Κάθε κοινωνία έχει τη δημόσια γλώσσα της. Εκείνη που ακούγεται στα σχολεία, στα δικαστήρια, στα δελτία ειδήσεων, στα επίσημα έγγραφα. Υπάρχει όμως και μια άλλη γλώσσα. Πιο χαμηλόφωνη, πιο υπαινικτική, πιο σκοτεινή. Η γλώσσα του δρόμου, της φυλακής, της πιάτσας, της παρανομίας. Μια γλώσσα που δεν φτιάχτηκε για να την καταλαβαίνουν όλοι. Φτιάχτηκε ακριβώς για το αντίθετο.
Υπάρχουν λέξεις που δεν γεννήθηκαν για να εξηγούν. Γεννήθηκαν για να κρύβουν.
Αυτό είναι, ίσως, το πιο γοητευτικό και ταυτόχρονα το πιο ανησυχητικό στοιχείο στη γλώσσα του υποκόσμου. Δεν είναι απλώς μια συλλογή από «περίεργες» εκφράσεις, ούτε ένα φολκλορικό υπόλειμμα παλιών εποχών. Είναι ένας μηχανισμός επιβίωσης. Ένας κώδικας αναγνώρισης. Ένα σύνορο ανάμεσα στους «μέσα» και στους «έξω».
Από τα ελληνικά μάγκικα των τεκέδων και των φυλακών, μέχρι το βρετανικό thieves’ cant, το αργεντίνικο lunfardo, το γερμανικό Rotwelsch και τη ρωσική Φένια, οι γλώσσες του υποκόσμου ακολούθησαν παράλληλες διαδρομές. Άλλες ξεκίνησαν στους δρόμους. Άλλες στα λιμάνια. Άλλες σε φυλακές. Άλλες σε κοινότητες περιθωριοποιημένων ανθρώπων που έπρεπε να μιλούν μπροστά στην εξουσία χωρίς να γίνονται κατανοητοί.
Κοινός παρονομαστής ήταν πάντα ο ίδιος: η ανάγκη να υπάρχει μια δεύτερη γλώσσα κάτω από την πρώτη.
Η Ελλάδα της πιάτσας, των ρεμπέτηδων και της φυλακής
Στην Ελλάδα, η γλώσσα του υποκόσμου δεν μπορεί να χωριστεί από τον κόσμο της μαγκιάς, των ρεμπέτηδων, των τεκέδων, των λιμανιών, των προσφυγικών συνοικιών και των φυλακών.
Η ελληνική αργκό του περιθωρίου δεν υπήρξε ποτέ ενιαίο «λεξικό». Ήταν ένα ζωντανό μείγμα από λαϊκή γλώσσα, τουρκικά, ιταλικά, βενετσιάνικα, λέξεις της φυλακής, επαγγελματικά ιδιώματα, ναυτικές εκφράσεις, χειρονομίες και ύφος. Γιατί στη γλώσσα του υποκόσμου δεν μετρά μόνο τι λες. Μετρά και πώς το λες. Με ποιο βλέμμα. Με ποια παύση. Με ποια σιωπή.
Τα ρεμπέτικα τραγούδια κράτησαν ζωντανό μεγάλο μέρος αυτής της γλώσσας. Λέξεις όπως «μάγκας», «τεκές», «μπαγιόκο», «μόκο», «κουμπούρι», «νταής», «βλάμης», «πιάτσα», «τσαμπουκάς» δεν ήταν απλώς λέξεις. Ήταν μικρά κοινωνικά σήματα. Δήλωναν θέση, στάση, χαρακτήρα, απειλή, φιλία, ειρωνεία ή απόσταση.
Ο μάγκας δεν ήταν απλώς ο σκληρός. Ήταν ένας τύπος κοινωνικής συμπεριφοράς. Ο βλάμης δεν ήταν απλώς ο φίλος. Ήταν σχέση εμπιστοσύνης. Το «κάνε μόκο» δεν ήταν μόνο «σώπα». Ήταν εντολή, προειδοποίηση, κανόνας επιβίωσης.
