Η γυναικεία γονιμότητα μειώνεται φυσιολογικά με την πάροδο της ηλικίας, συνήθως από τα μέσα της τρίτης δεκαετίας της ζωής. Παράλληλα, όμως, όλο και περισσότερες γυναίκες επιλέγουν να αποκτήσουν παιδιά σε μεγαλύτερη ηλικία, γεγονός που καθιστά ιδιαίτερα σημαντική την αναζήτηση νέων τρόπων διατήρησης της αναπαραγωγικής ικανότητας. Μια πρόσφατη επιστημονική μελέτη υποστηρίζει ότι η μείωση της ακαμψίας των ωοθηκών θα μπορούσε να παρατείνει το γόνιμο χρονικό διάστημα μιας γυναίκας σύμφωνα με άρθρο του Newscientist. Σε πειραματόζωα, ένα φάρμακο που μειώνει τη σκληρότητα των ωοθηκών βελτίωσε σημαντικά τη γονιμότητα, αυξάνοντας τόσο τα ποσοστά σύλληψης όσο και τον αριθμό των απογόνων. Αν και η μέθοδος δεν έχει ακόμη δοκιμαστεί σε ανθρώπους, τα αποτελέσματα δημιουργούν αισιοδοξία για μελλοντικές εφαρμογές.
Μέχρι σήμερα είναι γνωστό ότι με την ηλικία μειώνεται τόσο ο αριθμός όσο και η ποιότητα των ανώριμων ωαρίων, από τα οποία κάθε μήνα ωριμάζει και απελευθερώνεται ένα κατά την ωορρηξία. Ωστόσο, υπάρχουν ενδείξεις ότι σημαντικό ρόλο στη μείωση της γονιμότητας παίζει και η προοδευτική σκλήρυνση των ωοθηκών, η οποία φαίνεται να επηρεάζει την ανάπτυξη και την ποιότητα των ωαρίων.
Για να διερευνήσουν τους μηχανισμούς αυτής της διαδικασίας, ο Shixuan Wang και οι συνεργάτες του από το Πανεπιστήμιο Επιστήμης και Τεχνολογίας Huazhong στην Κίνα μελέτησαν ωοθήκες γυναικών ηλικίας 18–28, 35–42 και 47–52 ετών. Τα δείγματα προέρχονταν από γυναίκες που είχαν ιστορικό γυναικολογικού καρκίνου, χωρίς όμως να έχουν προσβληθεί οι ίδιες οι ωοθήκες. Η ανάλυση έδειξε ότι με την ηλικία αυξάνονται τα επίπεδα μιας πρωτεΐνης, της ιντερλευκίνης-11. Η πρωτεΐνη αυτή ενεργοποιεί τους ινοβλάστες, κύτταρα του συνδετικού ιστού που παράγουν κολλαγόνο. Η αυξημένη παραγωγή κολλαγόνου οδηγεί στη μεγαλύτερη ακαμψία των ωοθηκών.
Στη συνέχεια, οι ερευνητές δημιούργησαν γενετικά τροποποιημένα ποντίκια που δεν μπορούσαν να ανταποκριθούν στη δράση της ιντερλευκίνης-11. Καθώς τα ζώα γερνούσαν, οι ωοθήκες τους παρέμεναν λιγότερο άκαμπτες σε σύγκριση με εκείνες των φυσιολογικών ποντικιών, ενώ παρατηρήθηκε και αυξημένη συχνότητα ωορρηξίας. Το εύρημα αυτό ενίσχυσε την υπόθεση ότι η συγκεκριμένη πρωτεΐνη συμβάλλει καθοριστικά στη μείωση της αναπαραγωγικής λειτουργίας.
Ακολούθως δοκιμάστηκε ένα πειραματικό φάρμακο που εμποδίζει την παραγωγή της ιντερλευκίνης-11 μέσω της καταστολής του γονιδίου που την παράγει. Το φάρμακο χορηγήθηκε σε ποντίκια μέσης ηλικίας, αντίστοιχης με ανθρώπους στα τέλη της τρίτης ή στις αρχές της τέταρτης δεκαετίας της ζωής. Τα αποτελέσματα έδειξαν σημαντική μείωση της ακαμψίας των ωοθηκών και βελτίωση της αναπαραγωγικής τους λειτουργίας. Αντίστοιχα πειράματα σε ηλικιωμένους αρουραίους έδειξαν ότι το ποσοστό σύλληψης υπερδιπλασιάστηκε, ενώ ο αριθμός των νεογνών ανά γέννα αυξήθηκε περίπου πέντε φορές.
Οι επιστήμονες επισημαίνουν ότι απαιτούνται ακόμη πολλές μελέτες προτού η θεραπεία εφαρμοστεί σε ανθρώπους. Σύμφωνα με τη Barbara Vanderhyden από το Πανεπιστήμιο της Οτάβα, η διατήρηση της λειτουργίας των ωοθηκών θα μπορούσε να προσφέρει οφέλη που υπερβαίνουν τη γονιμότητα, καθώς ενδέχεται να καθυστερεί τις επιπτώσεις της εμμηνόπαυσης, όπως η αυξημένη πιθανότητα οστεοπόρωσης και καρδιαγγειακών παθήσεων.
Παρά τα ενθαρρυντικά αποτελέσματα, παραμένουν σημαντικά ζητήματα προς διερεύνηση. Οι ερευνητές επιδιώκουν να αναπτύξουν μεθόδους που θα κατευθύνουν το φάρμακο αποκλειστικά στις ωοθήκες, ώστε να περιοριστούν πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες, καθώς η ιντερλευκίνη-11 παράγεται και σε άλλους ιστούς του ανθρώπινου σώματος. Επιπλέον, δεν είναι ακόμη γνωστό για πόσο χρονικό διάστημα θα πρέπει να χορηγείται η θεραπεία ώστε να επιτυγχάνονται τα επιθυμητά αποτελέσματα χωρίς κινδύνους. Επομένως, η νέα αυτή προσέγγιση αποτελεί μια πολλά υποσχόμενη προοπτική, η οποία όμως απαιτεί εκτενή αξιολόγηση πριν αξιοποιηθεί στην κλινική πράξη.
Με πληροφορίες από Newscientist , nature.com