Η απώλεια ακοής θεωρείται συχνά μια φυσιολογική συνέπεια της γήρανσης. Ωστόσο, όπως επισημαίνει πρόσφατο άρθρο του New Scientist, οι επιστήμονες διαπιστώνουν όλο και περισσότερο ότι οι επιπτώσεις της δεν περιορίζονται στην ικανότητα ακρόασης, αλλά επηρεάζουν τον εγκέφαλο, την ψυχική υγεία και τη συνολική λειτουργία του οργανισμού.
Ένα αυξανόμενο παγκόσμιο πρόβλημα
Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, who.int περισσότεροι από 1,5 δισεκατομμύριο άνθρωποι παγκοσμίως ζουν με κάποια μορφή απώλειας ακοής, ενώ ο αριθμός αυτός αναμένεται να αυξηθεί σημαντικά τις επόμενες δεκαετίες. Οι ειδικοί προειδοποιούν ότι η αυξημένη έκθεση σε θορύβους, η γήρανση του πληθυσμού και ορισμένες παθήσεις συμβάλλουν στην εξάπλωση του προβλήματος.
Η σχέση με την άνοια
Τα τελευταία χρόνια, η απώλεια ακοής έχει αναδειχθεί ως ένας από τους σημαντικότερους τροποποιήσιμους παράγοντες κινδύνου για άνοια. Η έκθεση της Lancet Commission το 2024 συμπεριέλαβε τη βαρηκοΐα στους βασικούς παράγοντες που θα μπορούσαν να προληφθούν ή να αντιμετωπιστούν ώστε να μειωθεί ο κίνδυνος γνωστικής έκπτωσης.
Επιπλέον, η μεγάλη αμερικανική μελέτη National Institutes of Health (NIH) διαπίστωσε ότι ηλικιωμένοι με αυξημένο κίνδυνο άνοιας που χρησιμοποίησαν ακουστικά βαρηκοΐας παρουσίασαν σχεδόν 50% βραδύτερη γνωστική έκπτωση σε διάστημα τριών ετών σε σύγκριση με όσους δεν έλαβαν παρέμβαση.
Τι συμβαίνει στον εγκέφαλο
Οι επιστήμονες εκτιμούν ότι όταν η ακοή μειώνεται, ο εγκέφαλος καταβάλλει μεγαλύτερη προσπάθεια για να επεξεργαστεί τους ήχους και την ομιλία. Αυτό μπορεί να στερεί πόρους από άλλες γνωστικές λειτουργίες, όπως η μνήμη και η προσοχή.
Παράλληλα, απεικονιστικές μελέτες έχουν δείξει ότι η χρόνια απώλεια ακοής συνδέεται με μεταβολές σε περιοχές του εγκεφάλου που σχετίζονται με τη γλωσσική επεξεργασία και τη μνήμη.
Οι επιπτώσεις στην ψυχική υγεία
Σύμφωνα με το National Institute on Aging η δυσκολία στην επικοινωνία συχνά οδηγεί σε κοινωνική απομόνωση. Άτομα με προβλήματα ακοής έχουν μεγαλύτερες πιθανότητες να εμφανίσουν μοναξιά, άγχος και συμπτώματα κατάθλιψης, ιδιαίτερα όταν το πρόβλημα παραμένει αδιάγνωστο ή χωρίς θεραπεία.
Κίνδυνος για πτώσεις και μειωμένη κινητικότητα
Έρευνες δείχνουν ότι η απώλεια ακοής συνδέεται και με αυξημένο κίνδυνο πτώσεων. Στο Johns Hopkins Medicine σημειώνεται ότι οι ειδικοί θεωρούν ότι αυτό μπορεί να οφείλεται τόσο στη στενή σχέση του ακουστικού συστήματος με τους μηχανισμούς ισορροπίας όσο και στη μειωμένη αντίληψη του περιβάλλοντος χώρου.
Οι νέες θεραπείες που έρχονται
Όπως αναφέρει το New Scientist, η έρευνα στρέφεται πλέον σε καινοτόμες θεραπείες που θα μπορούσαν να αλλάξουν ριζικά την αντιμετώπιση της απώλειας ακοής. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται γονιδιακές θεραπείες, τεχνικές αναγέννησης των τριχωτών κυττάρων του έσω ωτός και νέες γενιές κοχλιακών εμφυτευμάτων.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχουν προκαλέσει οι πρώτες κλινικές δοκιμές γονιδιακής θεραπείας σε παιδιά με κληρονομική κώφωση, οι οποίες έδειξαν σημαντική βελτίωση της ακοής μέσα σε λίγους μήνες από τη θεραπεία.
Οι ειδικοί συμφωνούν ότι η απώλεια ακοής δεν πρέπει να θεωρείται απλώς ένα ενοχλητικό σύμπτωμα της ηλικίας. Η έγκαιρη διάγνωση, η χρήση ακουστικών βοηθημάτων όπου χρειάζεται και η τακτική παρακολούθηση μπορούν να βελτιώσουν σημαντικά την ποιότητα ζωής και ενδεχομένως να συμβάλουν στη διατήρηση της γνωστικής υγείας σε μεγαλύτερη ηλικία.
Με πληροφορίες από New Scientist, who.int,Lancet Commission,National Institutes of Health (NIH) ,National Institute on Aging,Johns Hopkins Medicine