Στις φυλακές, αυτή η λειτουργία έγινε ακόμη πιο έντονη. Η γλώσσα των κρατουμένων δεν χρησιμεύει μόνο για να μη γίνεται αντιληπτό ένα μήνυμα από τους σωφρονιστικούς υπαλλήλους. Χρησιμεύει και για να δηλώσει δύναμη, εμπειρία, ένταξη ή απόσταση από τους υπόλοιπους. Ο νεοεισερχόμενος που δεν ξέρει τη γλώσσα είναι πιο ευάλωτος. Εκείνος που την κατέχει, δείχνει ότι γνωρίζει τους άγραφους κανόνες.
Η φυλακή, όπως κάθε κλειστός κόσμος, φτιάχνει δικά της σημάδια. Και η γλώσσα είναι το πρώτο από αυτά.
Η αργκό ως σύνορο
Η γλώσσα του υποκόσμου λειτουργεί πάντα διπλά.
Προς τα μέσα, ενώνει. Δημιουργεί αίσθηση κοινότητας, μύησης, αλληλεγγύης ή ιεραρχίας. Όποιος καταλαβαίνει, ανήκει. Όποιος δεν καταλαβαίνει, μένει έξω.
Προς τα έξω, κρύβει. Μπερδεύει την αστυνομία, τους δεσμοφύλακες, τους αστούς, τους δημοσιογράφους, τους δικαστές, τους ξένους προς την ομάδα. Μια λέξη μπορεί να ακούγεται αθώα και να σημαίνει κάτι τελείως διαφορετικό. Μια φράση μπορεί να δείχνει καθημερινή και να μεταφέρει μήνυμα που καταλαβαίνουν μόνο οι μυημένοι.
Δεν είναι τυχαίο ότι τέτοιες γλώσσες γεννήθηκαν συχνά σε περιβάλλοντα μετακίνησης: πλανόδιοι, έμποροι, ναυτικοί, πρόσφυγες, επαίτες, μικροπαραβάτες, άνθρωποι χωρίς σταθερή θέση στην επίσημη κοινωνία. Όπου υπάρχει ανασφάλεια, υπάρχει και ανάγκη για κώδικα. Όπου υπάρχει καταστολή, υπάρχει και ανάγκη για παραλλαγή. Όπου υπάρχει φόβος, η γλώσσα μαθαίνει να φορά μάσκα.
Από το Λονδίνο στο Μπουένος Άιρες
Στη Βρετανία, το thieves’ cant υπήρξε για αιώνες ο θρυλικός κώδικας των κλεφτών, των επαιτών και των περιθωριακών. Δεν ήταν πάντα τόσο «μυστικό» όσο ήθελε ο μύθος του, αφού από νωρίς κυκλοφόρησαν γλωσσάρια που το παρουσίαζαν στο ευρύ κοινό. Όμως η ιδέα του παρέμεινε ισχυρή: μια γλώσσα των δρόμων, των χαμαιτυπείων, των φυλακών και των αγορών, κρυμμένη κάτω από τα αγγλικά.
Αργότερα, στη Βρετανία, το Polari έγινε άλλο είδος κρυφής γλώσσας. Δεν ήταν αποκλειστικά γλώσσα του εγκλήματος. Ήταν γλώσσα ηθοποιών, ναυτικών, ανθρώπων του θεάματος, αλλά και της γκέι κοινότητας σε εποχές διώξεων και κοινωνικού αποκλεισμού. Η ύπαρξή του δείχνει κάτι κρίσιμο: οι μυστικές γλώσσες δεν ανήκουν μόνο στους εγκληματίες. Ανήκουν συχνά στους ανθρώπους που έπρεπε να προστατεύσουν την ταυτότητά τους από μια εχθρική κοινωνία.
Στην Αργεντινή και την Ουρουγουάη, το lunfardo γεννήθηκε στα τέλη του 19ου αιώνα μέσα στο πολύγλωσσο χωνευτήρι του Μπουένος Άιρες και του Ρίο ντε λα Πλάτα. Ιταλοί μετανάστες, Ισπανοί, Γάλλοι, ντόπιοι εργάτες, λιμενεργάτες, μικροπαραβάτες και άνθρωποι των φτωχών συνοικιών έφτιαξαν ένα λεξιλόγιο που πέρασε από την πιάτσα στο τάνγκο. Και από εκεί στην εθνική κουλτούρα.
