Την ανάγκη για μέτρο στη διαφήμιση και την επικοινωνία εν γένει από πλευράς των στοιχηματικών εταιρειών, τη σημασία των χορηγιών στον αθλητισμό, αλλά και τους κινδύνους από τις παράνομες στοιχηματικές υπογράμμισε, μεταξύ άλλων, ο Θάνος Μαρίνος, managing director της Betsson Greece, στο πλαίσιο του Sport & Tourism Summit την Τρίτη στο Christmas Theater.
Μιλώντας σε πάνελ με θέμα «Αθλητική ακεραιότητα- Καθαρό Παιχνίδι: Χειραγώγηση αγώνων & κοινωνικός ρόλος των στοιχηματικών εταιρειών», ο κ. Μαρίνος στάθηκε ιδιαίτερα στο υπάρχον θεσμικό πλαίσιο, ενώ σημείωσε πως «σαν εταιρεία, είμαστε 60 χρόνια στην αγορά…έχουμε θεσπίσει εσωτερικούς κανόνες για το responsible gaming και το marketing». Υπογραμμίζοντας τη σημασία των χορηγιών στη στήριξη του αθλητισμού, παρουσίασε ως παραδείγματα τις περιπτώσεις του Αλίμου και του Πανιωνίου: «Όταν κάναμε χορηγία, ο Άλιμος ήταν μια νεοσύστατη ομάδα, άρα δεν είχαμε βλέψη για κάτι άμεσα. Όμως η ομάδα προχώρησε…όταν το αθλητικό brand έρχεται κοντά με το στοιχηματικό, υπάρχει άνοδος και για τα δύο- το ίδιο και για τον Πανιώνιο. Είναι οπότε και πώς θα βοηθήσουμε μέσα από τη χορηγία την ομάδα να πάει στο άλλο επίπεδο. Όταν φροντίσεις εσωτερικά, με δομή εταιρική, να μην έχεις dependency ή μετοχική σχέση με τη στοιχηματική, πιστεύω πως είναι προς όφελος όλων να συμπορεύονται με δυνατό χορηγό».
Μιλώντας στο ίδιο πάνελ, ο Γιώργος Μαυρωτάς, γενικός γραμματέας αθλητισμού, ανέφερε πως η σχέση μεταξύ αθλητισμού και στοιχηματισμού είναι μια σχέση όπου πρέπει «να μεγιστοποιήσουμε τα οφέλη και να ελαχιστοποιήσουμε τις απειλές. Έχουμε 80 εκατ. ευρώ που πηγαίνουν στον αθλητισμό και προέρχονται από τη φορολογία των παικτών του στοιχήματος…χρειαζόμαστε μια χρυσή τομή, όχι υπερβολές, να μη γίνεται κατάχρηση…μηδέν άγαν, μέτρον άριστον, είναι αυτά που πρέπει να καθορίζουν τη σχέση μεταξύ αθλητισμού και στοιχηματισμού». Σχετικά με τις χορηγίες, τόνισε πως τα χρήματα δεν πηγαίνουν μόνο σε μισθούς προπονητή και αθλητών, μα και σε ακαδημίες, με την Εύα Χαντάβα, αθλήτρια βόλεϊ Πανιωνίου Betsson, και τη Μαργαρίτα Πλευρίτου, διεθνή αθλήτρια υδατοσφαίρισης, να εκφράζουν ανάλογες απόψεις.«Μια σοβαρή χορηγία μπορεί να συμβάλει στην ανάπτυξη μιας ομάδας και ενός αθλήματος, να συμβάλει στην ανάπτυξη των ακαδημιών, των υποδομών, στις ίδιες τις αθλήτριες- σε μια πολύ καλή ανάπτυξη του αθλήματος γενικά» είπε η κ.Χαντάβα.
Ως προς τον παράνομο στοιχηματισμό, ο κ.Μαυρωτάς τον χαρακτήρισε «βασική γάγγραινα του συστήματος», o κ. Μαρίνος σημείωσε πως οι νόμιμες στοιχηματικές είναι εταιρείες που έχουν πληρώσει αρκετά χρήματα για τις άδειες, «πληρώνουμε πολύ υψηλούς φόρους, οπότε εμείς θέλουμε όσο το δυνατόν η αγορά να είναι ρυθμισμένη και με σωστό κανονιστικό πλαίσιο»- ωστόσο τόνισε πως το μοντέλο για κεντρική διαχείριση από πλευράς Ευρώπης έχει αποτύχει, οπότε ό,τι πρέπει να γίνει, πρέπει να γίνει σε εθνικό πλαίσιο.
