Σήμερα, Τρίτη 4 Αυγούστου, η πολιτική Ελλάδα αποχαιρετά έναν από τους τελευταίους εκπροσώπους μιας διαφορετικής εποχής. Η εξόδιος ακολουθία για τον Ιωάννη Βαρβιτσιώτη θα τελεστεί στις 12 το μεσημέρι στην Ιερά Μητρόπολη Αθηνών και η ταφή θα ακολουθήσει στο Α΄ Νεκροταφείο. Τον επικήδειο θα εκφωνήσει ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης. Ο ιστορικός πολιτικός έφυγε από τη ζωή την Κυριακή 2 Αυγούστου, ανήμερα των 93ων γενεθλίων του.
Δεν γράφω αυτές τις γραμμές μόνο για έναν πρώην υπουργό, έναν επί δεκαετίες βουλευτή ή έναν αντιπρόεδρο της Νέας Δημοκρατίας. Και κυρίως για στυλοβάτη του καραμανλισμού. Ένας ακλόνητος άνθρωπος δίπλα στον Κωσταντίνο Καραμανλή.
Τον Γιάννη Βαρβιτσιώτη τον έζησα από κοντά. Και ως δημοσιογράφος και ιδιωτικά. Ακόμη και σε κοινές διακοπές, με κοινούς φίλους, μακριά από κάμερες, μικρόφωνα, κομματικές συνεδριάσεις και υπουργικά γραφεία.
Εκεί, στις προσωπικές στιγμές, μπορούσες να καταλάβεις καλύτερα τον άνθρωπο πίσω από τον πολιτικό. Έναν άνθρωπο με χιούμορ, βαθιά μόρφωση, ισχυρές απόψεις και έναν πολύ συγκεκριμένο κώδικα συμπεριφοράς. Μπορούσες να διαφωνήσεις μαζί του. Δεν μπορούσες όμως να του καταλογίσεις ελαφρότητα, προχειρότητα ή πολιτικό τυχοδιωκτισμό.
«Για να ξέρετε και να μη γράφετε αηδίες και σαχλαμάρες»
Ως υπουργός Εθνικής Άμυνας είχε καθιερώσει κάτι που σήμερα μοιάζει σχεδόν εξωπραγματικό.
Καλούσε δημοσιογράφους που κάλυπταν το υπουργείο και τους έκανε αυστηρά προσωπική ενημέρωση για κρίσιμα θέματα της αρμοδιότητάς του. Δεν επρόκειτο για διαρροές, επικοινωνιακά παιχνίδια ή παρασκηνιακές υποδείξεις τού τι έπρεπε να γραφτεί.
Ο όρος του ήταν απαράβατος: τίποτε από όσα θα ακούγαμε δεν προοριζόταν για δημοσίευση.
Ήθελε απλώς οι δημοσιογράφοι να γνωρίζουν την πραγματική κατάσταση. Να έχουν εικόνα για όσα συνέβαιναν στις Ένοπλες Δυνάμεις, στα εξοπλιστικά προγράμματα και στα εθνικά ζητήματα, ώστε να μην παρασύρονται από φήμες ή από ανεύθυνες πληροφορίες.
Το έλεγε μάλιστα με τον δικό του, κοφτό τρόπο:
«Σας ενημερώνω για να ξέρετε και να μη γράφετε αηδίες και σαχλαμάρες».
Ήταν αυστηρός. Πολλές φορές απόλυτος. Ήξερε όμως ότι η σοβαρή δημοσιογραφία χρειάζεται πληροφόρηση και ότι ο δημοσιογράφος, ακόμη και όταν δεν μπορεί να δημοσιεύσει κάτι, οφείλει να γνωρίζει την πραγματικότητα για να μην παραπληροφορεί τον κόσμο.
Ο κανόνας για τα ονόματα των νεκρών
Ένα περιστατικό από τη θητεία του στο υπουργείο Εθνικής Άμυνας έχει μείνει βαθιά χαραγμένο στη μνήμη μου.
