Δώδεκα χρόνια μετά την έναρξη της Επανάστασης, το νεοσύστατο ελληνικό κράτος δεν τίμησε τον άνθρωπο που το βοήθησε να γεννηθεί. Τον συνέλαβε νύχτα, τον απομόνωσε, τον δίκασε για εσχάτη προδοσία και λίγο έλειψε να τον οδηγήσει στη λαιμητόμο.
Η νύχτα της σύλληψης
Τη νύχτα της 7ης Σεπτεμβρίου 1833, με το τότε ισχύον ημερολόγιο, ο μοίραρχος Κλεώπας, επικεφαλής 40 χωροφυλάκων, περικύκλωσε το σπίτι του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη έξω από το Ναύπλιο.
Ο 63χρονος στρατηγός δεν προέβαλε αντίσταση. Συνελήφθη και οδηγήθηκε στις φυλακές του Ναυπλίου. Μαζί του συνελήφθη και ο πιστός συμπολεμιστής του, στρατηγός Δημήτριος Πλαπούτας.
Οι αφηγήσεις συχνά συνοψίζουν την κράτησή τους ως «φυλάκιση στο Παλαμήδι». Ο ίδιος ο Κολοκοτρώνης, όμως, αναφέρει ότι οδηγήθηκε αρχικά στο Ιτς Καλέ της Ακροναυπλίας και κρατήθηκε επί έξι μήνες σε απόλυτη απομόνωση, βλέποντας μόνο τον δεσμοφύλακά του. Αργότερα το Παλαμήδι συνδέθηκε οριστικά με τη φυλάκιση και των δύο καταδικασμένων στρατηγών. Το προσωπικό αρχείο του Κολοκοτρώνη καταγράφει αναλυτικά τη σύλληψη και τη δίκη.
Το κράτος φοβήθηκε τους ανθρώπους που το απελευθέρωσαν
Ο Όθων ήταν ακόμη ανήλικος και την Ελλάδα κυβερνούσε η Βαυαρική Αντιβασιλεία. Οι Βαυαροί επιχείρησαν να δημιουργήσουν ένα αυστηρά συγκεντρωτικό, ευρωπαϊκού τύπου κράτος, παραμερίζοντας πολλούς από τους αγωνιστές του 1821.
Ο Κολοκοτρώνης ήταν αφοσιωμένος στον Ιωάννη Καποδίστρια, συνδεόταν πολιτικά με το λεγόμενο Ρωσικό Κόμμα και διαφωνούσε με πολλές αποφάσεις της Αντιβασιλείας. Η επικοινωνία του με τον Ρώσο υπουργό Εξωτερικών Νέσελροντ χρησιμοποιήθηκε ως επιβαρυντικό στοιχείο, ενώ φήμες και πολιτικές κινήσεις παρουσιάστηκαν ως οργανωμένη συνωμοσία.
Υπάρχει, όμως, ένα συγκλονιστικό παράδοξο: ο Κολοκοτρώνης είχε στηρίξει την άφιξη του Όθωνα, τον είχε υποδεχθεί στο Ναύπλιο και του είχε παραδώσει το κάστρο της Καρύταινας, το οποίο είχε επισκευάσει με δικά του έξοδα. Ο Πλαπούτας είχε συμμετάσχει στην ελληνική αντιπροσωπεία που πήγε στο Μόναχο για να προσφέρει στον Βαυαρό πρίγκιπα το ελληνικό στέμμα.
Λίγους μήνες αργότερα, η ίδια εξουσία τούς κατηγορούσε ότι ήθελαν να ανατρέψουν τον βασιλιά.
Η δίκη που έγινε σύμβολο πολιτικής παρέμβασης
Η δίκη πραγματοποιήθηκε στο παλιό τζαμί του Ναυπλίου, από τις 30 Απριλίου έως τις 25 Μαΐου 1834. Πρόεδρος του πενταμελούς δικαστηρίου ήταν ο Αναστάσιος Πολυζωίδης και μέλη οι Γεώργιος Τερτσέτης, Δημήτριος Σούτσος, Αναστάσιος Βούλγαρης και Φραγκούλης. Κατήγορος ήταν ο Σκωτσέζος νομικός Έντουαρντ Μάσον.
Οι μαρτυρίες δεν κατόρθωσαν να αποδείξουν την ύπαρξη πραγματικού σχεδίου ανατροπής. Ακόμη και άνθρωποι που είχαν μεταφέρει τις αρχικές πληροφορίες μίλησαν τελικά για φήμες. Σύγχρονες ιστορικές μελέτες χαρακτηρίζουν τη διαδικασία ως την πρώτη μεγάλη πολιτική δίκη του νεότερου ελληνικού κράτους και επισημαίνουν την αδυναμία του αποδεικτικού υλικού. Η σχετική μελέτη του καθηγητή Αριστείδη Χατζή παρουσιάζει το πολιτικό παρασκήνιο.