«Οι εταιρίες που δραστηριοποιούνται νόμιμα στην Ελλάδα έχουν να αντιμετωπίσουν την ύπαρξη παράνομων εταιρειών. Δεν έχουν καμία αδειοδότηση στον ευρωπαϊκό χώρο, καμία σχέση με εμάς. Υπάρχει ένταση στην πίεση όσον αφορά στις παράνομες εταιρείες, απλώς είναι πολύ σύνθετο το πράγμα, γιατί εμπλέκονται και οι τραπεζικοί, ως προς το ένας Έλληνας καταθέτει, παίζει και παίρνει τα κέρδη του. Είναι βασικό το πώς θα μπορέσουμε να το περιορίσουμε αυτό. Πρέπει να κάνουμε όσο το δυνατόν δυσκολότερο το έργο των εταιρειών- αυτό επαφίεται στην πολιτεία. Εμείς σαν στοιχηματικές εταιρείες πιέζουμε προς αυτή την κατεύθυνση, ώστε να μειωθεί η έκθεση των πελατών σε αυτές τις παράνομες εταιρείες» πρόσθεσε ο managing director της Betsson.
Ο κ. Μαρίνος αναφέρθηκε επίσης στα προγράμματα μάρκετινγκ και διαφήμισης από πλευράς των στοιχηματικών, χαρακτηρίζοντάς τα «πολύ έντονα…νομίζω ότι πρέπει να πάμε σε λογική “παν μέτρον άριστον, να μην κοιτάζουμε μόνο να πάρουμε μεγαλύτερη έκθεση στο κοινό, να είμαστε λίγο πιο προσεκτικοί – το μήνυμα στη φανέλα να θυμόμαστε ότι θα το δουν και παιδιά. Εκεί πέφτει το κομμάτι της εταιρικής κοινωνικής ευθύνης, να μπορέσουμε στο θέμα των χορηγιών να ξεχάσουμε λίγο ότι είμαστε στοιχηματική και να σκεφτούμε ότι είμαστε χορηγός. Νομίζω ότι εκεί έχει χαθεί λίγο το μέτρο και υπάρχει υπερέκθεση των στοιχηματικών σε διαφήμιση και μάρκετινγκ».
Η άνοδος της αγοράς και οι κίνδυνοι του παράνομου στοιχηματισμού
Μιλώντας στην κάμερα της HuffPost Greece, ο κ.Μαρίνος είπε πως από τότε που δόθηκαν οι άδειες μέχρι σήμερα η αγορά ανεβαίνει με 15%-20% κάθε χρόνο- «Έχουμε φτάσει στο σημείο αυτή τη στιγμή η αδειοδοτημένη αγορά να είναι πάνω από 1 δισ. και η αντίστοιχη αγορά του παρανόμου να είναι γύρω στα 700 εκατ. Άρα αυτό σημαίνει ότι υπάρχει άλλη μία παράλληλη, παράνομη αγορά δίπλα από την αδειοδοτημένη αγορά του στοιχηματισμού στην Ελλάδα…είμαστε σε μια φάση της αγοράς όπου οι αδειοδοτημένοι τρέχουνε με πάρα πολύ δυνατό κανονιστικό πλαίσιο…και οι παράνομοι λειτουργούν χωρίς κανέναν περιορισμό».
Ως προς το κανονιστικό πλαίσιο, σχολίασε πως το πλαίσιο ευρωπαϊκής αντιμετώπισης των στοιχηματικών «έχει χαθεί σαν δυνατότητα πλέον, γιατί κάθε κράτος ρυθμίζει πλέον τη στοιχηματική αγορά του με βάση τα φορολογικά έσοδα που απορρέουν από αυτή τη δραστηριότητα…άρα είναι πάρα πολύ δύσκολο να αλλάξει το πλαίσιο που υπάρχει. Βεβαίως γίνονται προσπάθειες να διορθωθούν κάποιες ατέλειες που είχαν εισαχθεί από την αρχή του νόμου…μετά από τόσα χρόνια υπάρχουν κάποια πράγματα που πρέπει να αλλάξουν, με βάση το ότι και η αγορά έχει αλλάξει». Παρουσιάζοντας παραδείγματα, αναφέρθηκε στον φόρο των παικτών: «Όταν φορολογείς τον παίκτη με ένα ποσό που οι παράνομες εταιρείες δεν εφαρμόζουν, τότε είσαι σε έναν μη υγιή ανταγωνισμό με κάποιον ο οποίος είναι παράνομος, δεν πληρώνει φόρους, αλλά ο παίκτης θα πάρει το ρίσκο να παίξει σε μία μη αδειοδοτημένη εταιρεία γιατί ξέρει ότι τα κέρδη του δεν θα φορολογηθούν. Προτείνω να μειωθεί η φορολόγηση σε ένα επίπεδο που να μην εμποδίζει τη στοιχηματική δραστηριότητα του παίκτη και να μη μπαίνει καν στη λογική της σύγκρισης με κάποιον μη αδειοδοτημένο πάροχο».
