέτρεψε πλήρως αυτή την προσέγγιση, κρίνοντας ότι το Συμβούλιο Εφετών υπέπεσε σε υπέρβαση εξουσίας. Η πλειοψηφία των ανώτατων δικαστών αποφάνθηκε ότι το συνταγματικό δικαίωμα του απορρήτου προστατεύει το ίδιο το περιεχόμενο και τα μεταδεδομένα της επικοινωνίας, ανεξάρτητα από το αν αυτά βρίσκονται σε ροή ή είναι αποθηκευμένα σε μια συσκευή.
Δικαστήρια και Δικαστικό Σώμα
Στο σκεπτικό της απόφασης αναφέρεται: «Στο απόρρητο των επικοινωνιών υπάγονται και τα στοιχεία επικοινωνίας (περιεχόμενο και μεταδεδομένα- αποθηκευμένα δεδομένα), τα οποία εμπεριέχονται στον ψηφιακό εξοπλισμό των χρηστών αυτού, που διερευνώνται από τις δικαστικές και εισαγγελικές αρχές, με συνέπεια να απαιτείται για την άρση του η τήρηση των σχετικών διατάξεων του άρθρου 5 του προϊσχύσαντος ν. 2225/1994 και ήδη του άρθρου 8 του ν. 5002/2022.»
Σύμφωνα με την κρίση του δικαστηρίου, η λήξη μιας επικοινωνίας δεν σημαίνει ότι παύει και η προστασία της. Για να αποκτήσουν οι αρχές πρόσβαση σε μηνύματα που είναι αποθηκευμένα στο κινητό ή τον υπολογιστή κάποιου, οφείλουν να ακολουθήσουν τις αυστηρές προϋποθέσεις του νόμου για την άρση του απορρήτου.
Παράλληλα, η Ολομέλεια αποφάνθηκε ότι ούτε στις περιπτώσεις των παρελθοντικών δεδομένων επιτρέπεται η έκδοση μιας γενικής, εφάπαξ άδειας για μεγάλο χρονικό διάστημα. Η διαδικασία ελέγχου πρέπει να είναι κλιμακωτή, ώστε να διασφαλίζεται η τήρηση της αρχής της αναλογικότητας: «Η άρση του απορρήτου των επικοινωνιών, στις περιπτώσεις αυτές, γίνεται διαδοχικά ανά δίμηνο, για συνολικό χρονικό διάστημα δώδεκα (12) μηνών κατά τον ν. 2225/1994 και δέκα (10) μηνών κατά τον ν. 5002/2022.»
Το δικαστήριο υπογράμμισε ότι το Συμβούλιο Εφετών παρέλειψε να εξηγήσει λόγους που να δικαιολογούν την παράταση του μέτρου πέραν του πρώτου διμήνου, γεγονός που καθιστά την έρευνα μη σύννομη για το επιπλέον διάστημα.
Έρευνες αστυνομίας σε κινητά και Viber: Η άποψη της μειοψηφίας
Στην απόφαση καταγράφεται και η αναλυτική επιχειρηματολογία της μειοψηφίας, την οποία απάρτιζαν πέντε Αρεοπαγίτες. Η μειοψηφούσα γνώμη υποστήριξε ότι η συνταγματική προστασία του απορρήτου περιορίζεται αποκλειστικά στο στάδιο της μεταβίβασης του μηνύματος, όταν οι επικοινωνούντες δεν έχουν τον έλεγχο του δικτύου. Από τη στιγμή που το μήνυμα παραλαμβάνεται και αποθηκεύεται, περνά στη σφαίρα επιρροής του χρήστη και εξομοιώνεται με οποιοδήποτε άλλο έγγραφο αρχείο, όπως μια παλιά επιστολή σε ένα συρτάρι. Οι δικαστές εξέφρασαν την ανησυχία ότι η επιβολή της δίμηνης διαδοχικής διαδικασίας για τα αποθηκευμένα δεδομένα θα επιφέρει σοβαρό πλήγμα στην αντεγκληματική πολιτική, προκαλώντας τεράστιες καθυστερήσεις στις έρευνες της Δίωξης Κυβερνοεγκλήματος για κρίσιμα αδικήματα, όπως η διακίνηση υλικού παιδικής πορνογραφίας.
Η θέση όμως που επικράτησε στην Ολομέλεια έθεσε ως προτεραιότητα τη θωράκιση των ατομικών εγγυήσεων του πολίτη. Κατόπιν αυτών, ο Άρειος Πάγος έκανε δεκτή την αίτηση αναίρεσης, εξαφάνισε την προσβαλλόμενη απόφαση του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο προκειμένου να συζητηθεί εκ νέου από άλλους δικαστές.