Ήταν 5 Μαΐου 2010. Η Αθήνα έβραζε από την οργή της πρώτης μνημονιακής εποχής. Κι όμως, μέσα σε λίγα λεπτά, μια μαζική κοινωνική διαμαρτυρία σημαδεύτηκε από μια πράξη τυφλής βίας που στοίχισε τη ζωή στην Αγγελική Παπαθανασοπούλου, στον Επαμεινώνδα Τσάκαλη, στην Παρασκευή Ζούλια και στο αγέννητο παιδί της Αγγελικής. Η Μαρφίν δεν είναι μόνο ένα τραύμα. Είναι μια ανοιχτή υπόθεση δικαιοσύνης.

Δεκαέξι χρόνια μετά, η λέξη «Μαρφίν» εξακολουθεί να ακούγεται σαν καμπάνα. Όχι μόνο για εκείνους που χάθηκαν μέσα στον καπνό και τις φλόγες. Αλλά και για όσα δεν απαντήθηκαν ποτέ.

Advertisement
Advertisement

Ποιοι ήταν οι άνθρωποι που έσπασαν τις τζαμαρίες και πέταξαν τις μολότοφ στο υποκατάστημα της Marfin Bank στη Σταδίου; Ποιοι τους κάλυψαν; Ποιοι τους καθοδήγησαν, αν υπήρξαν τέτοιοι; Γιατί, τόσα χρόνια μετά, οι φυσικοί αυτουργοί του εμπρησμού δεν έχουν καταδικαστεί; Και γιατί η χώρα μοιάζει να έχει συνηθίσει την ιδέα ότι κάποια εγκλήματα μένουν χωρίς πρόσωπο;

Η ΟΤΟΕ, με αφορμή τη συμπλήρωση 16 χρόνων από την τραγωδία, υπενθυμίζει ότι το αίτημα για αποκάλυψη της αλήθειας και τιμωρία των δραστών παραμένει επίκαιρο. Στην ανακοίνωσή της σημειώνει ότι οι δράστες δεν έχουν αποκαλυφθεί και ότι οι οικογένειες των θυμάτων, όπως και η κοινωνία, εξακολουθούν να ζητούν πλήρη δικαίωση.

Εκείνη την Τετάρτη, 5 Μαΐου 2010, η Αθήνα ζούσε μία από τις πιο φορτισμένες ημέρες της μεταπολίτευσης. Στους δρόμους βρίσκονταν χιλιάδες διαδηλωτές, ενάντια στο πρώτο Μνημόνιο. Μέσα στο υποκατάστημα της Marfin, όμως, εργαζόμενοι παρέμεναν στις θέσεις τους. Και όταν η επίθεση ξεκίνησε, η φωτιά και ο καπνός μετέτρεψαν τον χώρο εργασίας τους σε παγίδα θανάτου.

Η Αγγελική Παπαθανασοπούλου, 32 ετών και έγκυος. Ο Επαμεινώνδας Τσάκαλης, 36 ετών. Η Παρασκευή Ζούλια, 35 ετών. Τρία ονόματα που η χώρα οφείλει να μην τα επικαλείται μόνο επετειακά, αλλά να τα θυμάται ως μόνιμη υπενθύμιση του τι σημαίνει όταν η βία, η αδιαφορία και η θεσμική ανεπάρκεια συναντιούνται στο ίδιο σημείο.

Γιατί η τραγωδία της Μαρφίν είχε δύο σκοτάδια

Το πρώτο ήταν το σκοτάδι των κουκουλοφόρων. Εκείνων που επιτέθηκαν σε έναν χώρο όπου υπήρχαν άνθρωποι. Εκείνων που, σύμφωνα με μαρτυρίες, δεν σταμάτησαν παρά τις φωνές των εργαζομένων. Εκείνων που μετέτρεψαν μια πολιτική και κοινωνική ημέρα διαμαρτυρίας σε σκηνή φρίκης.

Το δεύτερο ήταν το σκοτάδι των παραλείψεων. Των μέτρων ασφαλείας που δεν λειτούργησαν. Της ανεπάρκειας στην πυρασφάλεια. Της έλλειψης αποτελεσματικών οδών διαφυγής. Δημοσιεύματα που επικαλούνταν το πόρισμα της Επιθεώρησης Εργασίας ανέφεραν ότι η μοναδική έξοδος κινδύνου ήταν κλειδωμένη και ότι το τηλεχειριστήριο που θα μπορούσε να την ανοίξει είχε χαθεί, ενώ καταγράφονταν σοβαρές ελλείψεις στο σύστημα πυρασφάλειας.

