Μια επίσκεψη στον οδοντίατρο ενδέχεται να αποκαλύψει περισσότερα από την κατάσταση των δοντιών και των ούλων. Σύμφωνα με νέα επιστημονικά δεδομένα, θα μπορούσε να δώσει ενδείξεις ακόμη και για μελλοντικό κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη τύπου 2.
Νέα επιστημονική ανάλυση, η οποία συγκέντρωσε και αξιολόγησε στοιχεία από 28 μελέτες και περισσότερους από 300.000 ανθρώπους και δημοσιεύθηκε στο The Lancet Public Health, διαπίστωσε ότι τα άτομα με περιοδοντίτιδα είχαν αυξημένη πιθανότητα να διαγνωστούν τα επόμενα χρόνια με διαβήτη τύπου 2.
Τα στοιχεία υποδηλώνουν μάλιστα, ότι η σχέση μπορεί να είναι αμφίδρομη: Ο διαβήτης φαίνεται με τη σειρά του να συνδέεται με μεγαλύτερο μελλοντικό κίνδυνο περιοδοντίτιδας και απώλειας δοντιών.
Τα ευρήματα ενισχύουν την άποψη ότι η υγεία του στόματος και η λειτουργία του μεταβολισμού συνδέονται στενότερα απ’ όσο θεωρούνταν μέχρι σήμερα.
Η περιοδοντίτιδα αποτελεί σοβαρή φλεγμονώδη νόσο των ιστών που στηρίζουν τα δόντια. Η παρατεταμένη φλεγμονή προκαλεί βλάβες στα ούλα και στο οστό που περιβάλλει και στηρίζει τα δόντια. Τα ούλα μπορεί να παρουσιάζουν διόγκωση ή αιμορραγία, ενώ σε προχωρημένα στάδια τα δόντια μπορεί να αποκτήσουν κινητικότητα και χωρίς θεραπεία να χαθούν.
Για να διερευνήσει τη σχέση μεταξύ περιοδοντίτιδας και διαβήτη, διεθνής ερευνητική ομάδα με επικεφαλής τον περιοδοντολόγο João Botelho, από το Egas Moniz School of Health and Science στην Πορτογαλία, πραγματοποίησε συστηματική ανασκόπηση 28 μελετών από 16 χώρες. Με αυτόν τον τρόπο οι ερευνητές μπόρεσαν να εξετάσουν ποια από τις δύο παθήσεις εμφανιζόταν πρώτη και τι συνέβαινε στη συνέχεια.
Σε έξι από τις μελέτες, οι οποίες παρακολούθησαν περίπου 29.000 ανθρώπους επί 5 έως 20 χρόνια, όσοι είχαν περιοδοντίτιδα κατά την έναρξη της παρακολούθησης παρουσίασαν κατά 18% έως 25% υψηλότερη συχνότητα νέας διάγνωσης διαβήτη τύπου 2 σε σύγκριση με όσους δεν έπασχαν από περιοδοντίτιδα. Ένδειξη αυξημένου κινδύνου φάνηκε να αποτελεί και η πλήρης απώλεια των δοντιών. Όσοι είχαν ήδη χάσει όλα τα φυσικά τους δόντια κατά την έναρξη των μελετών παρουσίασαν κατά 30% υψηλότερη συχνότητα νέας διάγνωσης διαβήτη τύπου 2 κατά την περίοδο παρακολούθησης.
Η συσχέτιση καταγράφηκε και προς την αντίθετη κατεύθυνση. Άτομα που είχαν ήδη διαβήτη όταν εντάχθηκαν στις μελέτες εμφάνισαν μεγαλύτερη πιθανότητα να αναπτύξουν αργότερα περιοδοντίτιδα και να χάσουν δόντια, αν και, όπως επισημαίνουν οι ερευνητές, τα διαθέσιμα στοιχεία για αυτή την κατεύθυνση της σχέσης ήτανλιγότερο συνεπή.
«Η μελέτη υπογραμμίζει ότι δεν μπορούμε πλέον να αντιμετωπίζουμε τη στοματική υγεία και τον διαβήτη ως δύο εντελώς ξεχωριστά πεδία νόσου», σημειώνει ο Fernando Valentim Bitencourt, ένας από τους κύριους ερευνητές της μελέτης και ερευνητής στον τομέα της στοματικής επιδημιολογίας.
