Το νέο αιματηρό περιστατικό στη Θεσσαλονίκη, σε μια πόλη που έχει ήδη πληρώσει βαρύ τίμημα από την οπαδική μανία, αποδεικνύει ότι η βία στα γήπεδα και γύρω από αυτά, δεν έχει εξαλειφθεί. Παρά τα μέτρα που έφεραν πρόσκαιρη αποκλιμάκωση, ο πυρήνας του προβλήματος παραμένει ενεργός: δίκτυα οπαδικής ισχύος, ανοχή, στρατολόγηση νέων παιδιών και μια διαρκής μετάθεση ευθυνών.
Η οπαδική βία δεν είναι «πάθος». Δεν είναι «αγάπη για την ομάδα». Δεν είναι καν υπερβολή της αθλητικής ταύτισης. Είναι μια βαρβαρότητα με όρους αγέλης, μια κουλτούρα εκφοβισμού και μια μανία που συχνά ντύνεται με τα χρώματα της φανέλας για να αποκτήσει άλλοθι.
Κάθε φορά που συμβαίνει ένα νέο επεισόδιο, όπως η εγκληματική επίθεση σε αγώνα βόλεϊ, μάλιστα και αναφέρομαι στην υπόθεση Λιγγερίδη, η δημόσια συζήτηση κινείται πάνω στην ίδια, βολική τροχιά. Καταδικάζουμε το γεγονός, μιλάμε για «λίγους ασυνείδητους», αναζητούμε τους δράστες και ύστερα επιστρέφουμε στην κανονικότητα. Όμως το ερώτημα παραμένει αμείλικτο: ποιος παράγει αυτό το περιβάλλον; Ποιος το ανέχεται; Και ποιος τελικά ωφελείται από τη διατήρηση ενός «στρατού» στις κερκίδες;
Για χρόνια, στην Ελλάδα αποφεύγουμε να αγγίξουμε τον σκληρό πυρήνα του ζητήματος. Δηλαδή τη θεσμική, οργανωτική και ενίοτε υπόγεια σχέση ανάμεσα σε οργανωμένους οπαδικούς σχηματισμούς, σωματεία και εταιρικές αθλητικές δομές. Κι όμως, όσο αυτή η σχέση παραμένει θολή, τόσο η ευθύνη θα διαχέεται και στο τέλος δεν θα ανήκει σε κανέναν. Πριν από χρόνια ο τότε υπουργός αθλητισμού Γιώργος Ορφανός είχε ζητήσει τα πάσης φύσεως σωματεία φιλάθλων ή λέσχες οπαδών, να ενταχθούν οργανωτικά κάτω από την ομπρέλα είτε των ΠΑΕ είτε των ΚΑΕ. Ακριβώς για να έχουν τα διοικητικά συμβούλια και οι ιδιοκτήτες τους την ευθύνη της πάσης φύσεως παραβατικότητας αυτών των «ευγενών οπαδών». Οι ομάδες ξεσηκώθηκαν, δεν το δέχτηκαν, το απέρριψαν.
Πλην όμως, η αυστηροποίηση του νομικού πλαισίου για τα οπαδικά επεισόδια είναι αναγκαία. Όχι επικοινωνιακά, αλλά ουσιαστικά. Αν κάποιος συμμετέχει σε οργανωμένο οπαδικό σχήμα, αυτό δεν μπορεί να είναι μια αφηρημένη, άτυπη ή βολικά αόρατη ιδιότητα. Πρέπει να υπάρχει σαφής καταγραφή με πραγματικά στοιχεία ταυτοποίησης, με ονοματεπώνυμο, αριθμό ταυτότητας, φορολογικά στοιχεία και κάθε αναγκαίο δεδομένο που θα επιτρέπει στις αρχές να εντοπίζουν τη σχέση του με συγκεκριμένη οργάνωση. Χωρίς τέτοια λογοδοσία, ο «ανώνυμος στρατός» θα αναπαράγεται αέναα.
Και εδώ πρέπει να ειπωθεί κάτι ακόμη πιο δύσκολο: όταν μέλη οργανωμένων σχημάτων εμπλέκονται σε εγκληματικές πράξεις, οι νομικές ευθύνες δεν μπορεί να εξαντλούνται μόνο στα φυσικά πρόσωπα. Αν αποδεικνύεται σύνδεση με οργανωμένο οπαδικό σωματείο, τότε πρέπει να εξετάζεται σοβαρά και η ευθύνη του ίδιου του σχήματος, αλλά και των αθλητικών φορέων που το περιβάλλουν, το ανέχονται ή το χρησιμοποιούν ως προέκταση επιρροής. Μόνο όταν η ευθύνη αποκτήσει θεσμικό και οικονομικό κόστος, θα αρχίσουν να σπάνε οι δεσμοί της ανομίας.