Αυτό είναι ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο: η γλώσσα που ξεκινά ως στίγμα, κάποια στιγμή γίνεται γοητεία. Αυτό που κάποτε θεωρείται βρόμικο, αργότερα τραγουδιέται. Αυτό που κάποτε ανήκε στον υπόκοσμο, περνά στη λογοτεχνία, στη μουσική, στο θέατρο, στην καθημερινή ομιλία.
Η παρανομία δεν μένει πάντα στο περιθώριο. Μερικές φορές αφήνει τις λέξεις της στο κέντρο.
Το γερμανικό Rotwelsch και οι γλώσσες των κυνηγημένων
Στην Κεντρική Ευρώπη, το Rotwelsch υπήρξε μια από τις πιο χαρακτηριστικές γλώσσες του δρόμου. Το μιλούσαν περιπλανώμενοι, ζητιάνοι, έμποροι, τεχνίτες, άνθρωποι χωρίς μόνιμη κατοικία, αλλά και παραβατικές ομάδες. Ήταν ένα μείγμα γερμανικών, γίντις, εβραϊκών, ρομανί, τσέχικων και άλλων στοιχείων.
Η περίπτωση του Rotwelsch δείχνει πόσο εύκολα η εξουσία βαφτίζει «εγκληματική» τη γλώσσα των ανθρώπων που δεν μπορεί να ελέγξει. Οι ναζί προσπάθησαν να εξαφανίσουν τέτοιες κοινωνικές και γλωσσικές ομάδες, επειδή χαλούσαν τον μύθο της καθαρής, ενιαίας, πειθαρχημένης εθνικής κοινότητας. Όμως οι γλώσσες του δρόμου έχουν μια παράξενη αντοχή. Επιβιώνουν επειδή δεν ανήκουν στα βιβλία. Ανήκουν στη μνήμη.
Η ρωσική Φένια: Από τους πλανόδιους εμπόρους στα Γκουλάγκ
Η πιο εντυπωσιακή σημερινή περίπτωση είναι η ρωσική Φένια.
Η Φένια δεν είναι απλώς ρωσική αργκό. Είναι μια γλώσσα του εγκληματικού κόσμου και της φυλακής, με ρίζες που συνδέονται με πλανόδιους εμπόρους, μικροπαραβάτες και αργότερα με τον τεράστιο κόσμο των σοβιετικών στρατοπέδων κράτησης. Στα Γκουλάγκ του Στάλιν, εκεί όπου συναντήθηκαν πολιτικοί κρατούμενοι, κοινοί ποινικοί, αγρότες, εργάτες, διανοούμενοι και άνθρωποι που συνετρίβησαν από τη μηχανή του καθεστώτος, η γλώσσα έγινε εργαλείο επιβίωσης.
Η Φένια ήταν τρόπος να μιλάς μπροστά στον φύλακα χωρίς να αποκαλύπτεις το νόημα. Ήταν όμως και τρόπος να δείχνεις ποιος είσαι μέσα στην ιεραρχία της φυλακής. Συνδέθηκε με τον κόσμο των «vory», των «κλεφτών» με τον δικό τους άγραφο κώδικα. Δεν ήταν μόνο λεξιλόγιο. Ήταν σύστημα αξιών, απειλών, σεβασμού και φόβου.
Η ίδια λέξη μπορούσε να έχει άλλη σημασία για τον απλό Ρώσο και άλλη για τον μυημένο. Το φαινομενικά αθώο γινόταν σκοτεινό. Το καθημερινό γινόταν κρυπτογραφημένο. Η γλώσσα αποκτούσε διπλό πάτο.
Μετά τον θάνατο του Στάλιν και τις μαζικές αποφυλακίσεις, η Φένια βγήκε από τα στρατόπεδα και πέρασε στη σοβιετική καθημερινότητα, στα τραγούδια της φυλακής, στη λαϊκή κουλτούρα, στη λογοτεχνία, στην υπόγεια μυθολογία της Ρωσίας. Όπως συνέβη και με άλλες γλώσσες του υποκόσμου, το απαγορευμένο έγινε αναγνωρίσιμο. Και ακριβώς επειδή ήταν απαγορευμένο, έγινε ακόμη πιο ισχυρό.