Υπάρχουν αρκετοί πιθανοί βιολογικοί μηχανισμοί που θα μπορούσαν να εξηγήσουν αυτή την αμφίδρομη σχέση. Η περιοδοντίτιδα προκαλεί χρόνια φλεγμονή στη στοματική κοιλότητα. Μέσω του τραυματισμένου ιστού των ούλων, βακτήρια και φλεγμονώδεις μεσολαβητές μπορούν να περάσουν στην κυκλοφορία του αίματος και ενδεχομένως να συμβάλουν σε συστηματική φλεγμονή. Θεωρητικά, η διαδικασία αυτή θα μπορούσε να επηρεάσει την ανταπόκριση του οργανισμού στην ινσουλίνη, την ορμόνη που συμβάλλει στη μεταφορά της γλυκόζης από το αίμα στα κύτταρα. Η αντίσταση στην ινσουλίνη αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό του διαβήτη τύπου 2.
Από την άλλη πλευρά, τα επίμονα υψηλά επίπεδα γλυκόζης στο αίμα μπορούν να επιβραδύνουν την επούλωση και να εξασθενήσουν την ικανότητα του οργανισμού να αντιμετωπίζει τις λοιμώξεις, γεγονός που ενδέχεται να καθιστά τα άτομα με διαβήτη περισσότερο ευάλωτα στις παθήσεις των ούλων.
Προς αυτή την κατεύθυνση, μελέτη του 2025 σε 182 συμμετέχοντες, η οποία δημοσιεύθηκε στο Dentistry Journal, διαπίστωσε ότι τα άτομα με διαβήτη τύπου 2 παρουσίαζαν μειωμένη ροή σάλιου και μεγαλύτερη συχνότητα σοβαρής τερηδόνας σε σύγκριση με όσους δεν είχαν διαβήτη.
Οι ερευνητές, ωστόσο, υπογραμμίζουν τους περιορισμούς των διαθέσιμων στοιχείων. Η συγκεκριμένη μελέτη του 2025 εξέτασε τους συμμετέχοντες σε μία δεδομένη χρονική στιγμή και, συνεπώς, δεν μπορεί να αποδείξει σχέση αιτίου και αποτελέσματος
Αντίστοιχα, η ανάλυση που δημοσιεύθηκε στο The Lancet Public Health βασίστηκε σε μελέτες που καταγράφουν και παρακολουθούν την υγεία των συμμετεχόντων χωρίς ερευνητική παρέμβαση και, επομένως, δεν μπορεί να αποδείξει ότι η μία πάθηση προκαλεί την άλλη.
Επομένως, τα ευρήματα τεκμηριώνουν συσχέτιση, όχι ότι η περιοδοντίτιδα προκαλεί διαβήτη ή το αντίστροφο.
Οι ερευνητές διαπίστωσαν επίσης ότι ο βαθμός συσχέτισης μεταξύ των δύο παθήσεων διέφερε από μελέτη σε μελέτη.
Παρά ταύτα, η χρονική αλληλουχία με την οποία εμφανίστηκαν οι παθήσεις στις μελέτες ενισχύει την ανάγκη στενότερης σύνδεσης της οδοντιατρικής φροντίδας με τη γενικότερη παρακολούθηση της υγείας.
Ο διαβήτης αφορούσε περίπου 830 εκατομμύρια ανθρώπους παγκοσμίως το 2022, ενώ οι παθήσεις της στοματικής κοιλότητας εκτιμάται ότι επηρεάζουν περίπου 3,7 δισεκατομμύρια ανθρώπους. Παρά ταύτα, η στοματική υγεία δεν έχει ενταχθεί συστηματικά στις στρατηγικές πρόληψης και αντιμετώπισης του διαβήτη.
Τα νέα ευρήματα θέτουν επομένως, το ενδεχόμενο οι οδοντίατροι να μπορούν να συμβάλλουν στον εντοπισμό ασθενών που θα ήταν σκόπιμο να υποβληθούν σε έλεγχο για διαβήτη. Αντίστοιχα, τα άτομα με ήδη διαγνωσμένο διαβήτη θα μπορούσαν να υποβάλλονται συστηματικότερα σε έλεγχο της στοματικής και περιοδοντικής τους υγείας.
Με πληροφορίες από Science Alert, The Lancet