Ένα μεταγωγικό C-47 Dakota της Πολεμικής Αεροπορίας, με αριθμό ΚΚ-171, απογειώθηκε από το Τατόι με προορισμό το αεροδρόμιο του Σέδες στη Θεσσαλονίκη. Είχαν προηγηθεί δύο ματαιώσεις απογείωσης λόγω προβλήματος στα φρένα. Στην τρίτη προσπάθεια απογειώθηκε, πήρε δεξιά κλίση, έχασε απότομα ύψος και συνετρίβη περίπου 300 μέτρα έξω από το αεροδρόμιο.
Από τους έξι επιβαίνοντες:
- σκοτώθηκε ο Επισμηναγός Γεώργιος Καλβάκης, ειδικότητας ραδιοναυτίλου,
- τραυματίστηκαν οι άλλοι πέντε αξιωματικοί και υπαξιωματικοί του πληρώματος.
Ήταν η πρώτη περίοδος της ιδιωτικής τηλεόρασης. Τα κανάλια ήταν λίγα, ο ανταγωνισμός όμως ήδη σκληρός. Μέσα στην αγωνία για την ταχύτητα της είδησης μεταδόθηκαν ονόματα θυμάτων πριν ακόμη ενημερωθούν επίσημα οι οικογένειές τους.
Ο Βαρβιτσιώτης αντέδρασε αμέσως.
Επέβαλε τον κανόνα ότι δεν θα ανακοινώνεται κανένα όνομα νεκρού ή τραυματία στρατιωτικού εάν προηγουμένως δεν έχουν ειδοποιηθεί οι συγγενείς του.
Μπορεί σήμερα αυτό να θεωρείται αυτονόητο. Τότε δεν ήταν.
Ήταν μια βαθιά ανθρώπινη παρέμβαση. Ένας πατέρας, μία μητέρα, μία σύζυγος ή ένα παιδί δεν ήταν δυνατόν να πληροφορείται από την τηλεόραση, ανάμεσα σε διαφημίσεις και έκτακτα δελτία, ότι ο άνθρωπός του είχε σκοτωθεί.
Για τον Βαρβιτσιώτη το κράτος όφειλε πρώτα να δείξει σεβασμό στον άνθρωπο και μετά να ενημερώσει τη δημοσιότητα. Αυτή η αρχή έμεινε και αποτέλεσε κανόνα για τη διαχείριση ανάλογων τραγωδιών.
Η μάχη με τον «Μπουλντόζα»
Έζησα από κοντά και τη μάχη για την ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας μετά την εκλογική ήττα του 1993 και την αποχώρηση του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη.
Ο Μιλτιάδης Έβερτ, ο περίφημος «Μπουλντόζας», είχε τεράστια δημοφιλία. Είχε πίσω του την επιτυχημένη παρουσία του στον Δήμο Αθηναίων, έντονο λαϊκό προφίλ και είχε συγκρουστεί σκληρά με το μητσοτακικό στρατόπεδο.
Απέναντί του στάθηκε ο Γιάννης Βαρβιτσιώτης, ο οποίος εξέφραζε επίσης με τον πλέον καθαρό τρόπο την παραδοσιακή καραμανλική πτέρυγα της παράταξης.
Στις 3 Νοεμβρίου 1993 ο Έβερτ εξελέγη πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας με 141 ψήφους, έναντι 37 του Βαρβιτσιώτη. Τον Απρίλιο του 1994 ο Γιάννης Βαρβιτσιώτης ανακηρύχθηκε επισήμως αντιπρόεδρος του κόμματος και παρέμεινε στη θέση αυτή έως το 1997.
Εκεί φάνηκε το πραγματικό του μέγεθος.
Δεν πικράθηκε δημόσια. Δεν υπονόμευσε τον νικητή. Δεν δημιούργησε προσωπικό μηχανισμό για να περιμένει την αποτυχία του. Δεν άρχισε τις υπόγειες διαρροές και τα εσωκομματικά χτυπήματα που τόσο συχνά ακολουθούν μια χαμένη μάχη διαδοχής.
Στάθηκε δίπλα στον Μιλτιάδη Έβερτ ως αντιπρόεδρος, με συνέπεια και αγωνιστικότητα.
