Αρνητική είναι η εισαγγελική πρόταση επί της προσφυγής της 46χρονης κατηγορούμενης στην υπόθεση της τραγωδίας της Marfin, η οποία κρίθηκε προσωρινά κρατούμενη στις αρχές Αυγούστου.
Η 46χρονη, σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών της ΕΛ.ΑΣ., φέρεται να βρισκόταν στο σημείο της εμπρηστικής επίθεσης και να συνδέεται με την ομάδα που συμμετείχε στα επεισόδια έξω από την τράπεζα.
Λίγες ημέρες μετά την προφυλάκισή της, η κατηγορούμενη προσέφυγε κατά του εντάλματος προσωρινής κράτησης, ζητώντας την αποφυλάκισή της. Η προσφυγή αναμένεται να εξεταστεί το προσεχές διάστημα από το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών.
Η εισαγγελέας του δικαστικού συμβουλίου εισηγείται την απόρριψη της προσφυγής και την παραμονή της 46χρονης στις φυλακές Κορυδαλλού έως την εκδίκαση της υπόθεσης.
Τι υποστηρίζει ο συνήγορος της 46χρονης
Ο δικηγόρος της κατηγορούμενης, Κώστας Παπαδάκης, δηλώνει ότι θα εξαντλήσει κάθε νόμιμο μέσο για την υπεράσπισή της. Σε δήλωσή του υποστηρίζει ότι κατά την απόφαση για την προσωρινή κράτηση δεν ελήφθησαν υπόψη κρίσιμα στοιχεία, μεταξύ των οποίων, όπως αναφέρει, το απαλλακτικό δεδικασμένο του 2022 και η έλλειψη ταυτοποίησης της εντολέως του με το πρόσωπο που εμφανίζεται στις επίμαχες φωτογραφίες.
Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά:
«Γνωστοποιήθηκε τις προηγούμενες ημέρες η εισαγγελική πρόταση σχετικά με την προσφυγή εναντίον του εντάλματος προσωρινής κράτησης της κατηγορούμενης για την υπόθεση Marfin, που προφυλακίστηκε χωρίς η ανακρίτρια και ο εισαγγελέας που την αποφάσισαν να λάβουν υπόψη τους το απαλλακτικό δεδικασμένο του 2022, την ομολογημένη από τη ΔΕΕ/ΕΛ.ΑΣ. έλλειψη ταυτοποίησής της με το πρόσωπο που εικονίζεται ως ύποπτο και την τεράστια καταστροφή στη ζωή της ίδιας και της πεντάχρονης κόρης της που προξενείται.
Η εισαγγελική πρόταση είναι απορριπτική για την προσφυγή, κάτι που ήταν αναμενόμενο, αφού επιλογές ανωτέρων της είναι εκείνες που έχουν αναλάβει τη νομική ευθύνη για την ανάσυρση της δικογραφίας και την άσκηση της ποινικής δίωξης.
Παρά το γεγονός ότι η συγκεκριμένη εισαγγελέας είναι η πρώτη αρμόδια λειτουργός η οποία επιχειρεί να απαντήσει με αξιώσεις στα επιχειρήματα της προσφεύγουσας, δεν το πράττει με επιτυχία. Η προσπάθειά της να δικαιολογήσει την παραβίαση του δεδικασμένου με την ανάσυρση της δικογραφίας, επικαλούμενη ότι στη νέα έκθεση της ΔΕΕ του 2026 έχουν χρησιμοποιηθεί περισσότερες φωτογραφίες από ό,τι σε εκείνη του 2022, κάτι που δεν ισχύει, αφού οι ίδιες φωτογραφίες είχαν εξεταστεί και τότε, δεν ανατρέπει το αποτέλεσμα της εγκυρότερης, κατά την εισαγγελέα, έρευνας.
Και αυτή καταλήγει και πάλι στο συμπέρασμα “limited support same”, που σημαίνει περιορισμένη στήριξη ομοιότητας και, άρα, όχι ταυτοποίηση. Όλα αυτά απαντήθηκαν αναλυτικά με υπόμνημα που κατατέθηκε στις 2.9.2026 ενώπιον του Συμβουλίου.
Η προσφυγή, λοιπόν, θα κριθεί από το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών τις επόμενες εβδομάδες. Η εντολέας μου, που κρατείται στον Κορυδαλλό χωρίς αποδείξεις και κατά παράβαση του δεδικασμένου, αναμένει την τελική κρίση. Και προτίθεται να εξαντλήσει κάθε νόμιμο μέσο για την υπεράσπισή της.
Ελπίζω αποκλειστικό κριτήριο να είναι τα – ανύπαρκτα για την εντολέα μου – στοιχεία της δικογραφίας και όχι η σύγκλιση με τις επιλογές των προηγούμενων ή η περιρρέουσα ατμόσφαιρα.
Άλλωστε, η τελευταία έχει υποχωρήσει σημαντικά, αφού όλο αυτόν τον καιρό δεν υπήρξε κάποιος από την κυβέρνηση ή την αστυνομία για να διαψεύσει όσα έχουμε καταγγείλει. Αυτό δείχνει ότι η κυβέρνηση αρχίζει να σιωπά καθώς έρχεται αντιμέτωπη με την πραγματικότητα που αναδύεται πλέον από τα στεγανά.
Κι αυτό, αφού επί έναν μήνα είχε τροφοδοτήσει την κοινή γνώμη με το ότι “ταυτοποιήθηκε μια γυναίκα”, είδηση που, όπως υποστηρίζει ο συνήγορος, ήταν ψευδής και μέχρι την άφιξή της μονοπωλούσε τα ΜΜΕ, διαμόρφωσε κλίμα και άσκησε την αντίστοιχη πίεση στους αρμόδιους εισαγγελείς και δικαστές.
Είμαι βέβαιος ότι η επόμενη κυβερνητική τοποθέτηση για το θέμα θα αποθέτει, όπως συνήθως, την αρμοδιότητα – και βέβαια την ευθύνη – στην “ανεξάρτητη δικαιοσύνη”, την οποία όμως προηγουμένως η κυβέρνηση έχει φροντίσει να βομβαρδίσει με όλες τις παραπάνω παρεμβάσεις.
Ούτως ή άλλως, η δικαστική εξουσία καλείται όντως να αναλάβει τις ευθύνες της και να αποδώσει δικαιοσύνη. Ας ελπίζουμε να γίνει όσο το δυνατόν συντομότερα».