Από τις 31 Αυγούστου ξεκινά η πολυδιαφημισμένη πρωτοβουλία για μειώσεις τιμών στα σούπερ μάρκετ. Αλλά πιό συγκεκριμένα και αφού ο κόσμος κάνει ακριβό καλοκαίρι μπροστά στα ράφια, από τη Δευτέρα 27 Ιουλίου αρχίζει η υποβολή των δεσμευτικών προτάσεων των επιχειρήσεων για τη συμμετοχή τους στην Εθνική Πρωτοβουλία αποκλιμάκωσης των τιμών η οποία προβλέπει μειώσεις 5%-20% σε βασικά προϊόντα στα ράφια των σούπερ μάρκετ από τις 31 Αυγούστου.
Σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα που έχει καταρτίσει η Ανεξάρτητη Αρχή Ελέγχου της Αγοράς και Προστασίας του Καταναλωτή (ΑΑΕΑ&ΠΚ), οι επιχειρήσεις θα καταθέσουν τις προτάσεις τους ανά κωδικό προϊόντος (barcode), οι οποίες θα αξιολογηθούν στις 28 Ιουλίου, ενώ στις 29 Ιουλίου θα γνωστοποιηθούν στις αλυσίδες σούπερ μάρκετ οι κωδικοί που θα ενταχθούν στην πρωτοβουλία. Η διαδικασία θα ολοκληρωθεί στις 3 Αυγούστου με την υποβολή των τελικών προτάσεων.
Όμως πίσω από τους τίτλους περί εκπτώσεων έως και 20%, τα «ψιλά γράμματα» δείχνουν ότι οι καταναλωτές δεν πρέπει να περιμένουν γενικευμένη αποκλιμάκωση των τιμών. Οι μειώσεις θα κυμαίνονται από 5% έως 20%, αλλά ούτε θα είναι οριζόντιες ούτε θα αφορούν όλα τα προϊόντα. Κάθε αλυσίδα και κάθε προμηθευτής θα αποφασίζει μόνος του ποιοι κωδικοί θα συμμετάσχουν και σε ποιο ποσοστό θα μειωθούν. Η συμμετοχή είναι απολύτως εθελοντική.
Αυτό σημαίνει ότι η λεγόμενη «συμφωνία κυρίων» αφήνει σημαντικά περιθώρια ελιγμών στα σούπερ μάρκετ και στη βιομηχανία. Δεν υπάρχει υποχρέωση να μειωθούν όλες οι τιμές, ούτε να συμμετάσχουν όλοι οι κωδικοί. Πρόκειται περισσότερο για μια συνεννόηση καλής θέλησης παρά για μια δεσμευτική παρέμβαση της Πολιτείας.
Επιπλέον, από το πρόγραμμα εξαιρούνται κατηγορίες προϊόντων που επιβαρύνουν καθημερινά το οικογενειακό τραπέζι, όπως τα νωπά φρούτα και τα λαχανικά, ενώ το αρνί και άλλα προϊόντα με έντονες διακυμάνσεις τιμών δεν εντάσσονται στη διαδικασία των μειώσεων.
Η κυβέρνηση προφανώς επιδιώκει να εμφανίσει ένα θετικό αποτέλεσμα απέναντι στην ακρίβεια, αποφεύγοντας όμως μια κατά μέτωπο σύγκρουση με τις μεγάλες αλυσίδες σούπερ μάρκετ, τους εισαγωγείς και τους ισχυρούς προμηθευτές της αγοράς. Είναι μια επιλογή πολιτικής που μπορεί να εξασφαλίζει συναινέσεις, αλλά δεν είναι βέβαιο ότι θα εξασφαλίσει ουσιαστική ανακούφιση για τα νοικοκυριά.
Τέλος, εύλογα ερωτήματα εξακολουθούν να προκαλούν οι χειρισμοί της Ανεξάρτητης Αρχής Ελέγχου της Αγοράς και Προστασίας του Καταναλωτή, αλλά και της Επιτροπής Ανταγωνισμού. Οι δύο θεσμοί καλούνται να αποδείξουν στην πράξη ότι μπορούν να προστατεύσουν τον καταναλωτή, να αποτρέψουν φαινόμενα στρέβλωσης της αγοράς και να διασφαλίσουν ότι οι εξαγγελίες θα μεταφραστούν σε πραγματικές, μόνιμες μειώσεις στο ράφι και όχι σε μια ακόμη επικοινωνιακή άσκηση.