Σε μια αφήγηση που μοιάζει να έχει βγει από παλιά αθηναϊκή νύχτα (και ακόμη παλαιότερες δημόσιες σχέσεις), ο Κώστας Καίσαρης θυμάται τον διάλογό του με τον Ανδρέα Παπανδρέου στο Καστρί, ένα θρυλικό πάρτι όπου «έφερε» τη Σάρον Στόουν με τηλεφώνημα-τελεσίγραφο και το πώς, μετά από κλοπή ρολογιού στη Μύκονο, «έστησε» τους δράστες με μια κίνηση που τους έκανε να πατήσουν μόνοι τους την παγίδα.
Ο Κώστας Καίσαρης δεν μιλά απλώς σαν άνθρωπος που έχει δει πολλά. Μιλά σαν άνθρωπος που έχει κρατήσει πολλά: στιγμές, πρόσωπα, βλέμματα, ατάκες, «κακίες», αλλά και μια ολόκληρη εποχή της αθηναϊκής κοινωνικής ζωής — αυτή που περνούσε από σαλόνια, ξενοδοχεία, ιδιωτικά κλαμπ, νησιά και, συχνά, από τις βιτρίνες με τα ρολόγια και τα κοσμήματα.
Ένας καλός μου φίλος με παρέα, γλέντια, ταξίδια, μοναχικές συζητήσεις, κυρίως τα χρόνια του ΑΝΤ1, που όμως ποτέ, μα ποτέ, δεν μου ζήτησε κάποια χάρη προσωπικής ή επιχειρηματικής προβολής του. Και πάντα με περίμενε ένας καφές εκεί στην Πανεπιστημίου…
«Καλώς τον… κεφαλαιοκράτη»: το Καστρί και ο Ανδρέας Παπανδρέου
Το πιο κινηματογραφικό στιγμιότυπο της βραδιάς (και ίσως το πιο αποκαλυπτικό για το πώς λειτουργούσαν οι σχέσεις εξουσίας και “κοσμικότητας” στην Ελλάδα) ξεκινά από ένα ρολόι. Όπως περιγράφει ο ίδιος, χάρισαν στον Ανδρέα Παπανδρέου ένα ρολόι δικό του, εκείνος είπε ότι δεν ήξερε να το χειριστεί και ζήτησε να πάει ο Καίσαρης στο Καστρί για να του το δείξει. Εκεί, τον υποδέχτηκε με την ατάκα: «πού κατάντησα εγώ σοσιαλιστής να μιλάω με κεφαλαιοκράτη» για να πάρει την απάντηση-σφραγίδα: «θα πεθάνουμε εμείς;».
Ο Καίσαρης τον περιγράφει ως «φοβερό συλλέκτη» σε ρολόγια και φωτογραφικές μηχανές, έναν άνθρωπο που «πριν ανοίξω το στόμα μου ήξερε τι θα πω».
Και εδώ να προσθέσω στο αφήγημα του Κώστα Καίσαρη ότι ο Αντρέας Παπανδρέου είχε μια φοβερή συλλογή από στυλό με πένα, με τα οποία είχε υπογράψει πολύ μεγάλες αποφάσεις του. Και μάλιστα ένα από αυτά μου τα είχε χαρίσει λέγοντας ότι είμαι «ο πιο αξιοπρεπής δημοσιογραφικός του αντιπάλους».
«Υπάρχει κάτι που δεν έγραψα»: η σκοτεινή πλευρά της λάμψης
Κι αν όλα αυτά ακούγονται σαν φώτα, κάμερες και τραπέζια, ο ίδιος φροντίζει να θυμίσει ότι η λάμψη έχει και σκιά. Λέει πως υπάρχει κάτι που δεν έβαλε στο βιβλίο του: «η κακία ορισμένων ανθρώπων» που έβλεπαν την οικογένειά του και τη ζήλευαν, επιχειρώντας να τη διαλύσουν, χωρίς να τα καταφέρουν.
Το πάρτι με τη Σάρον Στόουν και το τηλεφώνημα που «έλυσε» το πρόβλημα
Στο κεφάλαιο «πάρτι» ο Καίσαρης δίνει μια ιστορία από εκείνες που επιβιώνουν επειδή είναι θεαματικές και ακριβώς γι’ αυτό γίνονται αστικός μύθος.
