Μπορεί η κλασική μουσική να σε κάνει εξυπνότερο; Σε αυτό το συμπέρασμα είχε καταλήξει έρευνα του περιοδικού Nature που δημοσιεύτηκε το 1993 και διεξήχθη σε φοιτητές πανεπιστημίου.
Το «φαινόμενο Μότσαρτ»
Σύμφωνα με τους ερευνητές, το να ακούς Μότσαρτ έστω και λίγα λεπτά θα μπορούσε να αυξήσει τον δείκτη νοημοσύνης και να ενισχύσει τις νοητικές ικανότητες. Η διάσημη έρευνα που έκανε λόγο για το «φαινόμενο Μότσαρτ» έγινε ιδιαίτερα δημοφιλής εκείνη την περίοδο και δημιούργησε την εσφαλμένη άποψη ότι η μουσική αυξάνει την ανθρώπινη νοημοσύνη.
Η πραγματικότητα είναι διαφορετική, γιατί αποδεικνύεται ότι η μουσική επιτελεί διαφορετικές λειτουργίες και δεν αυξάνει τον δείκτη νοημοσύνης.
Στο πείραμα του περιοδικού Nature, οι φοιτητές εξετάστηκαν σε δοκιμασίες χωρικού συλλογισμού που μετρούν την ικανότητα αντίληψη και ανάλυση διάφορων σχημάτων, όπως λαβύρινθων.
Μία ομάδα άκουσε το πρώτο μέρος από τη «Σονάτα για δύο πιάνα σε Ρε μείζονα» του Μότσαρτ, ενώ άλλη ομάδα δεν άκουσε καθόλου μουσική. Όσοι άκουσαν τη σύνθεση παρουσίασαν καλύτερες επιδόσεις στις συγκεκριμένες δοκιμασίες, γεγονός που οδήγησε στην αντίληψη ότι η κλασική μουσική μπορεί να αυξήσει τη νοημοσύνη.
Ωστόσο, μεταγενέστερες αναλύσεις εντόπισαν σημαντικά προβλήματα στη συγκεκριμένη μελέτη, ενώ άλλες έρευνες δεν κατάφεραν να αποδείξουν ότι η ακρόαση μουσικής αυξάνει τον δείκτη νοημοσύνης.
Σύμφωνα με τον καθηγητή νευροεπιστήμης και διακεκριμένο νευροεπιστήμονα Larry Sherman, η μουσική μπορεί πράγματι να επηρεάζει θετικά την απόδοσή μας, όχι όμως επειδή μας κάνει εξυπνότερους. Η κατάλληλη μουσική μπορεί να αυξήσει την εγρήγορση και την προσοχή, βοηθώντας μας να ανταποκριθούμε καλύτερα σε ορισμένες γνωστικές εργασίες. Η μουσική δεν αυξάνει μαγικά το IQ, αλλά μπορεί να μας βοηθήσει να είμαστε πιο συγκεντρωμένοι και σε εγρήγορση.
O νευροεπιστήμονας και συγγραφέας του βιβλίου «Every Brain Needs Music», μιλώντας στο BBC Mundo, εξήγησε με ποιον τρόπο ο εγκέφαλος επεξεργάζεται τη μουσική, επηρεάζοντας τα συναισθήματα και τη μνήμη.
Σε αντίθεση με τα άλλα ζώα, οι άνθρωποι έχουν την ικανότητα να αναγνωρίζουν και να επεξεργάζονται τη μουσική μέσω συγκεκριμένων δικτύων νευρώνων που έχουν εξελιχθεί και αναπτυχθεί σε πάροδο χιλιάδων ετών.
Πώς λειτουργεί αυτό;
Όταν εκπέμπεται ένας ήχος, προκαλείται μια δόνηση των μορίων του αέρα που εισέρχονται στα αυτιά μας και φτάνει σε μια μία μικρή οργανική ουσία, την οστέινη που μοιάζει με κέλυφος σαλιγκαριού. Ονομάζεται κοχλίας και καλύπεται από νευρικά κύτταρα. Από εκεί οι διάφορες ηχητικές συχνότητες ταξιδεύουν μέσω του εγκεφάλου και φτάνουν στον ακουστικό φλοιό, το τμήμα του εγκεφαλικού φλοιού που επεξεργάζεται τις ακουστικές πληροφορίες και ερεθίσματα.
Σε αυτό το σημείο του οργανισμού, είναι που ο εγκέφαλος θα εξετάσει τα μουσικά ερεθίσματα που λαμβάνει και θα ξεχωρίσει εάν αυτό που ακούει είναι ένας καθημερινός ήχος, όπως μία κόρνα αυτοκινήτου, μία ανθρώπινη φωνή ή μουσική.
