Πριν από λίγα χρόνια, πολλοί άνθρωποι πίστευαν ότι το αντηλιακό αρκεί για να τους προστατεύει πλήρως από τον ήλιο. Ωστόσο, η ειδικός στον καρκίνο του δέρματος Ρέιτσελ Νιλ εξηγεί στο newscientist ότι υπάρχουν αρκετές παρανοήσεις σχετικά με τη σωστή χρήση του. Η ίδια έχει συμμετάσχει σε έρευνες για τη σχέση της ηλιακής ακτινοβολίας με τον καρκίνο του δέρματος, καθώς και για την επίδραση του αντηλιακού στα επίπεδα της βιταμίνης D.
Το πρώτο σημαντικό σημείο είναι ότι το αντηλιακό δεν πρέπει να αποτελεί το βασικό μέσο προστασίας από τον ήλιο. Ακόμη και το καλύτερο αντηλιακό δεν μπορεί να μπλοκάρει όλη την υπεριώδη ακτινοβολία. Αν κάποιος παραμένει πολλές ώρες στον ήλιο, η ακτινοβολία που περνά μέσα από το αντηλιακό μπορεί να προκαλέσει βλάβες στο δέρμα. Η επαναλαμβανόμενη εφαρμογή κάθε δύο ώρες δεν «μηδενίζει» τη ζημιά που έχει ήδη γίνει. Για τον λόγο αυτό, η προστασία πρέπει να περιλαμβάνει και άλλα μέτρα, όπως καπέλο, γυαλιά ηλίου, προστατευτικά ρούχα και παραμονή στη σκιά, ιδιαίτερα τις μεσημεριανές ώρες. Το αντηλιακό πρέπει να χρησιμοποιείται κυρίως στα σημεία του σώματος που δεν καλύπτονται εύκολα, όπως τα χέρια και ο λαιμός.
Το δεύτερο σημείο είναι ότι υπάρχουν ισχυρές επιστημονικές αποδείξεις πως το αντηλιακό προστατεύει από τον καρκίνο του δέρματος και την πρόωρη γήρανση. Σε μια μεγάλη έρευνα στην Αυστραλία, περίπου 1.600 άτομα χωρίστηκαν σε δύο ομάδες. Η μία χρησιμοποιούσε καθημερινά αντηλιακό, ενώ η άλλη συνέχισε τις συνηθισμένες της συνήθειες. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι όσοι έβαζαν καθημερινά αντηλιακό είχαν περίπου τις μισές πιθανότητες να εμφανίσουν μελάνωμα αρκετά χρόνια αργότερα. Επίσης, το δέρμα τους παρουσίαζε λιγότερα σημάδια γήρανσης και, σε μεταγενέστερη παρακολούθηση, είχαν και ελαφρώς χαμηλότερη συνολική θνησιμότητα.
Η ειδικός τονίζει ακόμη ότι το καλύτερο αντηλιακό είναι αυτό που ο καθένας χρησιμοποιεί ευχάριστα και συστηματικά. Αν ένα προϊόν δεν αρέσει στην υφή ή στην αίσθηση που αφήνει, είναι πιθανό να μένει στο ντουλάπι και να μην χρησιμοποιείται. Για πολύωρη παραμονή στον ήλιο προτείνεται αντηλιακό με δείκτη προστασίας SPF 50+, ενώ για σύντομες εξόδους μπορεί να είναι αρκετό ένα SPF 15 ή 30. Τα αντηλιακά με χρώμα προσφέρουν την ίδια προστασία μόνο όταν εφαρμόζονται σε αρκετή ποσότητα, κάτι που συνήθως δεν συμβαίνει. Μια καλή λύση είναι να χρησιμοποιείται πρώτα κανονικό αντηλιακό και στη συνέχεια το προϊόν με χρώμα. Επίσης, είτε πρόκειται για χημικά είτε για μεταλλικά αντηλιακά, και οι δύο τύποι προστατεύουν απορροφώντας την υπεριώδη ακτινοβολία.
Ένα ακόμη σημαντικό θέμα είναι η σωστή ποσότητα αντηλιακού. Για να προσφέρει την προστασία που αναγράφεται στη συσκευασία, πρέπει να εφαρμόζεται αρκετό προϊόν, περίπου επτά κουταλάκια του γλυκού για ολόκληρο το σώμα ενός ενήλικα. Επειδή αυτή η ποσότητα είναι δύσκολο να απλωθεί με μία μόνο εφαρμογή, η ειδικός προτείνει να βάζουμε δύο στρώσεις. Απλώνουμε την πρώτη, περιμένουμε λίγα λεπτά να απορροφηθεί και στη συνέχεια εφαρμόζουμε τη δεύτερη, ώστε να επιτευχθεί η σωστή κάλυψη.
Τέλος, η καθημερινή χρήση αντηλιακού μπορεί να μειώσει την παραγωγή βιταμίνης D από το δέρμα. Σε πρόσφατη μελέτη, όσοι χρησιμοποιούσαν καθημερινά αντηλιακό υψηλής προστασίας εμφάνισαν συχνότερα έλλειψη βιταμίνης D σε σύγκριση με όσους το χρησιμοποιούσαν μόνο όταν το έκριναν απαραίτητο. Για τον λόγο αυτό, ιδιαίτερα τον χειμώνα, η λήψη συμπληρώματος βιταμίνης D μπορεί να είναι χρήσιμη. Τα άτομα με σκούρο δέρμα έχουν μεγαλύτερο κίνδυνο έλλειψης βιταμίνης D, αλλά μικρότερο κίνδυνο εμφάνισης μελανώματος. Έτσι, σύμφωνα με πρόσφατες οδηγίες, χρειάζεται να χρησιμοποιούν αντηλιακό κυρίως όταν πρόκειται να παραμείνουν πάνω από δύο ώρες σε έντονη ηλιοφάνεια. Συνολικά, η σωστή προστασία από τον ήλιο απαιτεί ισορροπία ανάμεσα στην πρόληψη των βλαβών του δέρματος και στη διατήρηση επαρκών επιπέδων βιταμίνης D.
Με πληροφορίες από: newscientist , ascopubs.org , academic.oup.com