Η εγκατάσταση οπτικών ινών στις πολυκατοικίες θα έπρεπε να αποτελεί ένα ακόμη σημαντικό βήμα προς τον ψηφιακό εκσυγχρονισμό της χώρας. Στην πράξη, όμως, η μετάβαση στις υψηλές ταχύτητες του Internet έχει αρχίσει να δημιουργεί ένα νέο πεδίο αντιπαραθέσεων ανάμεσα σε παρόχους, διαχειριστές και ιδιοκτήτες διαμερισμάτων.
Το πρόβλημα δεν είναι η ίδια η οπτική ίνα, η οποία προσφέρει σημαντικά μεγαλύτερες ταχύτητες και σταθερότερη σύνδεση. Το πρόβλημα είναι ότι σε αρκετές πολυκατοικίες, ακόμη και όταν υπάρχει ήδη έτοιμη και πιστοποιημένη εσωτερική υποδομή, διαφορετικοί πάροχοι επιχειρούν να κατασκευάσουν δεύτερο ή ακόμη και τρίτο παράλληλο δίκτυο.
Νέα καλώδια, πρόσθετες σωληνώσεις, τρύπες στους τοίχους και επιπλέον κουτιά διανομής τοποθετούνται στις εισόδους, στα κλιμακοστάσια και στους διαδρόμους των ορόφων. Έτσι, οι κοινόχρηστοι χώροι κινδυνεύουν να μετατραπούν σε ένα πραγματικό κουβάρι εγκαταστάσεων.
Γιατί δημιουργούνται παράλληλα δίκτυα
Χιλιάδες κτίρια απέκτησαν ενδοκτιριακή καλωδίωση μέσω του προγράμματος Smart Readiness. Η συγκεκριμένη υποδομή σχεδιάστηκε ώστε να είναι κοινή, ουδέτερη και διαθέσιμη για τη σύνδεση όλων των τηλεπικοινωνιακών παρόχων, χωρίς να απαιτούνται νέες επεμβάσεις στο κτίριο κάθε φορά που ένας ένοικος επιλέγει διαφορετική εταιρεία.
Στην πράξη, όμως, όταν ένας κάτοικος ζητά σύνδεση από πάροχο διαφορετικό από εκείνον που πραγματοποίησε την πρώτη εγκατάσταση, υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες δεν χρησιμοποιείται η υπάρχουσα υποδομή. Αντίθετα, δημιουργείται νέα, παράλληλη όδευση καλωδίων.
Η ΠΟΜΙΔΑ καταγγέλλει ότι αυτή η πρακτική υποβαθμίζει αισθητικά τα κτίρια, προκαλεί αναστάτωση στους ενοίκους και απαξιώνει εγκαταστάσεις οι οποίες χρηματοδοτήθηκαν με δημόσιους και ευρωπαϊκούς πόρους.
Τι πρέπει να γνωρίζουν διαχειριστές και ιδιοκτήτες
Πριν δοθεί άδεια για οποιαδήποτε νέα εργασία, ο διαχειριστής θα πρέπει να ζητά γραπτώς από το τεχνικό συνεργείο να διευκρινίσει:
- εάν υπάρχει ήδη λειτουργική κάθετη καλωδίωση οπτικών ινών,
- γιατί δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί η υπάρχουσα εγκατάσταση,
- ποια ακριβώς έργα θα γίνουν στους κοινόχρηστους χώρους,
- ποιος θα αποκαταστήσει πιθανές ζημιές,
- εάν προβλέπεται οποιαδήποτε χρέωση για την πολυκατοικία ή τον συνδρομητή.
Η πολυκατοικία δεν πρέπει να εγκρίνει αυτόματα κάθε νέα εγκατάσταση χωρίς τεχνική τεκμηρίωση. Εφόσον υπάρχει ήδη πιστοποιημένη και λειτουργική υποδομή, το εύλογο είναι να εξεταστεί πρώτα αν ο νέος πάροχος μπορεί να συνδεθεί σε αυτήν.
Είναι δωρεάν η εγκατάσταση οπτικής ίνας;
Στις περισσότερες περιπτώσεις, όταν ένας καταναλωτής ζητήσει νέα σύνδεση οπτικής ίνας σε περιοχή όπου υπάρχει διαθέσιμο δίκτυο, ο πάροχος αναλαμβάνει χωρίς ξεχωριστή χρέωση τη βασική εγκατάσταση μέχρι το διαμέρισμα. Η παροχή αυτή συνδέεται συνήθως με την ενεργοποίηση νέου προγράμματος σταθερής τηλεφωνίας και Internet και με την υπογραφή σύμβασης.