Η σύνδεση εγκεφάλου – συναισθημάτων
Επομένως, όταν ο ήχος της μουσικής φτάσει στον ακουστικό φλοιό, διαφορετικές περιοχές του εγκεφάλου θα ξεκινήσουν να τον επεξεργάζονται με σκοπό να αντιδράσουν σε αυτόν. Ο εγκέφαλος θα είναι σε θέση να διακρίνει διαφορετικές νότες, ρυθμούς και μελωδίες που μπορούν να εγείρουν διαφορετικά συναισθήματα.
Για παράδειγμα, στις δυτικές κοινωνίες, η στεναχώρια στη μουσική εκφράζεται μέσα από αργούς ρυθμούς, μελαγχολικές μελωδίες και χαμηλές νότες σε αντίθεση με τη χαρά που εκφράζεται με δυνατούς ήχους, επισημαίνει ο νευροεπιστήμονας.
Αυτό συμβαίνει επειδή μία από τις περιοχές του εγκεφάλου που ενεργοποιείται με τη μουσική είναι το μεταίχμιο σύστημα (limbic system), μια ομάδα δομών βαθιά μέσα στον εγκέφαλο που ελέγχει τα συναισθήματα, τη μνήμη και τη συμπεριφορά και στέλνει μυνήματα που προκαλούν ανθρώπινες αντιδράσεις.
Αυτό διαφέρει σε άλλους πολιτισμούς. Μελέτες σε κοινότητες που δεν έχουν ακούσει ποτέ μουσική δυτικής χώρας, όπως στην Παπούα Νέα Γουινέα ή το Πακιστάν, δείχνουν ότι αυτή η σχέση μουσικής – συναισθημάτων μπορεί να μην υφίσταται, γιατί οι άνθρωποι δεν έχουν τα ίδια ερεθίσματα με εμάς.
Η «ευχάριστη συμπόνια»
Η σχέση της μουσικής με τη θλίψη και την ευτυχία δεν συνδέεται απαραίτητα με την ευχαρίστηση που νιώθουμε ακούγοντας αυτό το είδος μουσικής.
Τα λυπητερά τραγούδια μπορεί να είναι ακόμη πιο ευχάριστα στους περισσότερους ανθρώπους. Αυτό εξηγείται από τη θεωρία της «ευχάριστης συμπόνιας» (pleasurable compassion), της συναισθηματικής ολοκλήρωσης και χαράς που βιώνουμε βοηθώντας τους άλλους ή αισθανόμενοι συγκίνηση από λυπηρές καταστάσεις.
«Βιώνουμε μία λυπητερή κατάσταση ή θυμόμαστε όλα όσα αισθανόμασταν σε μία προγενέστερη συναισθηματική κατάσταση, χωρίς να χρειάζεται να είμαστε σε αυτή τη θέση και να βιώνουμε πραγματικά το συγκεκριμένο συναίσθημα. Και αυτή η κατάσταση αρέσει στον εγκέφαλό μας», εξηγεί ο καθηγητής.
Οι άνθρωποι που βρίσκουν ευχαρίστηση στη θλιβερή μουσική είναι αυτοί που εμφανίζουν υψηλά ποσοστά συναισθηματικής νοσημοσύνης, νιώθουν συμπόνοια για τον πόνο του άλλου και μπορούν ευκολότερα να «μπουν στα παπούτσια» του πάσχοντα.
Η έλξη προς τον χορό
Ένα ερώτημα που προκύπτει μελετώντας τη σχέση του εγκεφάλου με τη μουσική είναι γιατί έχουμε την τάση να κινούμαστε και να χορεύουμε.
Σύμφωνα με τον Larry Sherman που μίλησε στο BBC, η σύνδεση της μουσικής με την κίνηση οφείλεται στην επικοινωνία ανάμεσα στον ακουστικό και τον κινητικό φλοιό του εγκεφάλου, ο οποίος είναι υπεύθυνος για τις κινήσεις μας.
Όταν ακούμε μουσική που μας αρέσει, ο εγκέφαλος αρχίζει να αναγνωρίζει ρυθμικά μοτίβα. Στη διαδικασία αυτή συμμετέχει ενεργά η παρεγκεφαλίδα, μια περιοχή στο πίσω μέρος του εγκεφάλου με πολύ υψηλή συγκέντρωση νευρώνων, η οποία παίζει σημαντικό ρόλο στην αποκωδικοποίηση του ρυθμού.
