Στις 26 Οκτωβρίου 1957, στο Φράιμπουργκ της Γερμανίας, πέθανε σε ηλικία 74 ετών ο Νίκος Καζαντζάκης. Ο δημιουργός του «Βίου και πολιτείας του Αλέξη Ζορμπά» άφησε πίσω του ένα έργο που ξεπέρασε τα ελληνικά σύνορα και εξακολουθεί να συνομιλεί με αναγνώστες σε ολόκληρο τον κόσμο.
Από το Ηράκλειο στις μεγάλες ιδέες
Γεννήθηκε στις 18 Φεβρουαρίου 1883 στο Ηράκλειο, όταν η Κρήτη βρισκόταν ακόμη υπό οθωμανική κυριαρχία. Σπούδασε Νομικά στην Αθήνα και συνέχισε στο Παρίσι, όπου γνώρισε τη φιλοσοφία του Ανρί Μπερξόν και επηρεάστηκε από τη σκέψη του Φρίντριχ Νίτσε. Η Κρήτη, η ιστορία της και ο αγώνας για ελευθερία έμειναν σταθερά σημεία αναφοράς στη ζωή και στη γραφή του.
Ταξίδεψε σε πολλές χώρες, εργάστηκε και ως δημοσιογραφικός ανταποκριτής, ασχολήθηκε με τη δημόσια ζωή και υπηρέτησε για σύντομο διάστημα ως υπουργός άνευ χαρτοφυλακίου το 1945. Εργάστηκε επίσης στην UNESCO, ενώ τα τελευταία χρόνια της ζωής του εγκαταστάθηκε στην Αντίμπ της Γαλλίας.
Ο Ζορμπάς και τα βιβλία που έμειναν
Ο «Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά», που κυκλοφόρησε το 1946, είναι ίσως το πιο αναγνωρίσιμο έργο του. Στο πρόσωπο του Ζορμπά, ο Καζαντζάκης αποτύπωσε την ορμή της ζωής, την ελευθερία και την αντίθεση ανάμεσα στη θεωρία και στην πράξη. Η κινηματογραφική μεταφορά του Μιχάλη Κακογιάννη το 1964, με τον Άντονι Κουίν και τη μουσική του Μίκη Θεοδωράκη, έκανε την ιστορία παγκοσμίως γνωστή.
Στα κορυφαία έργα του συγκαταλέγονται επίσης «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται», «Ο καπετάν Μιχάλης», «Ο τελευταίος πειρασμός», «Ο φτωχούλης του Θεού» και η μεταθανάτια εκδοθείσα «Αναφορά στον Γκρέκο». Ξεχωριστή θέση έχει η εκτενής ποιητική «Οδύσεια», μια τολμηρή συνέχεια της ομηρικής περιπέτειας σε 33.333 στίχους.
Η σύγκρουση με τη θρησκευτική εξουσία
Η τολμηρή προσέγγιση της πίστης, της αμφιβολίας και της ανθρώπινης φύσης του Χριστού προκάλεσε έντονες αντιδράσεις σε εκκλησιαστικούς κύκλους. Ιδιαίτερα ο «Τελευταίος πειρασμός» έγινε αντικείμενο αντιπαραθέσεων. Συχνά αναπαράγεται ο ισχυρισμός ότι ο Καζαντζάκης αφορίστηκε, όμως δεν τεκμηριώνεται ότι ολοκληρώθηκε επίσημος αφορισμός του από την Εκκλησία της Ελλάδος.
Η διεθνής αναγνώριση και το Νόμπελ
Τα βιβλία του μεταφράστηκαν σε δεκάδες γλώσσες και το όνομά του βρέθηκε επανειλημμένα στις συζητήσεις για το Νόμπελ Λογοτεχνίας, χωρίς τελικά να το λάβει. Το 1956 τιμήθηκε στη Βιέννη με το Διεθνές Βραβείο Ειρήνης. Η απήχησή του υπήρξε ιδιαίτερα μεγάλη στο εξωτερικό, ενώ η σχέση του με τους ελληνικούς θεσμούς γνώρισε και περιόδους έντασης.
Το τελευταίο ταξίδι και η επιστροφή στην Κρήτη
Το 1957 ταξίδεψε στην Κίνα και στην Ιαπωνία με τη σύζυγό του Ελένη. Στην επιστροφή αντιμετώπισε σοβαρή επιπλοκή έπειτα από εμβολιασμό και νοσηλεύτηκε. Παρότι ξεπέρασε την αρχική λοίμωξη, προσβλήθηκε από ασιατική γρίπη και πέθανε στο Φράιμπουργκ στις 26 Οκτωβρίου.
Η σορός του μεταφέρθηκε στο Ηράκλειο, όπου πλήθος κόσμου τον αποχαιρέτησε. Ενταφιάστηκε στις 5 Νοεμβρίου 1957 στον προμαχώνα Μαρτινέγκο, πάνω στα ενετικά τείχη. Στον τάφο του χαράχτηκαν οι λέξεις που συμπυκνώνουν τη φιλοσοφία του: «Δεν ελπίζω τίποτα. Δεν φοβούμαι τίποτα. Είμαι λεύτερος».
Μια κληρονομιά χωρίς σύνορα
Ο Καζαντζάκης δεν έγραψε μόνο για την Κρήτη ή για την Ελλάδα. Έγραψε για τον άνθρωπο που αναμετριέται με τον φόβο, την πίστη, την επιθυμία και την ευθύνη της ελευθερίας του. Στο Ιστορικό Μουσείο Κρήτης φυλάσσονται το γραφείο, η βιβλιοθήκη, χειρόγραφα και προσωπικά του αντικείμενα. Σχεδόν επτά δεκαετίες μετά τον θάνατό του, η φωνή του παραμένει ζωντανή.
Πηγές τεκμηρίωσης: Μουσείο Νίκου Καζαντζάκη (kazantzaki.gr), Ιστορικό Μουσείο Κρήτης, Αρχείο ΕΡΤ, Δήμος Ηρακλείου.