Ανοδική πορεία κατέγραψε η αγορά των ιδιωτικών παιδικών και βρεφονηπιακών σταθμών κατά το σχολικό έτος 2024-2025, παρουσιάζοντας ανάπτυξη 2,4%, σύμφωνα με τη νέα κλαδική μελέτη της ICAP CRIF.
Όπως επισημαίνεται στην ανακοίνωση της εταιρείας, η αύξηση των εσόδων προήλθε κυρίως από την αναπροσαρμογή των διδάκτρων, ενώ οι ιδιωτικοί σταθμοί εξακολουθούν να διατηρούν ανταγωνιστικό πλεονέκτημα έναντι των δημόσιων δομών προσχολικής φροντίδας.
Ο συγκεκριμένος κλάδος συνδέεται άμεσα με την αυξανόμενη ανάγκη για αξιόπιστες και ευέλικτες υπηρεσίες προσχολικής αγωγής, καθώς οι σύγχρονες εργασιακές συνθήκες των γονέων και η μεγαλύτερη συμμετοχή των γυναικών στην αγορά εργασίας ενισχύουν τη ζήτηση για οργανωμένες δομές φύλαξης και εκπαίδευσης.
Η επιλογή παιδικού ή βρεφονηπιακού σταθμού από τις οικογένειες επηρεάζεται κυρίως από παράγοντες όπως η γεωγραφική θέση, η λειτουργικότητα των εγκαταστάσεων, το ύψος των διδάκτρων αλλά και η φήμη της κάθε μονάδας.
Ο κλάδος χαρακτηρίζεται κυρίως από μικρές, ανεξάρτητες επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται σε τοπικό επίπεδο. Πολλές από αυτές διαθέτουν παράλληλα τμήματα νηπιαγωγείου, ενώ μεγαλύτερα εκπαιδευτικά ιδρύματα προσφέρουν υπηρεσίες που καλύπτουν όλες τις βαθμίδες εκπαίδευσης.
Κατά το σχολικό έτος 2024-2025, υπολογίζεται ότι περίπου 55.000 παιδιά φιλοξενήθηκαν σε ιδιωτικούς παιδικούς και βρεφονηπιακούς σταθμούς. Η συνολική αξία της αγοράς αυξήθηκε κατά 2,4% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, εξέλιξη που αποδίδεται κυρίως στην αύξηση των διδάκτρων.
Παρά τη θετική πορεία, η μελέτη υπογραμμίζει ότι ο έντονος ανταγωνισμός και η μεγάλη διασπορά των επιχειρήσεων δεν επιτρέπουν τη δημιουργία ισχυρής συγκέντρωσης μεριδίων αγοράς. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι 16 μεγαλύτερες επιχειρήσεις του κλάδου συγκέντρωσαν συνολικά μερίδιο που δεν ξεπέρασε το 2,5% κατά τη διάρκεια της σχολικής χρονιάς 2024-2025.
Στο πλαίσιο της έρευνας πραγματοποιήθηκε επίσης χρηματοοικονομική ανάλυση σε αντιπροσωπευτικό δείγμα 31 επιχειρήσεων για την περίοδο 2020-2024. Τα στοιχεία του ομαδοποιημένου ισολογισμού έδειξαν αύξηση τόσο στον συνολικό κύκλο εργασιών όσο και στα σωρευτικά EBITDA, με τη μεταβολή του τελευταίου έτους (2023-2024) να διαμορφώνεται σε 14,6% και 15,6% αντίστοιχα.
Η Διευθύντρια Κλαδικών Μελετών και Εκδόσεων της ICAP CRIF, Σταματίνα Παντελαίου, ανέφερε ότι στην Ελλάδα λειτουργούν περίπου 1.220 ιδιωτικοί παιδικοί και βρεφονηπιακοί σταθμοί, με την πλειονότητα να εκπροσωπείται από την Πανελλήνια Ομοσπονδία Ιδιωτικών Παιδικών Σταθμών (ΠΟΣΙΠΣ).
Όπως σημείωσε, μόλις 68 δομές εμφάνισαν κύκλο εργασιών άνω των 400 χιλιάδων ευρώ το 2024, ενώ οι περισσότερες απασχολούν λιγότερους από 50 εργαζόμενους, γεγονός που αποτυπώνει τον κατακερματισμένο χαρακτήρα του κλάδου και τη μικρή οικονομική κλίμακα στην οποία λειτουργούν οι περισσότερες επιχειρήσεις.
Παράλληλα, η μελέτη καταλήγει ότι οι ιδιωτικοί σταθμοί επενδύουν στην παροχή υψηλού επιπέδου υπηρεσιών προκειμένου να ανταποκριθούν στις νέες συνθήκες που διαμορφώνει η υπογεννητικότητα, η οποία αναδεικνύεται στη σημαντικότερη απειλή για το μέλλον του κλάδου.
Από την πλευρά του, ο Consultant της Διεύθυνσης Κλαδικών Μελετών και Εκδόσεων της ICAP CRIF και επιμελητής της έρευνας, Σπύρος Τσαβαλάς, τόνισε ότι η προσχολική εκπαίδευση αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για την ανάπτυξη των παιδιών, ενισχύοντας όχι μόνο τις γνωστικές τους δεξιότητες αλλά και τη συναισθηματική και κοινωνική τους εξέλιξη.
Ωστόσο, υπογράμμισε ότι η αυξανόμενη οικονομική πίεση που δέχονται τα νοικοκυριά, σε συνδυασμό με την άνοδο του λειτουργικού κόστους των σταθμών, δημιουργεί νέες προκλήσεις για τις οικογένειες. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, αρκετοί γονείς στρέφονται ξανά σε πιο οικονομικές λύσεις, επιλέγοντας τη φροντίδα των παιδιών από παππούδες και γιαγιάδες, μια επιλογή που θεωρείται πιο ευέλικτη, αξιόπιστη και χωρίς άμεση οικονομική επιβάρυνση.