Advertisement

Αυτή είναι ίσως η πιο τραγική λεπτομέρεια: άνθρωποι που πήγαν στη δουλειά τους δεν μπορούσαν να φύγουν όταν έπρεπε. Και σε κάθε τέτοια τραγωδία, το ερώτημα δεν είναι μόνο ποιος άναψε τη φωτιά. Είναι και ποιος είχε υποχρέωση να διασφαλίσει ότι, αν ερχόταν η φωτιά, οι άνθρωποι θα έβγαιναν ζωντανοί.

Η Δικαιοσύνη ασχολήθηκε με τις παραλείψεις της τράπεζας και των υπευθύνων της. Το 2013 υπήρξαν καταδίκες στελεχών για ανθρωποκτονία από αμέλεια και σωματικές βλάβες, ενώ μεταγενέστερα η υπόθεση είχε περαιτέρω δικαστική διαδρομή. Το 2024, ο Άρειος Πάγος, με την απόφαση ΑΠ 1532/2024, αναγνώρισε ευθύνη της τότε μισθώτριας τράπεζας και μελών του Δ.Σ. για μη λήψη μέτρων ασφαλείας προς αποτροπή της καταστροφής του καταστήματος.

Όμως η άλλη δικαιοσύνη, εκείνη που αφορά τους ανθρώπους που πέταξαν τις μολότοφ, δεν ήρθε. Οι δύο κατηγορούμενοι για τον φονικό εμπρησμό αθωώθηκαν ομόφωνα το 2016 από το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο της Αθήνας, καθώς δεν προέκυψαν επαρκή στοιχεία για την ενοχή τους. Έτσι, οι δράστες της επίθεσης παραμένουν, μέχρι σήμερα, άγνωστοι και ατιμώρητοι.

Advertisement

Υπάρχει και ένα ακόμη σημείο, που συχνά επανέρχεται στις μαρτυρίες και στα δημοσιεύματα: το αν οι δυνάμεις της Πυροσβεστικής παρεμποδίστηκαν όταν προσπάθησαν να πλησιάσουν. Σε κατάθεση που μεταδόθηκε από δημοσιεύματα της εποχής της δίκης, πυροσβέστης ανέφερε ότι ομάδα ατόμων με καλυμμένα πρόσωπα χτυπούσε το όχημα και τους εμπόδιζε να προχωρήσουν, φωνάζοντας να φύγουν. Η μαρτυρία αυτή υπάρχει στον δημόσιο λόγο.

Η Μαρφίν, λοιπόν, δεν χωρά εύκολα σε συνθήματα. Δεν είναι εργαλείο κομματικής αντιπαράθεσης. Δεν είναι μνημείο για να καταθέτει κανείς στεφάνι στη μνήμη και μετά να αποχωρεί από την ευθύνη. Είναι μια υπόθεση που απαιτεί να κρατηθούν μαζί δύο αλήθειες: η δολοφονική βία των εμπρηστών και οι εγκληματικές παραλείψεις που άφησαν εργαζόμενους εκτεθειμένους, χωρίς πραγματική δυνατότητα διαφυγής.

Και πάνω απ’ όλα, η Μαρφίν είναι τρία πρόσωπα. Τρεις άνθρωποι. Μία έγκυος γυναίκα και το παιδί που δεν γεννήθηκε ποτέ. Συνάδελφοι που εγκλωβίστηκαν σε έναν χώρο εργασίας και πέθαναν από ασφυξία, επειδή κάποιοι αποφάσισαν ότι η ανθρώπινη ζωή μπορεί να γίνει παράπλευρη απώλεια μιας «σύγκρουσης».

Advertisement

Δεκαέξι χρόνια μετά, το ερώτημα παραμένει αμείλικτο: μπορεί μια δημοκρατία να συμφιλιωθεί με ένα έγκλημα όταν οι δράστες του δεν έχουν βρεθεί;

Η απάντηση δεν μπορεί να είναι η λήθη. Δεν μπορεί να είναι η συνήθεια. Δεν μπορεί να είναι η τελετουργική επανάληψη μιας επετείου.

Η απάντηση πρέπει να είναι δικαιοσύνη. Για την Αγγελική. Για τον Επαμεινώνδα. Για την Παρασκευή. Για το αγέννητο παιδί. Για κάθε εργαζόμενο που πρέπει να ξέρει ότι ο χώρος εργασίας του δεν θα γίνει παγίδα. Και για μια κοινωνία που δεν έχει δικαίωμα να ξεχνά πως η βία, όταν μένει ατιμώρητη, δεν τελειώνει ποτέ πραγματικά.

Advertisement
Advertisement