Παρά ταύτα, τρεις δικαστές ψήφισαν υπέρ της ενοχής. Ο Πολυζωίδης και ο Τερτσέτης αρνήθηκαν να υπογράψουν τη θανατική απόφαση, παρά τις αφόρητες πιέσεις που δέχθηκαν. Για τη στάση τους παύθηκαν, διώχθηκαν και οδηγήθηκαν και οι ίδιοι σε δίκη, από την οποία τελικά αθωώθηκαν.
Ο Κολοκοτρώνης και ο Πλαπούτας καταδικάστηκαν σε θάνατο δι’ αποκεφαλισμού. Ο Γέρος του Μοριά άκουσε την απόφαση με την ψυχραιμία του ανθρώπου που είχε αναμετρηθεί αμέτρητες φορές με τον θάνατο:
«Είδα τόσες φορές τον θάνατο και δεν εφοβήθηκα. Ούτε τότε. Καλλίτερα είναι οπού σκοτώνομαι άδικα, παρά δίκαια».
Μπροστά στην κατακραυγή, η ποινή μετατράπηκε σε κάθειρξη 20 ετών. Με την ενηλικίωση του Όθωνα, το 1835, οι δύο στρατηγοί έλαβαν αμνηστία και αποφυλακίστηκαν.
Θεόδωρος Κολοκοτρώνης: Το στρατηγικό μυαλό της Επανάστασης
Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης γεννήθηκε στις 3 Απριλίου 1770 στο Ραμοβούνι της Μεσσηνίας, κάτω από ένα δέντρο, όπως ο ίδιος αφηγήθηκε. Η οικογένειά του καταγόταν από το Λιμποβίσι της Αρκαδίας και είχε μακρά παράδοση πολέμου κατά των Οθωμανών. Ο πατέρας του, Κωνσταντής Κολοκοτρώνης, σκοτώθηκε το 1780, όταν ο Θεόδωρος ήταν μόλις δέκα ετών.
Έζησε ως κλέφτης και αρματολός και, μετά τον μεγάλο διωγμό του 1806, κατέφυγε στη Ζάκυνθο. Εκεί υπηρέτησε στα ελληνικά σώματα του βρετανικού στρατού, έφθασε στον βαθμό του ταγματάρχη και απέκτησε πολύτιμη εμπειρία στην τακτική του οργανωμένου πολέμου. Από αυτή την περίοδο προερχόταν και η χαρακτηριστική περικεφαλαία με την οποία έμεινε στην Ιστορία.
Το 1818 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία και τον Ιανουάριο του 1821 επέστρεψε στη Μάνη. Ήταν ήδη πενήντα ετών, αλλά διέθετε κάτι που έλειπε από τους περισσότερους οπλαρχηγούς: στρατηγικό σχέδιο, πολεμική πείρα και την ικανότητα να επιβάλλει ενότητα σε ανυπότακτα ένοπλα σώματα.
Πρωταγωνίστησε στην απελευθέρωση της Καλαμάτας, οργάνωσε τη νίκη στο Βαλτέτσι και επέμενε στην πολιορκία της Τριπολιτσάς, επειδή είχε αντιληφθεί ότι η κατάληψη του διοικητικού κέντρου των Οθωμανών θα εδραίωνε την Επανάσταση στην Πελοπόννησο.
Η μεγαλύτερη στρατιωτική του στιγμή ήρθε το 1822 στα Δερβενάκια. Με υπομονή, γνώση του εδάφους και συντονισμένες ενέδρες, παγίδευσε και διέλυσε τη στρατιά του Μαχμούτ Δράμαλη. Η νίκη έσωσε ουσιαστικά την Επανάσταση σε μία από τις πιο κρίσιμες ώρες της. Η συμβολή του στην Τριπολιτσά και στα Δερβενάκια τον καθιέρωσε ως την κορυφαία στρατιωτική μορφή του Αγώνα. Η αναλυτική βιογραφία του παρουσιάζεται από το Greek News Agenda.