Δωρεάν μπορεί να παρέχονται η όδευση του καλωδίου, το τερματικό της οπτικής ίνας και η παραχώρηση του απαραίτητου εξοπλισμού, ανάλογα πάντοτε με τους όρους του προγράμματος που επιλέγει ο συνδρομητής.
Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι κάθε εργασία είναι υποχρεωτικά δωρεάν. Πρόσθετη επιβάρυνση μπορεί να προκύψει όταν απαιτούνται ειδικές οικοδομικές εργασίες, πολύ μεγάλες διαδρομές καλωδίωσης, νέες σωληνώσεις μέσα σε ιδιωτικούς χώρους ή αποκαταστάσεις που δεν καλύπτονται από την τυπική εγκατάσταση.
Γι’ αυτό ο ενδιαφερόμενος πρέπει να ζητά πριν από την έναρξη των εργασιών γραπτή ενημέρωση για το τι ακριβώς περιλαμβάνεται δωρεάν και τι ενδέχεται να χρεωθεί.
Πόσο κοστίζει αν το πληρώσει η πολυκατοικία
Δεν υπάρχει μία ενιαία τιμή για την κατασκευή ολοκληρωμένης ενδοκτιριακής υποδομής οπτικών ινών. Το κόστος εξαρτάται από το ύψος του κτιρίου, τον αριθμό των ορόφων και των διαμερισμάτων, την ύπαρξη κατάλληλων σωληνώσεων και τη δυσκολία των τεχνικών εργασιών.
Στο πρόγραμμα Smart Readiness, ο εγκαταστάτης πραγματοποιεί αυτοψία, καθορίζει τις απαιτούμενες εργασίες και υποβάλλει συγκεκριμένη προσφορά προς τον διαχειριστή. Η αξία της επιδότησης διαμορφώνεται επίσης ανάλογα με τα χαρακτηριστικά του κτιρίου και το είδος των παρεμβάσεων. (Ελλάδα 2.0)
Επομένως, οποιαδήποτε γενική εκτίμηση κόστους χωρίς προηγούμενη αυτοψία μπορεί να είναι παραπλανητική. Σε μία μικρή πολυκατοικία με έτοιμες οδεύσεις το κόστος μπορεί να είναι σχετικά περιορισμένο, ενώ σε ένα παλαιό ή μεγάλο κτίριο με τεχνικές δυσκολίες μπορεί να αυξηθεί σημαντικά.
Η λύση είναι μία κοινή υποδομή
Η ουσιαστική λύση είναι να ξεκαθαριστεί θεσμικά ότι κάθε πολυκατοικία πρέπει να διαθέτει μία κοινή κάθετη παθητική υποδομή, την οποία θα μπορούν να χρησιμοποιούν όλοι οι πάροχοι.
Το Υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης και η ΕΕΤΤ καλούνται να θεσπίσουν σαφείς και δεσμευτικούς κανόνες, ώστε να αποτρέπονται οι δεύτερες και τρίτες εγκαταστάσεις όταν υπάρχει ήδη λειτουργικό δίκτυο. Αυτό ακριβώς ζητούν και οι εκπρόσωποι των ιδιοκτητών ακινήτων.
Παράλληλα, θα πρέπει να δημιουργηθεί μια απλή διαδικασία καταγραφής και πιστοποίησης της υπάρχουσας υποδομής κάθε κτιρίου, ώστε ο νέος πάροχος να γνωρίζει πού μπορεί να συνδεθεί και ο διαχειριστής να μην βρίσκεται κάθε φορά αντιμέτωπος με αντικρουόμενες τεχνικές εξηγήσεις.
Ο ανταγωνισμός των τηλεπικοινωνιακών εταιρειών πρέπει να γίνεται στις τιμές, στις ταχύτητες και στην ποιότητα των υπηρεσιών. Όχι στον αριθμό των καλωδίων και των κουτιών που μπορεί να χωρέσει το κλιμακοστάσιο μιας πολυκατοικίας.
Η οπτική ίνα είναι τεχνολογία του μέλλοντος. Δεν πρέπει, όμως, να εγκαθίσταται με πρακτικές που θυμίζουν το άναρχο παρελθόν.