Η αλήθεια είναι ότι τα μέτρα που εφαρμόστηκαν μετά την έξαρση της βίας στα γήπεδα έφεραν ορατό αποτέλεσμα για ένα διάστημα. Το ίδιο το πρόσφατο πολιτικό επιχείρημα της κυβέρνησης βασίζεται ακριβώς στην ανάγκη πιο αυστηρών ορίων και μεγαλύτερου κρατικού ελέγχου εκεί όπου η κοινωνία εμφανίζει σημάδια εκτροχιασμού. Στο ίδιο πνεύμα εντάσσεται και το νέο πλαίσιο που ανακοινώθηκε για την απαγόρευση πρόσβασης στα social media για παιδιά κάτω των 15 ετών, με έμφαση στην προστασία των ανηλίκων από τον ψηφιακό εθισμό και τις τοξικές επιρροές.
Αλλά ας είμαστε ειλικρινείς: τα social media δεν μαχαιρώνουν, δεν ξυλοκοπούν, δεν οργανώνουν ενέδρες. Μπορούν να εντείνουν την τοξικότητα, να κανονικοποιήσουν τη βία, να λειτουργήσουν ως πολλαπλασιαστές μίσους. Δεν αρκούν όμως για να εξηγήσουν το φαινόμενο. Το πρόβλημα είναι βαθύτερο και κοινωνικότερο.
Γιατί πίσω από πολλά από αυτά τα επεισόδια βρίσκονται νέα παιδιά. Έφηβοι και νεαροί ενήλικες που μεγαλώνουν μέσα σε μια κουλτούρα βίας, bullying, επιβολής και ψευτοανδρισμού. Παιδιά που μαθαίνουν ότι η ισχύς χτίζεται με φόβο, ότι η ομάδα είναι υπεράνω νόμου, ότι ο «άλλος» είναι στόχος. Και κάπως έτσι, αντί να διαμορφώνονται ως πολίτες, αναδεικνύονται σε μικρούς φορείς μιας μίνι μαφιόζικης νοοτροπίας.
Γι’ αυτό και η συζήτηση δεν μπορεί να σταματά στις ΠΑΕ, στις ΚΑΕ ή στις λέσχες. Πρέπει να φτάνει και στο σπίτι. Οι οικογένειες δεν είναι πάντα υπεύθυνες για την παραβατικότητα των παιδιών τους, αλλά δεν μπορεί να αντιμετωπίζονται μονίμως ως ουδέτεροι παρατηρητές. Όταν ένας ανήλικος ή ένας πολύ νέος άνθρωπος διολισθαίνει συστηματικά στη βία, όταν συμμετέχει σε ομάδες που εκφοβίζουν, κυνηγούν, χτυπούν και σκοτώνουν, τότε κάποια στιγμή πρέπει να αναζητηθεί και η οικογενειακή ευθύνη εκεί όπου υπάρχει αποδεδειγμένη ανοχή, αδιαφορία ή συγκάλυψη.
Η κοινωνία μας έχει κουραστεί να μετρά θύματα και μετά να ακούει ότι «δεν φταίει η ομάδα», «δεν φταίει ο σύνδεσμος», «δεν φταίει η οικογένεια», «δεν φταίει το σύστημα». Αν δεν φταίει κανείς, τότε γιατί το φαινόμενο επιστρέφει ξανά και ξανά;
Η απάντηση είναι απλή και σκληρή: επειδή για χρόνια μάθαμε να τιμωρούμε το αποτέλεσμα και να χαϊδεύουμε τον μηχανισμό που το παράγει.
Κάποια στιγμή αυτό πρέπει να τελειώσει. Με αυστηρότερους νόμους. Με πραγματική καταγραφή των οργανωμένων μελών. Με ποινικές και αστικές συνέπειες για τα οπαδικά σχήματα όταν αποδεικνύεται εμπλοκή. Με θεσμική πίεση προς τις ανώνυμες εταιρείες του αθλητισμού. Με ουσιαστική παρέμβαση στα σχολεία. Με ευθύνη των οικογενειών όπου αυτή προκύπτει. Και κυρίως με το θάρρος να ειπωθεί το αυτονόητο: η οπαδική βία δεν είναι «παραφωνία» του αθλητισμού. Είναι οργανωμένη κοινωνική παθολογία.
Και όσο αντιμετωπίζεται σαν πρόσκαιρη ενόχληση, τόσο θα επιστρέφει πιο άγρια, πιο κυνική και πιο αιματηρή.