Κι όμως, αυτή δεν ήταν η πρώτη φορά που Έλληνες τον φυλάκιζαν. Στη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου, αφού είχε χάσει τον γιο του Πάνο, παραδόθηκε στην επαναστατική κυβέρνηση και κλείστηκε για τέσσερις μήνες σε μοναστήρι της Ύδρας. Όταν ο Ιμπραήμ αποβιβάστηκε στην Πελοπόννησο και η Επανάσταση κινδύνευσε να συντριβεί, η ίδια κυβέρνηση αναγκάστηκε να τον αποφυλακίσει, να του δώσει αμνηστία και να τον διορίσει αρχιστράτηγο.
Η πατρίδα θυμόταν τον Κολοκοτρώνη κάθε φορά που κινδύνευε. Και τον φοβόταν κάθε φορά που η εξουσία αισθανόταν ασφαλής.
Μετά την αποφυλάκισή του το 1835 αποκαταστάθηκε, ονομάστηκε στρατηγός, έγινε Σύμβουλος της Επικρατείας και υπασπιστής του Όθωνα. Υπαγόρευσε τα απομνημονεύματά του στον Γεώργιο Τερτσέτη, τον δικαστή που είχε αρνηθεί να τον καταδικάσει. Πέθανε στην Αθήνα τον Φεβρουάριο του 1843, σε ηλικία 73 ετών.
Δημήτριος Πλαπούτας: Ο πιστός στρατηγός που βρέθηκε στη σκιά του Γέρου
Ο Δημήτριος Πλαπούτας γεννήθηκε στις 15 Μαΐου 1786 στην Παλούμπα Γορτυνίας. Ήταν γιος του κλεφταρματολού Νικόλα-Κόλια Πλαπούτα και από νεαρή ηλικία ακολούθησε τον δρόμο των όπλων.
Κατέφυγε και αυτός στα Επτάνησα, όπου υπηρέτησε στα ελληνικά σώματα του βρετανικού στρατού, ενώ το 1818 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία. Με την έκρηξη της Επανάστασης επέστρεψε στην Πελοπόννησο και πολέμησε στο πλευρό του Κολοκοτρώνη.
Έλαβε μέρος στο Βαλτέτσι, στο Λάλα, στην πολιορκία και την άλωση της Τριπολιτσάς, στον Ακροκόρινθο, στην Πάτρα, στα Δερβενάκια και στις επιχειρήσεις κατά του Ιμπραήμ. Το 1823 προήχθη σε στρατηγό και διακρίθηκε όχι μόνο για την ανδρεία αλλά και για τη σύνεση και την οργανωτική του ικανότητα.
Μετά την αμνηστία του συνέχισε να υπηρετεί την Ελλάδα. Εκλέχθηκε βουλευτής Καρύταινας, διετέλεσε γερουσιαστής και έγινε επίτιμος υπασπιστής του Όθωνα, του ίδιου βασιλιά στο όνομα του οποίου είχε καταδικαστεί σε θάνατο. Πέθανε το 1864 στον οικογενειακό πύργο των Πλαπουταίων. Η Περιφέρεια Πελοποννήσου τιμά τη ζωή και τη δράση του.
Ποιοι είναι τελικά το «εμείς»
Τον Κολοκοτρώνη και τον Πλαπούτα δεν τους φυλάκισε ο ελληνικός λαός. Τους φυλάκισε η Βαυαρική Αντιβασιλεία, με τη συνεργασία Ελλήνων αξιωματούχων και πολιτικών αντιπάλων τους. Η διαταγή, όμως, εκδόθηκε στο όνομα του νεοσύστατου ελληνικού κράτους. Γι’ αυτό η φράση «τον βάλαμε φυλακή» παραμένει τόσο βαριά.
Ο Κολοκοτρώνης δεν υπήρξε αλάνθαστος ούτε άμοιρος των παθών και των εμφύλιων συγκρούσεων της εποχής του. Υπήρξε, όμως, ο άνθρωπος που στις κρισιμότερες ώρες είδε μακρύτερα από όλους, κράτησε όρθια την Επανάσταση και συνέδεσε για πάντα το όνομά του με την ελληνική ελευθερία.
Πέντε χρόνια μετά την αποφυλάκισή του, μιλώντας στους νέους στην Πνύκα, δεν ζήτησε εκδίκηση. Τους άφησε μόνο μία αποστολή: «Εμείς σας ελευθερώσαμε· εις εσάς μένει να ισάσετε και να στολίσετε τον τόπο». Η Βουλή των Ελλήνων διασώζει αυτή την παρακαταθήκη. Ίσως αυτό να είναι το πραγματικό μεγαλείο του Γέρου του Μοριά: ελευθέρωσε μια πατρίδα που δύο φορές τον φυλάκισε και εκείνος δεν έπαψε ποτέ να την υπηρετεί.