Καθώς ο εγκέφαλος επεξεργάζεται τον ρυθμό, ενεργοποιείται και ο κινητικός φλοιός. Σε ορισμένα είδη μουσικής, μάλιστα, η επίδραση είναι τόσο έντονη ώστε νιώθουμε σχεδόν αυθόρμητα την ανάγκη να κινηθούμε.
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η σάμπα. Όταν ακούμε τα κρουστά της, μπορεί να αισθανθούμε αυτό που οι ερευνητές αποκαλούν «groove»: την έντονη επιθυμία να αφεθούμε στον ρυθμό, να σηκωθούμε και να χορέψουμε.
Η ερευνήτρια Annerose Engel μελέτησε ακριβώς αυτό το φαινόμενο. Σε έρευνα που δημοσίευσε το 2022, επιχείρησε να απαντήσει στο ερώτημα: γιατί η σάμπα κάνει τους ανθρώπους να θέλουν να χορέψουν;
Η ίδια, Γερμανίδα στην καταγωγή, περιέγραψε ότι κατά τη διάρκεια του Καρναβαλιού του Ρίο ντε Τζανέιρο ένιωσε ένα πρωτόγνωρο συναίσθημα, το οποίο την έκανε να αναζητήσει την εξήγησή του.
Η έρευνά της έδειξε ότι η έντονη επιθυμία για χορό συνδέεται, μεταξύ άλλων, με τον εξαιρετικά συγχρονισμένο τρόπο με τον οποίο παίζουν τα κρουστά όργανα στη σάμπα. Ο εγκέφαλος αντιλαμβάνεται αυτόν τον ισχυρό, επαναλαμβανόμενο ρυθμό και το σώμα μοιάζει να θέλει σχεδόν από μόνο του να ακολουθήσει.
Τα οφέλη στη μνήμη
Εκτός από την πρόκληση συναισθημάτων και την ανάγκη κίνησης, η μουσική συνδέεται στενά με την ανθρώπινη μνήμη. Όλοι έχουμε ακούσει ένα τραγούδι που μας θυμίζει κάποια στιγμή της ζωής μας ή κάτι που είχαμε ζήσει στο παρελθόν. Είναι επίσης πιθανό η μουσική να έχει βοηθήσει να θυμηθούμε κάτι. Στα σχολεία για παράδειγμα, υπάρχουν τραγούδια που χρησιμοποιούνται για να απομνημονεύουν τα παιδιά τα γράμματα της αλφαβήτου.
Αυτό γίνεται γιατί η μουσική, δημιουργώντας ένα εκτεταμένο δίκτυο νευρώνων, ενεργοποιεί ταυτόχρονα πολλά συστήματα στον εγκέφαλο (γνωστικά, αισθητηριακά και κινητικά), τα οποία συνδέονται μεταξύ τους. Δηλαδή εάν ακούσουμε ένα τραγούδι, μπορεί να μας έρθει στο νου όχι μόνο το μέρος που το ακούσαμε, αλλά και τα συναισθήματα που βιώσαμε εκείνη τη στιγμή ή μία συγκεκριμένη ανάμνηση.
Στην περίπτωση του τραγουδιού της αλφαβήτου η μελωδία λειτουργεί ως οργανωτική δομή που βοηθά στην «αποθήκευση» των πληροφοριών. Μπορεί τα παιδιά να μην θυμούνται τα γράμματα, αλλά ακούγοντας τον ρυθμό, θα τους έρθουν ξανά στον νου.
Εκμάθυνση μουσικών οργάνων
Η μουσική δεν μας κάνει εξυπνότερους, αλλά μπορούμε να αποκομίσουμε πολλαπλά οφέλη με διαφορετικό τρόπο. Αντί να περιοριστούμε στο να ακούμε μουσική, μπορούμε να μάθουμε να παίζουμε ένα μουσικό όργανο.
Η ενέργεια αυτή συμβάλλει στη δημιουργία νέων νευρώνων, την παραγωγή της μυελίνης, μιας ουσίας που αυξάνει την ταχύτητα με την οποία τα ηλεκτρικά σήματα ταξιδεύουν στον εγκέφαλο και την ενίσχυση των συνάψεων, που είναι οι συνδέσεις μεταξύ των νευρώνων.
Επομένως, δεν χρειάζεται να βασιζόμαστε στη μουσική για να αποδείξουμε ότι γινόμαστε εξυπνότεροι. Η μουσική διεγείρει το ενδιαφέρον, πολεμά την αδράνεια και ξυπνά μέσα μας τη διάθεση να γίνουμε καλύτερα και να συνδεθούμε τόσο με τα συναισθήματά μας όσο και με τον κοινωνικό περίγυρο.