Από τη φυλακή στο dark web
Το νέο στοιχείο, όμως, είναι η ψηφιακή της μετάλλαξη.
Στα ρωσόφωνα περιβάλλοντα του dark web, σε φόρουμ κυβερνοεγκληματιών, σε ομάδες ransomware και σε κλειστές διαδικτυακές κοινότητες, η λογική της Φένια επανεμφανίζεται με νέα μορφή. Δεν μιλάμε απαραίτητα για την παλιά Φένια αυτούσια. Μιλάμε για ένα υβρίδιο: φυλακίστικη αργκό, ρωσική βωμολοχία, τεχνικοί όροι, παραμορφωμένες λέξεις, αγγλικά, αριθμοί, εσωτερικά αστεία και κωδικοποιημένες φράσεις.
Αυτό που κάποτε μπέρδευε τον δεσμοφύλακα, σήμερα μπορεί να μπερδεύει τον αναλυτή κυβερνοασφάλειας, το μεταφραστικό λογισμικό ή τα εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης.
Η λεγόμενη «cyber-Fenya» δείχνει ότι το κυβερνοέγκλημα δεν είναι μόνο ζήτημα κώδικα υπολογιστών. Είναι και ζήτημα ανθρώπινης γλώσσας. Οι εγκληματικές ομάδες δεν χρειάζονται μόνο malware, servers, wallets και τεχνικές υποδομές. Χρειάζονται και έναν τρόπο να μιλούν μεταξύ τους χωρίς να γίνονται εύκολα κατανοητές.
Εκεί η παλιά παράδοση του υποκόσμου συναντά τη νέα τεχνολογία. Οι κλέφτες του δρόμου και οι κλέφτες των δεδομένων δεν ζουν στον ίδιο κόσμο. Αλλά μοιράζονται μια βαθύτερη ανάγκη: να μετατρέπουν τη γλώσσα σε ασπίδα.
Γιατί η τεχνητή νοημοσύνη δυσκολεύεται
Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να μεταφράζει, να συνοψίζει, να αναλύει τεράστιες ποσότητες κειμένου. Όμως οι γλώσσες του υποκόσμου είναι δύσκολες επειδή δεν βασίζονται μόνο στις λέξεις. Βασίζονται στο πλαίσιο.
Μια λέξη αλλάζει νόημα ανάλογα με το ποιος τη λέει, σε ποιον τη λέει, σε ποιο περιβάλλον, με ποιο ύφος, με ποια ειρωνεία, με ποια κοινή εμπειρία. Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορούν να αποδώσουν το λεξικό νόημα. Δεν μπορούν πάντα να πιάσουν το υπόγειο νόημα.
Η γλώσσα του υποκόσμου είναι, κατά κάποιον τρόπο, αντι-γλώσσα. Δεν θέλει να είναι διαφανής. Θέλει να αντιστέκεται στην κατανόηση. Γι’ αυτό και αλλάζει συνεχώς. Όταν μια λέξη γίνει πολύ γνωστή, χάνει την αξία της ως κώδικας. Τότε αντικαθίσταται από άλλη. Η μυστικότητα χρειάζεται ανανέωση.
Από το περιθώριο στην καθημερινότητα
Το παράδοξο είναι ότι πολλές λέξεις του υποκόσμου τελικά περνούν στην καθημερινή γλώσσα. Χάνουν το αρχικό τους σκοτάδι και γίνονται απλές λαϊκές εκφράσεις. Στην Ελλάδα, λέξεις που κάποτε είχαν έντονη σχέση με την πιάτσα ή τη φυλακή ακούγονται σήμερα χωρίς να προκαλούν ιδιαίτερη εντύπωση. Το ίδιο συνέβη με το lunfardo στην Αργεντινή, με στοιχεία του Polari στα αγγλικά, με ρωσικές λέξεις της Φένια στη σύγχρονη ρωσική καθομιλουμένη.
Η κοινωνία, με τον τρόπο της, απορροφά αυτό που κάποτε φοβόταν. Το απογυμνώνει από τον κίνδυνο και το κάνει ύφος, χιούμορ, μουσική, λογοτεχνία, καθημερινή ατάκα.