Υπηρέτησε την παράταξη της οποίας θεωρούσε τον εαυτό του στρατιώτη. Μια καραμανλική Νέα Δημοκρατία με ευρωπαϊκό προσανατολισμό, θεσμική σοβαρότητα, λαϊκή αναφορά και σαφή εθνική γραμμή.
Αυτό ήταν πολιτικό ήθος. Να διεκδικείς την κορυφή, να χάνεις καθαρά και την επόμενη ημέρα να στηρίζεις εκείνον που νίκησε, χωρίς να περιμένεις στη γωνία για να πάρεις εκδίκηση.
Τι πίστευε για τον Γεώργιο Ράλλη
Στα πολιτικά του απομνημονεύματα ο Γιάννης Βαρβιτσιώτης υπερασπίστηκε τον Γεώργιο Ράλλη και τη στρατηγική του «ήπιου κλίματος» απέναντι στον Ανδρέα Παπανδρέου.
Δεν πίστευε ότι η ιστορική ήττα της Νέας Δημοκρατίας το 1981 προκλήθηκε επειδή ο Ράλλης αρνήθηκε την ακραία πόλωση. Αντίθετα, θεωρούσε την ήττα σχεδόν νομοτελειακή, ανεξάρτητα από το ποιος θα βρισκόταν στην ηγεσία του κόμματος.
Κατά την εκτίμησή του, ο ελληνικός λαός είχε κουραστεί έπειτα από επτά χρόνια αυστηρής διακυβέρνησης του Κωνσταντίνου Καραμανλή, ο οποίος είχε θέσει ως βασικό στόχο την ευρωπαϊκή πορεία της χώρας. Παράλληλα, η κοινωνία είχε γοητευτεί από την ιδέα της «Αλλαγής».
Υπερασπιζόταν ακόμη και την περίφημη φράση του Ράλλη «δεν θέλω ου», όταν εκείνος αποδοκίμασε οπαδούς της Νέας Δημοκρατίας που γιούχαραν τον Ανδρέα Παπανδρέου.
Για τον Βαρβιτσιώτη εκείνη η φράση δεν ήταν πολιτική αδυναμία. Ήταν μάθημα δημοκρατικού ήθους. Πίστευε ότι τα στελέχη της ΝΔ θα έπρεπε να αισθάνονται υπερήφανα για έναν αρχηγό που αρνήθηκε να οικοδομήσει την πορεία του πάνω στον φανατισμό και την αποδοκιμασία του αντιπάλου.
Ο Ανδρέας Παπανδρέου και η δύναμη της γοητείας
Για τον Ανδρέα Παπανδρέου είχε μια πολύ αυστηρή, αλλά όχι απλοϊκή άποψη.
Αναγνώριζε την πλούσια μόρφωσή του, την ευχέρειά του στις ξένες γλώσσες, την πολιτική του ευφυΐα και τη μοναδική ικανότητά του να γοητεύει το εκλογικό σώμα.
Θεωρούσε όμως ότι ο ιδρυτής του ΠΑΣΟΚ χρησιμοποίησε συνθήματα τα οποία μπορούσε ο καθένας να ερμηνεύσει όπως ήθελε: «Αλλαγή», «Η Ελλάδα ανήκει στους Έλληνες», «ΠΑΣΟΚ, κόμμα των μη προνομιούχων».
Κατά τον Βαρβιτσιώτη, ο Παπανδρέου εκμεταλλεύτηκε την κοινωνική κόπωση, την επιθυμία για αλλαγή, αλλά και δραματικά γεγονότα εκείνης της περιόδου, όπως την τραγωδία της Θύρας 7, τους εμπρησμούς μεγάλων καταστημάτων στην Αθήνα και τον σεισμό του 1981.
Δεν αμφισβητούσε το πολιτικό του μέγεθος. Αμφισβητούσε βαθιά τις μεθόδους, τη δημαγωγία και τη διάσταση ανάμεσα στα προεκλογικά συνθήματα και στην πολιτική που τελικά εφαρμόστηκε.