Σε θρυλικό πάρτι στο Καβούρι, με 2.500 καλεσμένους, η Σάρον Στόουν αργούσε. Ένα μήνυμα από ταξιτζή ότι «είναι στον Αστέρα και βαριέται να έρθει» αρκεί για να πάρει ο Καίσαρης τηλέφωνο. Όταν την πιάνει στη γραμμή, της λέει — πάντα κατά την αφήγησή του — να έχει υπόψη ότι «η γκρίκ μάφια είναι πιο δυνατή» και πως αν δεν εμφανιστεί σε δέκα λεπτά «θα της τους στείλει». Εκείνη, πιστεύοντας ότι μιλά σοβαρά, παίρνει ταξί και έρχεται.
Σε άλλη αφήγηση για συνεργασία με τον οίκο Bulgari, ο ίδιος θυμάται πως η Στόουν τελικά εμφανίστηκε και — στο πιο “party story” σημείο — «έκανε το σκάνδαλο της βραδιάς», ψαλιδίζοντας γραβάτες καλεσμένων.
«Μέσα σε 3 λεπτά»: η κλοπή στη Μύκονο και το κόλπο που τους πρόδωσε
Το τρίτο επεισόδιο έχει Μύκονο, 2 τη νύχτα, «μαύρη σιλουέτα» και ένα πολύ ακριβό ρολόι. Ο Καίσαρης λέει πως μέσα σε τρία λεπτά το ρολόι είχε φύγει από το χέρι του.
Και μετά έρχεται το πιο ενδιαφέρον: για να τους βγάλει στο ξέφωτο, δημοσιεύει ότι το ρολόι ήταν… ψεύτικο και ότι δεν στενοχωρήθηκε. Σύμφωνα με την περιγραφή του, οι δράστες αποφάσισαν να το πουλήσουν και εκεί «τους βούτηξαν» οι αστυνομικοί, με ειδικό κλιμάκιο που ήρθε από την Αθήνα.
Το «ρουμπίνι» ως σύμβολο: μια ζωή που γίνεται βιβλίο
Όλα αυτά δεν εμφανίζονται ως τυχαίες αναμνήσεις, αλλά ως κομμάτια μιας αυτοβιογραφικής αφήγησης. Το βιβλίο του, «Ένα ρουμπίνι στο μέρος της καρδιάς», παρουσιάστηκε στις 26 Ιανουαρίου 2026 και περιγράφεται ως κατά βάση αυτοβιογραφικό, με πλούσιο αρχειακό και φωτογραφικό υλικό.
Το ίδιο κείμενο σημειώνει ότι η διαδρομή ξεδιπλώνεται «από τη δημιουργία του πρώτου καταστήματός του στην Ερμού» μέχρι τις συνεργασίες με διεθνείς οίκους και τη διεύρυνση του Ομίλου.
Αυτοβιογραφικό του Κώστα Καίσαρη (σε πρώτο πρόσωπο)
Γεννήθηκα λίγο πριν αλλάξει η μέρα, σε μια ημερομηνία που κουβαλά μέσα της πόλεμο και μνήμη. Μεγάλωσα με μια απλή, αυστηρή συμβουλή: εργατικότητα, τιμιότητα, ποιότητα. Αυτά έγιναν ο δικός μου κανόνας — όχι θεωρία, πράξη.
Μπήκα στον κόσμο του κοσμήματος όχι για να “πουλάω λάμψη”, αλλά για να μαθαίνω την αξία πίσω από την ύλη. Από νωρίς άρχισα να ταξιδεύω για να γνωρίσω τις πέτρες: πολύτιμες και ημιπολύτιμες, από την Ιταλία και τη Γαλλία ως την Κίνα και το Χονγκ Κονγκ. Έμαθα ότι τίποτα δεν είναι πραγματικά σπάνιο αν δεν το κυνηγήσεις με τα πόδια σου και με τα μάτια σου.
Έφτιαξα το πρώτο μου κατάστημα στην Ερμού και, βήμα-βήμα, άνοιξα δρόμους σε συνεργασίες που έμοιαζαν αδύνατες. Στη διαδρομή, πελάτες έγιναν φίλοι καρδιάς και οι γνωριμίες έγιναν ιστορίες — άλλες φωτεινές, άλλες δύσκολες. Όμως τα πιο πολύτιμα πετράδια της ζωής μου δεν κλείστηκαν ποτέ σε βιτρίνα: είναι η οικογένειά μου.
Και κάπου εδώ, υπάρχει και το “ρουμπίνι” μου: μια πέτρα ακατέργαστη, πολύτιμη χωρίς να φαντάζει. Τη φοράω κοντά στην καρδιά μου για να θυμάμαι ότι η ουσία δεν χρειάζεται επίδειξη. Μόνο αλήθεια.