Ως προς τους κινδύνους από τις παράνομες στοιχηματικές, χαρακτήρισε ως βασικό μεταξύ αυτών το ότι «δεν υπάρχει κανένα όριο. Στον στοιχηματισμό στις αδειοδοτημένες δεν μπορείς να καταθέσεις ή να χάσεις υπερβολικά ποσά χωρίς γίνουν οι απαραίτητοι έλεγχοι στο ποιος είσαι, από πού βρήκες τα χρήματα, αν μπορείς να δαπανήσεις αυτά τα χρήματα με βάση το φορολογικό σου καθεστώς. Επίσης άλλο ένα κομμάτι όπου δεν υπάρχει έλεγχος είναι το κομμάτι του μάρκετινγκ, άρα μπορούν να στοχεύσουν οποιαδήποτε ηλικία, είτε μέσω των digital media είτε μέσα από διάφορες χορηγίες στο YouTube ή οτιδήποτε άλλο, άρα υπάρχει αυτή η άναρχη προσέγγιση πελατών, ενώ στο αδειοδοτημένο υπάρχουν οι δικλείδες ασφαλείας και της ταυτοπροσωπίας και των πληρωμών, που διασφαλίζουν ένα υπεύθυνο και ασφαλές περιβάλλον για τον χρήστη».
Χορηγίες: Επένδυση στον αθλητισμό, αλλά με μέτρο
Όσον αφορά στη σημασία των χορηγιών, η Εύα Χαντάβα δήλωσε στη HuffPost Greece πως τέτοιες συνεργασίες μπορούν να βοηθήσουν μια ομάδα να επενδύσει «στις ίδιες της αθλήτριες, τις ακαδημίες, τις υποδομές, αλλά και στην καθημερινή λειτουργία τους. Αυτό μεταφράζεται και σε καλύτερες συνθήκες προπόνησης, μεγαλύτερη σταθερότητα και υψηλότερο επίπεδο ανταγωνισμού».
Ο κ. Μαρίνος σχολίασε πως στην Ελλάδα υπάρχει υπέρμετρη αύξηση στις χορηγίες, κάτι που ναι μεν βοηθάει τις ομάδες,αλλά «χρήζει και υπερβολής…όταν υπάρχει η υπερβολή, είναι η συνταγή για στρεβλώσεις στην αγορά. Πιστεύω ότι πρέπει να υπάρχουν οι χορηγίες, αλλά πάντα πρέπει να υπάρχει το μέτρο. Να μην υπάρχει ούτε η υπερθέαση της στοιχηματικής εταιρείας, αλλά ούτε και ένα προβληματικό περιβάλλον για τους αθλητικούς οργανισμούς οι οποίοι δεν θα βρίσκουν χορηγίες για να μπορέσουν να στηρίξουν το έργο τους».
Εκφοβισμός, κακοποίηση και bullying στον αθλητισμό
Στο θέμα του εκφοβισμού, της κακοποίησης/ βίας και του bullying στον χώρο του αθλητισμού αναφέρθηκαν επίσης η Αλεξάνδρα Ασημάκη, διεθνής αθλήτρια υδατοσφαίρισης και Ολυμπιονίκης, και η Στέλλα Αργυρίου, ψυχολόγος.
Όπως τόνισε η κ. Ασημάκη, ο υγιής αθλητισμός «είναι κάτι το οποίο προάγει αξίες», οπότε οποιαδήποτε πράξη έρχεται αντιμέτωπη με αυτές «δεν έχει θέση στον αθλητισμό», τον οποίο χαρακτήρισε «καθρέφτη της κοινωνίας», ο οποίος προβάλλει πρότυπα και αξίες- «οπότε τέτοια φαινόμενα δεν έχουν θέση ούτε στον αθλητισμό, ούτε στην κοινωνία μας».
Η κ. Αργυρίου, από πλευράς της, υπογράμμισε πως «bullying δεν σημαίνει μόνο χτυπάω, μόνο σπρώχνω…στον αθλητισμό σημαίνει και λέξεις, κουβέντες, υπονοήσεις που πληγώνουν τα παιδιά…το μήνυμα που περνά ενεργοποιεί στον εγκέφαλό τους την ίδια δραστηριότητα, δηλαδή αισθάνομαι άγχος, αισθάνομαι φόβο και δεν θέλω να συνεχίσω να πηγαίνω εκεί που πηγαίνω». Ακόμη, επεσήμανε την ανάγκη να μην υπάρχει σύγχυση μεταξύ των ρόλων του γονιού και του προπονητή: «Σε αθλήματα ανοιχτά έχω συναντήσει πολλές φορές γονείς να κάθονται στις εξέδρες και να κάνουν τον προπονητή. Αυτό που συμβουλεύω είναι όταν τα παιδιά μας έχουν επιλέξει ένα άθλημα και όταν οι γονείς συμμετέχουν ενεργά σε αυτό, αρχικά να μην τα πιέζουμε, δεύτερον, όταν γυρνάνε από μια δύσκολη ημέρα, να ρωτάμε τι έχει συμβεί- και τρίτον, να μην μπαίνει ο ένας στον ρόλο του άλλου. Είναι πολύ σημαντικό να καταλαβαίνουμε ότι ο καθένας έχει τον ρόλο του και πολλές φορές όταν ένα μήνυμα δεν περνά από τον γονιό, μπορεί να περάσει από τον προπονητή και το αντίθετο».