Η ιδιαίτερα σκληρή κριτική για τον Αλέξη Τσίπρα
Ακόμη σκληρότερος ήταν απέναντι στον Αλέξη Τσίπρα.
Συνέκρινε την άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ το 2015 με τη σαρωτική νίκη του ΠΑΣΟΚ το 1981. Έβλεπε δύο ηγέτες που αξιοποίησαν την πολιτική τους γοητεία, παρουσίασαν, όπως έγραφε, «το άσπρο μαύρο» και υποσχέθηκαν στους πάντες τα πάντα.
Η διαφορά, κατά τη δική του άποψη, ήταν ότι ο Ανδρέας Παπανδρέου διέθετε τουλάχιστον μεγάλη μόρφωση, διεθνή εμπειρία και γλωσσομάθεια. Για τον Τσίπρα πίστευε ότι επιχείρησε να μιμηθεί τον Ανδρέα χωρίς να διαθέτει τα ίδια προσόντα.
Παρέβαλλε το «ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο» και το «έξω οι βάσεις του θανάτου» με την υπόσχεση του ΣΥΡΙΖΑ για κατάργηση των μνημονίων «με έναν νόμο και ένα άρθρο» και με τη φράση ότι «εμείς θα παίζουμε τον ζουρνά και αυτοί θα χορεύουν».
Για τον Βαρβιτσιώτη η ιστορία είχε επαναληφθεί: την πρώτη φορά ως τραγωδία και τη δεύτερη ως φάρσα. Και πίστευε ότι η χώρα πλήρωσε ακριβά τον λαϊκισμό, τη διγλωσσία και τις υποσχέσεις χωρίς αντίκρισμα.
Ένας πολιτικός άλλης εποχής
Ο Ιωάννης Βαρβιτσιώτης είχε γεννηθεί στην Αθήνα το 1933. Σπούδασε Νομικά στην Αθήνα και στο Φράιμπουργκ και ανακηρύχθηκε διδάκτωρ της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Εξελέγη για πρώτη φορά βουλευτής το 1961 με την ΕΡΕ και, μετά τη Μεταπολίτευση, υπηρέτησε ως υφυπουργός Εσωτερικών και Εξωτερικών και ως υπουργός Εμπορίου, Παιδείας, Εθνικής Άμυνας και Δικαιοσύνης. Υπήρξε επίσης αντιπρόεδρος του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος και ευρωβουλευτής.
Ήταν ένας γνήσιος πολιτικός αντίπαλος. Όχι προσωπικός εχθρός.
Πίστευε στην παράταξή του, στις αρχές του και στον Κωνσταντίνο Καραμανλή. Μπορούσε να γίνει ιδιαίτερα αυστηρός και να χρησιμοποιήσει λέξεις που δεν άφηναν περιθώρια παρερμηνείας. Δεν έκρυβε όσα πίστευε και δεν προσάρμοζε κάθε φορά τις απόψεις του στο ακροατήριο που είχε απέναντί του.
Σήμερα η οικογένειά του, η Νέα Δημοκρατία και ο πολιτικός κόσμος αποχαιρετούν έναν άνθρωπο που έζησε σχεδόν ολόκληρη τη μεταπολεμική πολιτική ιστορία της Ελλάδας.
Εγώ αποχαιρετώ και έναν άνθρωπο που γνώρισα καλά. Που τον συνάντησα στις αίθουσες της πολιτικής και στα υπουργικά γραφεία, αλλά και μακριά από όλα αυτά, σε παρέες και σε κοινές διακοπές με φίλους.
Και γι’ αυτό μπορώ να πω ότι, πέρα από τις συμφωνίες ή τις διαφωνίες που μπορεί κάποιοι να εκφράζουν, ο Γιάννης Βαρβιτσιώτης υπήρξε ένας πολιτικός με προσωπικότητα, συνέπεια και αίσθηση ευθύνης.
Ένας πολιτικός άλλης εποχής.
Καλό ταξίδι, κύριε υπουργέ. Καλό παράδεισο φίλε Γιάννη